Η έννοια του «συστήματος» γεφυροποιός μεταξύ δομικού ρεαλισμού και συστημικής γεωπολιτικής ανάλυσης

Ας μου επιτραπεί η φράση ότι «το ντέρμπι των αιωνίων» κατά την ανάλυση του διεθνούς γίγνεσθαι αφορά την καλή και την κακή θεωρία, η οποία στέκεται περιγραφικά και διαχρονικά αταλάντευτη στην προσέγγιση των –κατά τον Θουκυδίδη – «ανθρωπίνων πραγμάτων» και εκείνη η οποία στρατευμένη επιμένει να μας καταδείξει ότι «ο γάιδαρος πετάει» ή ότι «η γη είναι επίπεδη». Οι θεωρητικοί και οι προσεγγίσεις τους, που στέκονται στην επιστημονικά ορθή πλευρά της ιστορίας, δεν υπάρχει πολυτέλεια να συγκρούονται μεταξύ τους.

Τα πόσα δύνανται να ειπωθούν επί του συγκεκριμένου ζητήματος περιττεύει να αναφέρω, μιας και άλλωστε εντός του επόμενου διαστήματος θα δημοσιευτεί πόνημα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννη Μάζη, του γράφοντος και της δρ Ξανθίππης Δωματιώτη, το οποίο θα αναλύει διεξοδικά τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις.

Επί της παρούσης θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην κεντρική έννοια του «συστήματος» και πώς αυτή επισκιάζει κάθε επιμέρους σπουδαιοφανή διαφοροποίηση.

Το «σύστημα» εγκολπώνεται στον πυρήνα του την παραδοχή της διασύνδεσης των μονάδων μελέτης. Έτσι, το «πλανητικό παίγνιο» διαγιγνώσκεται ως «μηδενικού αθροίσματος», ήτοι ως ζήτημα κατανομής και ανακατανομής και επ’ ουδενί ως άθροισμα επιμέρους συμπεριφορών. Δεν μελετώνται δηλαδή οι στρατηγικές συμπεριφορές αποκομμένες, αλλά ως αμοιβαία συναρτώμενες. Στον πυρήνα του συγκεκριμένου συμπεράσματος τοποθετείται η εντρύφηση τόσο επί θεμάτων ισχυροποίησης και φόβου μεταξύ συλλογικοτήτων (δομικός ρεαλισμός – συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις) όσο και επί παρεπομένων της ανάλυσης του χώρου και κατ’ επέκταση των «ανθρωποχώρων» (συστημική γεωπολιτική ανάλυση). Ως εκ τούτου, οι τάσεις διαπιστωμένες στο επίπεδο του πλανητικής ή περιφερειακής εμβέλειας συστήματος τρόπον τινά «αυτονομούνται», δηλαδή δεν εντάσσονται στις δράσεις των επιμέρους μονάδων, αλλά η πορεία των εξελίξεων ταυτίζεται με την «κατά συνθήκη πραγματικότητα».

Εφόσον αποδεχθούμε την ανωτέρω επιστημολογικής φύσης αρχή, οδηγούμαστε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα επί της ακολουθούμενης μεθοδολογίας, κυρίως με άξονα τη μέτρηση. Αμφότερες οι δύο προσεγγίσεις καθίστανται περιγραφικές, επειδή εστιάζουν στον έλεγχο (μέτρηση) επί τεκταινομένων και αποτελεσμάτων (control over events and outcomes), κατά την τυπολογία του Jeffrey Hart. Ο έλεγχος επί τεκταινομένων (events) και όχι επιθυμητών αποτελεσμάτων ή αβέβαιων προβλέψεων, καθώς και η περιγραφή των αρχικών δυνατοτήτων αναλύεται συγκριτικά με τις δυνατότητες που αποκτούνται μέσω εξωτερικής εξισορρόπησης (outcomes). Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο προσεγγίσεις αποκτούν υψηλή αναλυτική και ερμηνευτική αξία.

Σε διαφορετικές περιπτώσεις –και σύμφωνα πάντοτε με την τυπολογία του Hart– έχουμε είτε έλεγχο επί των πόρων (control over resources) είτε έλεγχο επί των δρώντων (control over actors). Εντούτοις, στην πρώτη εκδοχή διαπιστώνεται αδυναμία αποκρυπτογράφησης της χρήσης των πόρων (γιατί, πώς και υπό ποιους όρους κινητοποιούνται), ενώ η δεύτερη αποτυγχάνει να καταστεί πολυεπίπεδη εστιάζοντας απλά στη σχέση μεταξύ Α και Β δρώντος. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις μέτρησης δεν ανταποκρίνονται στο συστημικό προαπαιτούμενο, με το οποίο εναρμονίζεται ο έλεγχος επί τεκταινομένων και αποτελεσμάτων. Τέτοιας μεθοδολογικής υφής εκτίμηση πραγματοποιούν οι συστημικές θεωρίες, όπως αυτές που θίγονται εντός του παρόντος κειμένου.

Οι μη συστημικές θεωρίες, οι εστιάζουσες στις επιμέρους συμπεριφορές, τείνουν να καθίστανται στρατευμένες προτάσεις πολιτικής, και εντέλει πρόδηλη γεωστρατηγική. Οι εν λόγω εκπρόσωποι συνιστούν τους βασικούς αντιπάλους, καθότι είναι εκείνοι που εκφεύγουν του επιστημονικού ελέγχου και καταλήγουν να προπαγανδίζουν ανερυθρίαστα. Εξάλλου, η εν τοις πράγμασι συμπληρωματικότητα των καλών θεωρητικών προσεγγίσεων είναι δεδομένη σε έναν πλανήτη ο οποίος δεν είναι μονοδιάστατος.