26 Φεβρουάριος 2019, 10:53 - Τελευταία Ενημέρωση: 27 Φεβρουάριος 2019, 10:13

Ευάγγελος Στυλ. Σαμψών, ένας Κρητικός αγωνιστής από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου στη Μικρά Ασία (φωτο)

  • Ευάγγελος Στυλ. Σαμψών, ένας Κρητικός αγωνιστής από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου στη Μικρά Ασία (φωτο)

Όσες φορές τον κάλεσε η πατρίδα, πάντα ανταποκρίθηκε. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού για την απελευθέρωση της Θράκης και της Ξάνθης, πολέμησε στο Ντουμλού Πουνάρ, το Αφιόν Καραχισάρ, το Εσκί Σεχίρ, τον Σαγγάριο στη Μικρά Ασία και την Εθνική Αντίσταση. Ο πατέρας του έλαβε μέρος στις επαναστάσεις στην Κρήτη αλλά και τη Μάχη του Ατσιπόπουλου των Θερισιανών επαναστατών κατά των Ρώσων, στις 2 Αυγούστου 1905.

Ο Ευάγγελος Στυλ. Σαμψών, γέννημα-θρέμμα Ατσιπόπουλου Ρεθύμνου, είναι ένας από τις δεκάδες χιλιάδες Έλληνες στους οποίους οφείλουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την ελευθερία μας, ακόμα κι αν το όνομά τους δεν είναι ευρέως γνωστό.

Αν και οι ιστορίες των περισσότερων γενναίων αγωνιστών, που με την πορεία τους έκαναν την Ελλάδα μεγαλύτερη, συχνά χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, δεν συνέβη το ίδιο με εκείνην του Ευάγγελου Σαμψών. Προνόησε να κρατήσει σημειώσεις για όλα όσα έζησε, για κάθε μάχη που πήρε μέρος ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα της πατρίδας τα τέσσερα χρόνια, τους δύο μήνες και τις 25 μέρες που πολέμησε, από τις 5 Μαΐου 1919 έως την 30ή Ιουλίου 1923. Παράλληλα δεν παρέλειπε να μιλάει γι' αυτά τα γεγονότα μέχρι τα βαθιά γεράματά του και να μοιράζεται τα όσα βίωσε στο μικρασιαστικό μέτωπο και τα οποία σημάδεψαν τη νιότη του.

Ποιος ήταν ο Κρητικός αγωνιστής
Ήρθε στον κόσμο ανήμερα του Αγίου Δημητρίου το 1900, και έφυγε στις 11 Μαΐου 1979, σε  ηλικία 79 ετών, έχοντας προλάβει να δει την προκοπή των τεσσάρων γιων που έφερε στον κόσμο με την Άννα Δασκαλάκη από το χωριό Γάλλου. Πατέρας του ήταν ο Στυλιανός Σαμψών και μητέρα του η Αθηνά Γ. Σταγάκη, ενώ είχε μια αδερφή, την Κατίνα, την οποία υπεραγαπούσε. Τον Ευάγγελο και την Κατίνα μετά το θάνατο της μητέρας τους ανέθρεψε η δεύτερη σύζυγος του πατέρα τους Αφροδίτη Κοκκινάκη (Φρουδή).

Στο Μαθητολόγιο του Δημοτικού Σχολείου Ατσιπόπουλου αναφέρεται πως φοίτησε σ’ αυτό από το 1905 μέχρι το 1913 και έφτασε μέχρι την Ε΄ τάξη. Έμεινε διετής στην Α΄ και τη Δ΄ τάξη και οι επιδόσεις του κυμαίνονταν μεταξύ καλώς και λίαν καλώς.

Στην εφηβική του ηλικία εργάστηκε ως βοηθός αρτοποιού στα Χανιά. Με τις οικονομίες που έκανε τότε έστελνε χρήματα στον πατέρα του και άνοιξε το πηγάδι στο περιβόλι στη θέση Απάνω Πηγάδι κοντά στην εκκλησία της Αγ. Ζώνης. Εργάστηκε επίσης στο βυρσοδεψείο του Τσιχλοκωστή στον Κουμπέ, ενώ παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στις αγροτικές δουλειές.

