22 Ιανουάριος 2019, 17:37 - Τελευταία Ενημέρωση: 22 Ιανουάριος 2019, 17:51

Εγκρίθηκε η Συμφωνία των Πρεσπών από την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής

  • Εγκρίθηκε η Συμφωνία των Πρεσπών από την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής
    Εικόνα από τη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων & Άμυνας στην αίθουσα της Γερουσίας (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Βλάχος)

Κατά πλειοψηφία πέρασε από τη Διαρκή Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής το σχέδιο νόμου «Κύρωση της Τελικής Συμφωνίας για την Επίλυση των Διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817(1993) και 845(1993), τη Λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την Εδραίωση Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ των Μερών», αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Η συζήτηση και επεξεργασία του σχεδίου νόμου ξεκίνησε στις 5 απόγευμα της Δευτέρας (21/1) και στο διάστημα που ακολούθησε μίλησαν 38 βουλευτές και όλοι οι εισηγητές και ειδικοί αγορητές με δικαίωμα δευτερολογίας. Η Συμφωνία των Πρεσπών εξασφάλισε πλειοψηφία από την Επιτροπή, όπως προέκυψε από τη συζήτηση και τις τοποθετήσεις των μελών της Επιτροπής. Το επόμενο στάδιο είναι η εισαγωγή της Συμφωνίας των Πρεσπών στην Ολομέλεια προκειμένου την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου να ξεκινήσει η συζήτηση και να ολοκληρωθεί μετά τα μεσάνυχτα της Πέμπτης (24/1) προς Παρασκευή (25/1). Με βάση το άρθρο 91 παρ. 6 του Κανονισμού της Βουλής, μετά την επεξεργασία και την εξέταση τoυ νομοσχεδίου, η αρμόδια διαρκής επιτρoπή συντάσσει και υπoβάλλει πρoς στην Ολομέλεια την έκθεσή της, στην οποία θα περιλαμβάνεται η θετική εισήγηση της επιτροπής επί του σχεδίου νόμου.

Επίσημο κείμενο του αναθεωρημένου συντάγματος της πΓΔΜ ζήτησε η αντιπολίτευση
Ηλεκτρισμένη ήταν η ατμόσφαιρα κατά τη δεύτερη ημέρα συζήτησης της Συμφωνίας των Πρεσπών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ηλεκτρονικής έκδοσης της Καθημερινής, η αξιωματική αντιπολίτευση έριξε «πυρά» στην κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι δεν έχει δημοσιοποιήσει το επίσημο έγγραφο με τις αλλαγές στο σύνταγμα της πΓΔΜ, γιατί θα αποκαλυφθούν οι αλυτρωτισμοί της γειτονικής χώρας. Νωρίς το πρωί της Τρίτης (22/1), ο αρμόδιος τομεάρχης Εξωτερικών της ΝΔ Γιώργος Κουμουτσάκος υπογράμμισε: «Και πάλι δεν θα έχουμε το νέο κείμενο, το συνολικό κείμενο του συντάγματος. Είναι αδιανόητο να συζητάμε σε ένα κενό. Πολύ φοβάμαι ότι δεν θα το έχουμε ούτε στην Ολομέλεια. Θα το θέτουμε συνέχεια, αφού είναι απαραίτητο στοιχείο για την εικόνα συνολικής συμφωνίας». Την ίδια ώρα, πηγές του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σχολίαζαν: «Πληροφορίες που έχουμε είναι ότι το συνταγματικό κείμενο είναι χειρότερο από Συμφωνία των Πρεσπών και γι’ αυτό δεν το δίνουν».

Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος κατέθεσε στα πρακτικά ένα κείμενο, το οποίο –όπως είπε– είναι το συνταγματικό κείμενο της γειτονικής χώρας, το οποίο εκτύπωσε από κυβερνητική ιστοσελίδα της πΓΔΜ. Το γεγονός ότι το στρατηγείο της ελληνικής διπλωματίας δεν είχε να παρουσιάσει στο Κοινοβούλιο επίσημο έγγραφο το οποίο θα είχε εξασφαλισμένο διά της διπλωματικής οδού και αν’ αυτού κατετέθηκε ένα κείμενο στα αγγλικά, προκάλεσε πολλά αρνητικά σχόλια από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Εκφράστηκαν λοιπόν σοβαρές αμφιβολίες στο κατά πόσο οι όποιες συνταγματικές αλλαγές ενσωματώθηκαν στον καταστατικό χάρτη της πΓΔΜ. Ο Γ. Κατρούγκαλος υποστήριξε ότι αυτή είναι πάγια πρακτική στη γείτονα χώρα και παρουσιάστηκε και σε προηγούμενες αναθεωρήσεις. «Ο συνταγματικός τύπος που ακολουθούν στη γειτονική χώρα είναι να μην ενσωματώνουν τις τροπολογίες, αλλά να τις παραθέτουν στο τέλος του συνταγματικού κειμένου. Εξάλλου, οι τροποποιήσεις στο σύνταγμα παρατίθενται στη ρηματική διακοίνωση που έχει κατατεθεί στη Βουλή», είπε χαρακτηριστικά.

