19 Μάρτιος 2019, 23:55 - Τελευταία Ενημέρωση: 19 Μάρτιος 2019, 23:37

Πόσιμο νερό: Ο ΟΗΕ παρουσιάζει τον απολογισμό των παραμελημένων πληθυσμών

  • Πόσιμο νερό: Ο ΟΗΕ παρουσιάζει τον απολογισμό των παραμελημένων πληθυσμών
    (Φωτ.: EPA / Yahya Arhab)

Εξαιτίας της δημογραφικής έκρηξης, της οικονομικής ανάπτυξης και των εξελίξεων στο μοντέλο κατανάλωσης η παγκόσμια ζήτηση για νερό αναμένεται να αυξηθεί κατά 20-30% σε σχέση με το τρέχον επίπεδο ως το 2050, αναφέρουν ο ΟΗΕ και η UNESCO στην ετήσια έκθεσή τους.

Παράλληλα η κλιματική αλλαγή, με τις ξηρασίες και τις πλημμύρες, κινδυνεύει να δυσχεράνει την πρόσβαση σε πόσιμο νερό.

Η ανεπαρκής πρόσβαση σε πόσιμο νερό ποιότητας και η έλλειψη υπηρεσιών καθαρισμού των χρησιμοποιημένων υδάτων κοστίζουν ακριβά σε ανθρώπινες ζωές, με 780.000 θανάτους ετησίως εξαιτίας της δυσεντερίας και της χολέρας, πολύ περισσότερους από τα θύματα συγκρούσεων, σεισμών και επιδημιών, τονίζει η έκθεση.

Το 2015 περίπου 844 εκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση σε ασφαλείς υπηρεσίες πόσιμου νερού και, μόνο το 39% του παγκόσμιου πληθυσμού διέθετε ασφαλείς υπηρεσίες καθαρισμού. «Η πρόσβαση στο νερό είναι ένα ανθρώπινο δικαίωμα ζωτικής σημασίας για την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Ωστόσο δισεκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να το στερούνται», καταγγέλλει η Οντρεΐ Αζουλέ, γενική διευθύντρια της UNESCO.

Ο στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης που έχει καθορίσει το Πρόγραμμα του ΟΗΕ για την Ανάπτυξη (UNDP), και ο οποίος προβλέπει «έως το 2030 παγκόσμια και δίκαιη πρόσβαση στο πόσιμο νερό, σε προσιτό κόστος», δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Βασικές πηγές μόλυνσης είναι τα περιττώματα ανθρώπων και ζώων, τα ζιζανιοκτόνα και το νιτρικό άλας από τη γεωργία, αλλά και «ανερχόμενοι ρυπογόνοι παράγοντες», όπως τα υπολείμματα φαρμάκων.

Ποιοι υποφέρουν περισσότερο από αυτή την κατάσταση; Οι καταστάσεις διαφέρουν πολύ από τη μία περιοχή του κόσμου στην άλλη, όμως οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ένα κοινό στοιχείο: «Οι πιο φτωχοί υφίστανται περισσότερες διακρίσεις», τονίζει ο Ρίτσαρντ Κόνορ, επικεφαλής των συντακτών της έκθεσης.

Η έκθεση διαχωρίζει την κατάσταση των φτωχών στο αστικό περιβάλλον από αυτών στην ύπαιθρο και από των ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί με τη βία. «Στις λιγότερο προηγμένες χώρες το 62% των αστών ζουν σε παραγκουπόλεις και συχνά δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ύδρευσης ή καθαρισμού υδάτων», επισήμανε ο Κόνορ. Οι κάτοικοι αυτοί αναγκάζονται να αγοράζουν νερό από πλανόδιους πωλητές και ενδέχεται να το πληρώνουν «δέκα φορές πιο ακριβά» από τους πλούσιους συμπολίτες τους που έχουν πόσιμο νερό στο σπίτι τους. Ωστόσο «η πλειονότητα των ανθρώπων που έχει πρόσβαση σε μη βελτιωμένες πηγές πόσιμου νερού και όσοι δεν έχουν πρόσβαση σε στοιχειώδεις υπηρεσίες καθαρισμού ζουν στις αγροτικές περιοχές», διευκρινίζεται στην έκθεση. Οι υποδομές εκεί είναι ανεπαρκείς.

Οι γυναίκες έχουν μικρότερη πρόσβαση σε πόσιμο νερό σε σχέση με τους άνδρες. Στις αγροτικές περιοχές «το βάρος να πάνε να βρουν νερό πέφτει στις γυναίκες και στα κορίτσια με δυσανάλογο τρόπο, [...] μια εργασία που δεν πληρώνεται και δεν αναγνωρίζεται», υπογραμμίζει η έκθεση.

Ιδιαίτερη είναι η κατάσταση των προσφύγων.

Στα τέλη του 2017, 68,5 εκατομμύρια άνθρωποι ήταν εκτοπισμένοι εξαιτίας συγκρούσεων ή διώξεων. Οι πληθυσμοί αυτοί «αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα στην πρόσβαση σε στοιχειώδεις υπηρεσίες παροχής και καθαρισμού νερού», ενώ «οι μαζικοί εκτοπισμοί ασκούν πίεση στους πόρους και στις υπηρεσίες», επισημαίνεται.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων ο ΟΗΕ δεν έχει να προσφέρει θαυματουργές λύσεις, αλλά σκιαγραφεί κάποιες προτάσεις. «Οι πιο πλούσιοι που πληρώνουν πολύ λίγο [για το νερό] θα πρέπει να αρχίσουν να πληρώνουν περισσότερο ώστε η πρόσβαση να είναι καθολική», προτείνει ο Κόνορ.

Οι χώρες, αλλά και οι ιδιώτες, πρέπει να επενδύσουν μαζικά στις υποδομές. Οι ανάγκες εκτιμώνται στα 114 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, τρεις φορές το ποσό που δαπανάται τώρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κόστος λειτουργίας και συντήρησης.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Ε.Μ.