2 Μάρτιος 2019, 09:39 - Τελευταία Ενημέρωση: 2 Μάρτιος 2019, 09:35

Έρευνα: Τα ζευγάρια στην Ελλάδα αποκτούν παιδιά σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες

  • Έρευνα: Τα ζευγάρια στην Ελλάδα αποκτούν παιδιά σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες

«Η διαρκής αύξηση της μέσης ηλικίας στην τεκνογονία αποτυπώνει τη μετατιθέμενη αναπαραγωγική δραστηριότητα των ζευγαριών στην Ελλάδα σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες. Η απόκτηση ενός παιδιού σε όλο και πιο 'ώριμη' ηλικία (ιδιαιτέρως δε του πρώτου) έχει πλέον ως αποτέλεσμα την υψηλότερη συχνότητα απόκτησης παιδιών στις ηλικίες 30-34 ετών».

Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από έρευνα που διεξήγαγε ο Δημήτρης Καρκάνης, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ο οποίος εξετάζει την αύξηση της μέσης ηλικίας στην απόκτηση των παιδιών -και ειδικότερα του πρώτου- στην Ελλάδα, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο (2007-2016).

Όπως αναφέρει ο ερευνητής, σε μια πρώτη ομάδα νομών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον νομό Αττικής, ήδη από το 2007-‘08 τα ποσοστά γονιμότητας στα 30-34 έτη ήταν υψηλότερα από αυτά των 25-29 ετών. Μια δεύτερη ομάδα συγκέντρωνε το 2007-‘08 νομούς (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν. Φθιώτιδας) που βρίσκονταν σε φάση μετάβασης και στους οποίους, όπως αναμενόταν, μία δεκαετία αργότερα η γονιμότητα στα 30-34 έτη είναι πλέον υψηλότερη από αυτήν στα 25-29 έτη.

Σε πλήρη αντιδιαστολή με την πρώτη ομάδα, στην τρίτη συγκεντρώνονταν κυρίως κάποιοι παράκτιοι (π.χ. Ν. Χαλκιδικής) και νησιωτικοί νομοί, στους οποίους η γονιμότητα το 2007-‘08 ήταν υψηλότερη στις νεαρότερες μητέρες (25-29 ετών).

Σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην τρίτη ομάδα συγκεντρώνονταν κυρίως νομοί όπου το 2011 καταγράφονται ιδιαιτέρως υψηλά ποσοστά αλλοδαπών (οικονομικοί μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας τις προηγούμενες δύο δεκαετίες). Στους νομούς αυτούς φαίνεται ότι η περιορισμένη και χρονικά μετατιθέμενη αναπαραγωγική δραστηριότητα του ημεδαπού πληθυσμού αντισταθμίζεται έως έναν βαθμό από την παραδοσιακά εντατικότερη και «νεανικότερη» αναπαραγωγική δραστηριότητα των αλλοδαπών (οι αλλοδαπές γυναίκες φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά τους σε πολύ μικρότερη ηλικία από τις Ελληνίδες).

Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο Δ. Καρκάνης, η προσεκτική μελέτη των τάσεων, ακόμη και στους νομούς αυτούς, υποδεικνύει ότι το πρότυπο διατήρησης της υψηλότερης γονιμότητας στις ηλικίες 25-29 ετών σύντομα επρόκειτο να ανατραπεί, όπως και έγινε. Έτσι, τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, το 2016-‘17 οι γεννήσεις στις ηλικίες 30-34 ετών είναι πλέον περισσότερες από τις αντίστοιχες των 25-29 ετών σε όλους τους νομούς της χώρας, σε αντίθεση με το 2007, όπου αυτό ίσχυε για τα μόλις 23 έτη.

Συμπερασματικά, αναφέρει ο ερευνητής, η τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από τη συνέχιση της μετάθεσης της αναπαραγωγικής δραστηριότητας των γυναικών προς τις μεγαλύτερες ηλικίες, η δε πρόσφατη οικονομική κρίση απλώς ενίσχυσε την τάση αυτή.

Πολύ αργότερα το πρώτο παιδί σε σχέση με το παρελθόν
Κατά την έρευνα, εξετάστηκαν επίσης οι μεταβολές της συχνότητας έλευσης των πρώτων και των δευτέρων γεννήσεων στις ηλικίες 25-29 και 30-34 την τελευταία δεκαετία. Όπως διαπιστώθηκε, το 2017 σε 25 νομούς της χώρας οι πρώτες γεννήσεις είναι πλέον περισσότερες από τις δεύτερες στα 30-34 έτη, ενώ το 2007-‘08 αυτό ίσχυε μόλις σε έξι νομούς.

Είναι επομένως σαφές ότι η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών στην Ελλάδα κάνει σήμερα το πρώτο της παιδί πολύ αργότερα από ό,τι στο παρελθόν, καθώς πριν από μόλις μία 25ετία σχεδόν όλες οι πρώτες γεννήσεις προέρχονταν από πολύ νεότερες μητέρες (<30 ετών). Οι αλλαγές αυτές σε μεγάλο βαθμό εξηγούν και την αύξηση της μέσης ηλικίας των γυναικών στην απόκτηση των παιδιών τους κατά 3,3 έτη ανάμεσα στο 1990 και το 2017 (27, 2 έναντι 31,5).

Σχολιάζοντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τα παραπάνω, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων Βύρων Κοτζαμάνης, αναφέρει ότι η συρρίκνωση του μεγέθους της οικογένειας και η μετατιθέμενη άφιξη του πρώτου και του δεύτερου παιδιού, μετέβαλαν και στη χώρα μας την ηλικιακή κατανομή των μητέρων, καθώς στο παρελθόν πολύ λίγες γυναίκες έκαναν το πρώτο ή το δεύτερο παιδί τους σε ηλικία μεγαλύτερη των 30 ετών.

Η καθυστερημένη έλευση των γεννήσεων δεν παρατηρείται όμως μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες.

Οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως η επιμήκυνση των σπουδών των νέων, οι αλλαγές στο status των γυναικών και στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, οι αλλαγές στον κύκλο ζωής των ζευγαριών (γάμος ή συμβίωση σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες, συχνότερα διαζύγια και δημιουργία μιας δεύτερης σχέσης όλο και πιο αργά), η αυξανόμενη οικονομική αβεβαιότητα μεταξύ των νέων ενηλίκων.

Παράλληλα, αναφέρει ο ίδιος, η «εικόνα» μιας καθυστερημένης γονιμότητας έχει αλλάξει και στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς έχει γίνει πιο ορατή και καλύτερα αποδεκτή από την κοινωνία και το οικογενειακό περιβάλλον. Η έλευση των παιδιών σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία, τόσο την Ελλάδα όσο και στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες, δεν αναμένεται να ανακοπεί σύντομα, καθώς «ευνοείται» από τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές (στην Ελλάδα και από την οικονομική κρίση), αφού μεταξύ άλλων η απώλεια μισθού που σχετίζεται με τη μητρότητα είναι μικρότερη.