Με αφορμή κριτική βουλευτών της αντιπολίτευσης ότι με τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα παραχωρεί το δικαίωμα στους γείτονες να ονομάζονται «Μακεδόνες», ο αναπλ. υπουργός Εξωτερικών επισήμανε: «Η Συμφωνία δεν μπορεί να ρυθμίσει θέματα λαού ή έθνους. Ο λόγος είναι απλός: Τα κράτη αναγνωρίζουν κράτη, όχι λαούς. Τα θέματα ιθαγένειας είναι νομικά θέματα που αφορούν στον δεσμό πολίτη με κράτος, ενώ, αντιθέτως, τα θέματα εθνικής ταυτότητας και ένταξης σε μία εθνότητα είναι θέματα συνείδησης και αυτοπροσδιορισμού». Και πρόσθεσε: «Όπως έχει πολλές φορές εξηγηθεί και σαφώς αναφέρεται και στη ρηματική ανακοίνωση, η Συμφωνία δεν αναφέρεται σε εθνότητα, αλλά σε ιθαγένεια. Στο διεθνές δίκαιο δεν υπάρχουν γενικώς παραδεδεγμένα χαρακτηριστικά ή γενικά αποδεκτοί ορισμοί του έθνους ή του λαού. Το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού είναι δικαίωμα αναγκαστικού δικαίου και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης. Συνεπώς, η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει και δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει "μακεδονικό έθνος" ή "λαό" με αυτήν τη Συμφωνία».

Αυτές οι αναφορές του Γ. Κατρούγκαλου προκάλεσαν την αντίδραση του Π. Καμμένου, ο οποίος παρακολουθούσε τη συζήτηση από το γραφείο του και εισήλθε στην αίθουσα της συνεδρίασης.

«Παρεμβαίνω διότι άκουσα τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών να δηλώνει στην Επιτροπή ότι είναι δικαίωμα τους να αυτοπροσδιορίζονται ως "Μακεδονικός" λαός. Εάν είναι δικαίωμά τους αυτό τότε για ποιο λόγο γίνεται η Συμφωνία; Είτε ο υπουργός θα επαναλάβει αυτό που είπε προηγουμένως και άρα δικαιώνονται οι διαφωνίες μας είτε, αν δεν είναι έτσι, να το ανακαλέσει και να πει ότι το είπε κατά λάθος», σημείωσε ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ.

Απαντώντας ο κ. Κατρούγκαλος ανέφερε: «Είπα ότι τα κράτη αναγνωρίζουν κράτη, και έχουμε επίλυση erga omnes, της ονομασίας του γειτονικού κράτους, όχι μόνο για την ονομασία αυτή καθαυτή –Βόρεια Μακεδονία– αλλά υποχρεώνεται το γειτονικό κράτος να αλλάξει σε όλους τους δημόσιους φορείς, σε όλους τους Οργανισμούς, σε όλα τα δημόσια κτήρια, την ονομασία που έχουν τώρα, από "Μακεδονία" σε Βόρεια Μακεδονία. Με αυτό τον τρόπο τελειώνει η εκκρεμότητα αυτή και η μονοπώληση του ονόματος Μακεδονία από το γειτονικό κράτος. Αυτή η δέσμευση δεν αφορά μόνο δημόσιους οργανισμούς, δημόσιους φορείς, αφορά και εκείνους τους ιδιωτικούς οι οποίοι χρηματοδοτούνται από το κράτος. Οπουδήποτε λοιπόν υπάρχει ονομασία κράτους, εκεί η συμφωνία είναι ρητή». Στο πλαίσιο αυτό, επανέλαβε ότι «υπάρχει δικαίωμα ατομικού αυτοπροσδιορισμού. Στα θέματα της ταυτότητας του γειτονικού κράτους μπορούμε να επέμβουμε εκεί που αμφισβητούν τη δική μας ταυτότητα και τη δική μας ιστορία».