1 Απρίλιος 2019, 21:06 - Τελευταία Ενημέρωση: 1 Απρίλιος 2019, 20:28

Το Σουηδικό Σπίτι της Καβάλας, συνδετικός κρίκος μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας

  • Το Σουηδικό Σπίτι της Καβάλας, συνδετικός κρίκος μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας
    (Φωτ.: «Σουηδικό Σπίτι»)

«Πνιγμένο» μέσα στις τσιμεντένιες πολυκατοικίες στη συνοικία των Αγίων Ανάργυρων, και χτισμένο πριν από ογδόντα χρόνια, αποτελεί ίσως το τελευταίο εναπομείναν κτίσμα που θυμίζει στον επισκέπτη την αρχοντιά της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Αυτό είναι το Σουηδικό Σπίτι της Καβάλας. Εντυπωσιακό μέσα στις αυστηρές αρχιτεκτονικές γραμμές του, χτισμένο πάνω σε λόφο, προσφέρει άπλετη θέα στον κόλπο. Χάρη σε αυτό το οικοδόμημα, ογδόντα χρόνια μετά, η πόλη της Καβάλας εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για πάρα πολλούς Σουηδούς καλλιτέχνες, που φιλοξενούνται σ' ένα χώρο γεμάτο αναμνήσεις, ο οποίος διακρίνεται από λιτή πολυτέλεια, λούζεται στο φως του ήλιου, διαθέτοντας έναν μοναδικής ομορφιάς κήπο με δεκάδες λουλούδια, οπωροφόρα δέντρα, καλλωπιστικά φυτά, ακόμα και μια ξεχωριστή ποικιλία αμπέλου.

Η επιμελήτρια του Σουηδικού Σπιτιού στην Καβάλα, Elisabeth Gullberg Kaidi, άνοιξε τις πόρτες του και μίλησε για τα ιστορικά γεγονότα που το σημάδευσαν, για τους άρρηκτους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στη Σουηδία και την Καβάλα.

Μίλησε για τις αναμνήσεις των ανθρώπων που φιλοξένησε, και συγχρόνως παρουσίασε το πώς έβλεπαν στη Σουηδία το σουηδικό αυτό «φυλάκιο» σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της βόρειας Ελλάδας με λιμάνι στα παράλια του Αιγαίου πελάγους στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το ενδιαφέρον των Σουηδών για τα καπνά της Καβάλας
Η σουηδική ΑΕ Svenska Tobaksmonopolet (Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού) ιδρύθηκε το 1915 με σκοπό να συγκεντρώσει πόρους για το Δημόσιο Ταμείο, προκειμένου να χρηματοδοτήσει μια μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος καθώς επίσης και να καλύψει τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες που είχαν προκύψει από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την εποχή εκείνη ήταν της μόδας να καπνίζουν τσιγάρα με προσθήκη ανατολικών καπνών, και για το λόγο αυτόν η ζήτηση ήταν μεγάλη. Καλλιέργειες αυτής της ποικιλίας υπήρχαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, καθώς το κλίμα και το έδαφος ευνοούσαν ιδιαίτερα την ανάπτυξή της. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα η Καβάλα χαρακτηριζόταν από τους γνώστες του καπνού ως η πρωτεύουσα ή η Μέκκα του καπνού. Το 1910 είχαν εγκατασταθεί 61 εμπορικοί οίκοι στην πόλη, και μόλις λίγο περισσότεροι από τους μισούς ήταν ελληνικοί.