Κατατάχθηκε στο 1ο Έμπεδο του 8ου Συντάγματος Κρητών τον Μάιο του 1919. Στα τέλη του 1920 μετατέθηκε στη Μικρά Ασία, και αφού πολέμησε σε διάφορες περιοχές απολύθηκε το 1923 από το 43ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Κρήτης στη Θεσσαλονίκη. Πίστευε ότι κατάφερε να μείνει ζωντανός χάρη σε ένα φυλακτό Τίμιου Ξύλου που είχε πάντα μαζί του και το οποίο σήμερα βρίσκεται στην κατοχή της εγγονής του Άννας, κόρης του γιου του Λευτέρη.

Παρόλο που μετά την απόλυσή του από το Στρατό είχε πρόσκληση να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ και έκανε το πρώτο βήμα για να φύγει, αψηφώντας τις αντιρρήσεις του πατέρα του, τελικά το μετάνιωσε και επέστρεψε στο Ατσιπόπουλο. Ίσως σκέφτηκε ότι ο πατέρας του ήταν άρρωστος και η αδερφή του δεν είχε παντρευτεί ακόμα τον υπαξιωματικό της Χωροφυλακής Νικόλαο Βλαστό. Κανείς δεν ξέρει. Έκτοτε έμεινε στο χωριό, ασχολήθηκε με τη γεωργία και την κτηνοτροφία μέχρι το τέλος της ζωής του. Μαζί του είχε πάντα την ξιφολόγχη Mannlicher που έφερε από το πολεμικό μέτωπο.

Όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι ήταν γλεντζές και καλός τραγουδιστής. Τραγουδούσε ελληνικά, σμυρναίικα, κρητικά και τουρκικά, ενώ υπερηφανευόταν ότι μέχρι το τέλος της ζωής του μπορούσε να τραγουδά τον «Σταφιδιανό», έναν παλιό δύσκολο σκοπό με ψηλές νότες και γυρίσματα.

Του άρεσε το καλό κρασί και το τσιγάρο. Όταν ο γιατρός τού ζήτησε να τα κόψει, απάντησε: «Γιατρέ μου λες να κόψω το τσιγάρο και το κρασί. Δεν μου λες να αποθάνω ίδια εδά» – απάντηση που ταίριαζε στο χαρακτήρα του.

Ο Σαγγάριος, υγρός τάφος για τους Έλληνες
Αναφερόμενος στο μικρασιατικό μέτωπο, ο Ευάγγελος Σαμψών μιλούσε για την πείνα, τη δίψα, τις ψείρες και τις κακουχίες που έκαναν κόλαση τη ζωή των στρατιωτών. Όσοι πέθαιναν θάβονταν πρόχειρα – τους έβαζαν λίγο χώμα και κάρφωναν έναν ξύλινο σταυρό. Στον Σαγγάριο χάθηκαν πολλοί στρατιώτες. Έτρεχαν να πιουν νερό και εξαφανίζονταν στο ποτάμι. Γι' αυτούς τότε τραγουδούσαν:

Σαγγάριε, Σαγγάριε, αχ συρματοπλεγμένε, έκαψες πόλεις και χωριά αναθεματισμένε.
Σαγγάριε, Σαγγάριε θέλω να σε ρωτήσω, γιατί τα παληκάρια μας τα έστρεψες στα πίσω.
Αλλάχ φωνάζαν τα Τουρκιά, Θεέ μου οι φαντάροι, τι είν’ το κακό που γίνηκε μέσα εις τον Σαγγάρη.
Χιλιάδες σκοτωθήκανε, χιλιάδες επνιγήκαν, πολλοί αιχμαλωτισθήκανε μυριάδες εχαθήκαν.
Πολλές μανάδες κλάψανε, ας κλάψει κι η δική μου, στη λάσπη του Σαγγάριου βρίσκεται το κορμί μου.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Μικρά Ασία έμαθε τουρκικά και ήξερε και κάποια τραγούδια. Ένα από τα αγαπημένα του ήταν το «Τσακιτζής». Τα τραγούδια τα είχε γράψει με ελληνικούς χαρακτήρες σε ένα σημειωματάριο το οποίο διασώθηκε και το έχει στην κατοχή του ο γιος του, αντιστράτηγος ε.α. Νικόλαος Σαμψών.

