Βρεκεκέξ

Είναι λέει ένας μύκητας που χτυπάει τα βατράχια, τις σαλαμάνδρες κι άλλα αμφίβια παγκοσμίως και τα έχει σακατέψει. Ούτε ένα ούτε δύο, αλλά κοντά διακόσια είδη αμφίβιων οργανισμών έχουν εξαφανιστεί από αυτήν την αρρώστια μέχρι σήμερα. Είναι τόσο λυπηρό να εξαφανίζονται τελείως από προσώπου γης κάποια πλάσματα του Θεού… Για εκατομμύρια χρόνια μήτε τα φίδια μήτε οι πελαργοί μπόρεσαν να εξολοθρεύσουν τα κακόμοιρα τα μπακακάκια. Τρώγανε, τρώγανε, κι όλο απόμεναν.

Ούτε τα βουβάλια, που όπως λένε κάποιοι, όταν τσακώνονται στο βάλτο την πληρώνουν τα βατράχια, ούτε κι ο άνθρωπος με τις καταστροφές που προκαλεί στα οικοσυστήματα μπόρεσε να τα εξαφανίσει. Ήρθε η ύπουλη η αρρώστια και το ’κανε.

Ο γερο-βάτραχος τραγουδούσε αμέριμνος απάνω στο νούφαρο βρεκεκέξ κουάξ κουάξ όπως στους Βάτραχους, την κωμωδία του Αριστοφάνη. Όσα πάνε κι όσα έρθουν· «εμάς μας αγαπούν οι Μούσες, ο Πάνας κι ο Φοίβος Απόλλων1, τι ανάγκη έχουμε»; Κοασμός-κομπασμός: «είμαστε τ’ αγαπημένα παιδιά των Θεών· τα βατράχια ποτέ δεν πεθαίνουν, δεν τα σκιάζει φοβέρα καμιά». Και επίσης, τη… βατραχοσύνη «μην την κλαις – εκεί που πάει να σκύψει / με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, / Νά τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει / και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου».2

Έτσι σίγουρο κι ανέμελο τον βρήκε ο πανούργος κι αόρατος εχθρός και μπήκε κάτω απ’ το πετσί του και τον κατέφαγε λίγο-λίγο. Εξαφανίστηκε ολόκληρο το είδος του· όχι όλοι οι βάτραχοι, αλλά το είδος του. Κάθε είδος είναι μοναδικό, ιδιαίτερο· με χαρακτηριστικό μέγεθος, ανατομικά χαρακτηριστικά, χρώματα και σχέδια, συνήθεια και τρόπο ζωής. Γι’ αυτό και πολλοί επιστήμονες, αλλά κι άλλος κόσμος πολύς που έχει ευαισθησίες και οικολογική συνείδηση, δίνει αγώνα για τη διατήρηση πολλών ειδών ζώων που κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Προστατεύουν, δηλαδή, αυτό που ονομάζεται βιοποικιλότητα, και κατ’ επέκταση την ισορροπία στον πλανήτη, πάνω στον οποίο ζούμε και πεθαίνουμε όλοι μας – άνθρωποι και ζωντανά.

Κι αν μας πιάνει στενοχώρια που χάνονται κάποια είδη βατράχων, τι να πει κανείς για τις φυλές, τα γένη και τον πολιτισμό των ανθρώπων; Πόσες και πόσες γενιές δεν συγκίνησε το ωραίο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα James Fenimore Cooper με τίτλο Ο τελευταίος των Μοϊκανών; Έχει μια μεγάλη τραγικότητα, αφήνει μια άλλου είδους πίκρα στην ψυχή το ξεπάστρεμα μιας ολόκληρης φυλής – στη συγκεκριμένη περίπτωση των Μοϊκανών Ινδιάνων.

Βλέποντας όλα όσα γίνονται γύρω μου τον τελευταίο καιρό, λοιπόν, μ’ έχουν ζώσει τα φίδια.

Καλά το τραγουδάμε κι εμείς το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Καλά τραγουδάμε και κείνο το συγκλονιστικό τετράστιχο του Γιάννη Ρίτσου (ένα από τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας), όπως το μελοποίησε ο σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης: «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις». Καλά απαγγέλλουμε το υπέροχο απόσπασμα από το έπος του μεγάλου Κύπριου ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη: «Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνόκαιρη του κόσμου, / κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι ’ξηλείψει, / κανένας, γιατί σκέπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου. / Η Ρωμιοσύνη έν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!».3 Αλλά και πάλι… ανησυχώ!

Μήπως αυτά τα λογοτεχνήματα αναφέρονται σε εχθρούς φυσικούς, ορατούς, που ήρθαν απέναντί μας με όπλα, αγχόνες, ανήλιαγα μπουντρούμια και βασανιστήρια; Μήπως κι εκείνος ο μεγάλος Έλληνας, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, για τέτοιους εχθρούς μιλούσε όταν έλεγε «Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από ’μάς και μένει και μαγιά»;4

Λέτε να την πάθουμε κι εμείς οι Έλληνες στο τέλος όπως ο βάτραχος από κανέναν αδιόρατο μύκητα; Συμβολικά το λέω. Εννοώ εκείνους τους νοητικούς, τους ψυχικούς λοιμογόνους παράγοντες που απειλούν να εξαλείψουν τον ελληνισμό ύπουλα∙ λίγο-λίγο, χωρίς να καλοκαταλάβει κανείς το μέγεθος της απειλής. Του λόγου μου, πάντως, ως παθολογοανατόμος είμαι υποχρεωμένος να προειδοποιήσω. Ότι το εξασκημένο μάτι μου βλέπει τα μυκητιακά πυοκοκκιώματα ν’ αναπτύσσονται παντού τριγύρω μας. Σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, συμπεριλαμβανομένης –αλίμονο!– και της παιδείας.

Θα ξυπνήσει καμιά μέρα ο μαρμαρωμένος βασιλιάς και θα δει να κυκλοφορούν γύρω του κάποιοι που η ταυτότητά τους θα γράφει Έλληνας, αλλά σε τίποτα δεν θα θυμίζουν Έλληνες πραγματικούς.

Ούτε στην παιδεία, ούτε στο χαρακτήρα, ούτε στο σκέπτεσθαι και στον πολιτισμό. Κι έτσι, αντί να φροντίσει να μας βάλει σε μια σειρά, θ’ αποτραβηχτεί να γράψει κι αυτός κανένα μυθιστόρημα: «Ο τελευταίος των Ελλήνων».

Λόγια πονεμένα και φτωχά σας γράφω και σήμερα. Όμως… «Λόγια φτωχά βαφτίζονται / στην πίκρα και στο κλάιμα, / βγάζουν φτερά και πέτονται, / πουλιά και κελαηδάνε»2. Καλυμμένα, κρυφά, σας γράφω για βατράχους, μύκητες και τα ρέστα. Αλλά… «Και κειος ο λόγος ο κρυφός / της λευτεριάς ο λόγος / αντίς φτερά βγάζει σπαθιά / και σκίζει τους αγέρες».2
____
1. Αριστοφάνης, 444-388 π.Χ., Θρασύβουλος Σταύρου, Βάτραχοι, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1971.
2. Γιάννης Ρίτσος, «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», Ποιήματα 1963-1972, τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989.
3. Βασίλης Μιχαηλίδης, Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Κύπρω: Δράμα εις κυπριακήν διάλεκτον, εκδόσεις βιβλιοθήκης ελληνικού γυμνασίου Αμμοχώστου, Αμμόχωστος 1960.
4. Ιωάννης Μακρυγιάννης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατηγού Μακρυγιάννη απομνημονεύματα, εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1965.