«Μεγάλες ποσότητες ακατέργαστου καπνού», σημειώνει η Elisabeth Gullberg Kaidi, «μεταφέρονταν από τα χωριά της γύρω περιοχής στην Καβάλα. Εν συνεχεία ο καπνός έπρεπε να αποθηκευτεί, να γίνει η διαλογή και η επεξεργασία του, για να φτάσει εντέλει να φορτωθεί σε κάποιο εμπορικό πλοίο στο λιμάνι προς εξαγωγή. Υπολογίζεται ότι 15.000 εργάτες απασχολούνταν στην επεξεργασία του καπνού στην Καβάλα κατά τη δεκαετία του 1930. Το Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού υπήρξε ένας από τους πολλούς ξένους εμπορικούς οίκους που προμηθεύονταν ακατέργαστο καπνό από τις όμορες περιοχές της Καβάλας, και εκατοντάδες τόνοι ελληνικού καπνού εξάγονταν στη Σουηδία ετησίως. Η ζήτηση για ανατολικά καπνά («μπασμάς») αυξήθηκε τη δεκαετία του 1930, και ως εκ τούτου οι δουλειές του Μονοπωλίου πήγαιναν πολύ καλά. Δεδομένου ότι οι απεσταλμένοι εκπρόσωποι ενίοτε χρειάζονταν να παραμείνουν στην Καβάλα συνεχόμενα για πολλούς μήνες, προκειμένου να παρακολουθήσουν τη μακρά διαδικασία από την αγορά μέχρι το τελικό προϊόν, προέκυψε η ανάγκη μιας μόνιμης κατοικίας για τον διευθυντή και τους υπαλλήλους της εταιρίας.

Ο David Larsson, που ήταν ο διορισμένος εμπειρογνώμονας καπνού και υπεύθυνος προμηθειών του Σουηδικού Μονοπωλίου Καπνού, διηγείται τη συνάντησή του με έναν εκ των καπνεμπόρων το 1930, στο γραφείο του: «Το βλέμμα σου σέρνεται αβέβαιο πάνω από το δέρμα του καναπέ, το οποίο παρά τη στιγμιαία σύγχυση διαπιστώνεις ότι είναι δερματίνη, πάνω στα χοντροκομμένα και προχειροβαμμένα δοκάρια της σκεπής που δημιουργούν την αίσθηση ενός γραφείου μεταφορών και που, σύμφωνα με τη σκανδιναβική σου αντίληψη, δεν αντιστοιχούν στο κατάλληλο περιβάλλον για δουλειές εκατομμυρίων».

Την εποχή εκείνη πολλοί ξένοι εμπορικοί οίκοι είχαν ήδη ανεγείρει κατοικίες, κτήρια γραφείων και αποθήκες καπνού στην Καβάλα, τα οποία αποτελούσαν μια χαρακτηριστική πτυχή της εικόνας της πόλης. Τα κτήρια αυτά ακολουθούσαν συχνά το αρχιτεκτονικό στιλ που ήταν δημοφιλές εκείνη την περίοδο στην εκάστοτε χώρα προέλευσης, και πολλές φορές ήταν εντυπωσιακά και δαπανηρά.

Κάποια από αυτά υπάρχουν ακόμα και σήμερα, για παράδειγμα η επίσημη κατοικία του ουγγρικού εμπορικού οίκου που δημιούργησε ο καπνέμπορος Pierre Herzog στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και που σήμερα λειτουργεί ως Δημαρχείο.

Παρόλο που η Σουηδία έκανε εισαγωγές καπνού από την Καβάλα από τη δεκαετία του 1920, καθυστέρησε αρκετά η ανέγερση ενός σουηδικού κτηρίου στην πόλη. Μόλις το 1934 αγοράστηκε το πρώτο οικόπεδο, οπότε το Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού ήταν ο τελευταίος ξένος εμπορικός οίκος που ανήγειρε το κτήριό του στην Καβάλα. Το Σουηδικό Σπίτι διαφοροποιείται ωστόσο, ήδη λόγω επιλογής θέσης, από τους άλλους ξένους οίκους. Ενώ οι άλλοι εμπορικοί οίκοι προτίμησαν το κέντρο της πόλης ή το λιμάνι ως θέση για τα γραφεία και τις επίσημες κατοικίες τους, το Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού επέλεξε ένα οικόπεδο που βρίσκεται ψηλά πάνω στην πόλη με πανοραμική θέα προς το Αιγαίο, σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν ακατοίκητη.

Διαβάστε περισσότερα εδώ.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Λωλίδης.
  • Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ το «Σουηδικό Σπίτι».