Η αντιστασιακή του δράση
Τον Σεπτέμβριο του 1940 κλήθηκε για δεκαήμερη εκπαίδευση στο 44ο Σύνταγμα στο Ρέθυμνο, αλλά όχι να συμβάλει στον Ελληνοιταλικό Πόλεμο. Όμως τον Μάιο του 1941, που έπεσαν στα Μυσίρια Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, προσπάθησε να συμμετέχει με ένα τυφέκιο Gras το οποίο ωστόσο δεν λειτουργούσε. Είναι άγνωστο εάν βρήκε άλλο όπλο και εάν πολέμησε. Πάντως στην κατοχή του βρέθηκε ένα γερμανικό τυφέκιο με αρκετές σφαίρες που χρησιμοποιήθηκε δεόντως σε γάμους, βαφτίσια και καταδίωξη ζωοκλεφτών. 

Το Αύγουστο του '41 εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση ΕΟΡ του Χρήστου Τζιφάκη και έδρασε έως τον Μάιο του 1945.

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού τού απένειμε μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης με την 8591/29-11-61 ΕΔΥΕΘΑ.

Επίσης του απονεμήθηκε ειδική τιμητική διάκριση από τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου Στρατηγό Αλεξάντερ, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο στρατιωτικό προσωπικό της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών, καθώς με κίνδυνο της ζωής του πήγαινε τρόφιμα στους Άγγλους στο Αγ. Πνεύμα.

Παρακαταθήκη η ανθρωπιά, η λεβεντιά και η εντιμότητά του
«Από έναν τέτοιο πατέρα, τι σταχυολογεί κανείς ως σπουδαιότερη προίκα, και τι από όσα έλεγε και έπραττε εκείνος καθόρισε τη μετέπειτα δική σας πορεία;» ρωτήσαμε τον γιο του, αντιστράτηγο ε.α. Νικόλαο Σαμψών.

«Ο πατέρας μου μετά την απόλυσή του από το στρατό παρέμεινε στο χωριό του το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου και ασχολήθηκε με αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Ήταν ολιγαρκής και δεν χάρηκε πολλά πράγματα στη ζωή του, γιατί η διαρκής προσπάθειά του να αναθρέψει και να μορφώσει τα τέσσερα παιδιά του δεν άφηνε περιθώρια για απολαύσεις στα πέτρινα χρόνια μετά τη γερμανική Κατοχή.

»Η παρακαταθήκη που άφησε στα παιδιά του με το ζωντανό παράδειγμά του ήταν η ανθρωπιά, η λεβεντιά, η εντιμότητα, η εργατικότητα, η φιλανθρωπία και η αλληλεγγύη. Αυτά επηρέασαν τη ζωή όλων των παιδιών του.

»Στη σύζυγο του είχε δώσει πάγια εντολή να μη διώξει ποτέ ζητιάνο που θα κτυπούσε την πόρτα της χωρίς να του δώσει κάτι, έστω και λίγο ψωμί. Αυτό το τηρούσε με ιερή ευλάβεια σε όλη τη ζωή της.

»Χαρακτηριστικό παράδειγμα αλληλεγγύης είναι το παρακάτω περιστατικό. Κάποια μέρα ο Ευάγγελος Σαμψών πηγαίνοντας στο περιβόλι του είδε έναν στενό του φίλο να ξεριζώνει πατάτες. Δεν είπε λέξη, έκανε μεταβολή και έφυγε χωρίς να τον αντιληφθεί. Εγνώριζε ότι ο άνθρωπος αυτός  ήταν πάμφτωχος, είχε να θρέψει δεκαμελή οικογένεια», μας απάντησε με ένα σημείωμα που δείχνει ότι τα απλά που ο πατέρας τους τούς δίδαξε ήταν τελικά και τα σημαντικά.

  • Πληροφορίες για το άρθρο καθώς και το φωτογραφικό υλικό παραχώρησε στο pontos-news.gr ο αντιστράτηγος ε.α. Νικόλαος Σαμψών.