3 Φεβρουάριος 2014, 09:40 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 19:36

Η επίδραση του φολκρόρ στους ποντιακούς χορούς

  • Η επίδραση του φολκρόρ στους ποντιακούς χορούς

Η επίδραση του φολκρόρ στου ποντιακούς χορούς

Εισήγηση του Νικ. Ζουρνατζίδη στην έδρα του Χορευτικού Ομίλου Ποντίων Μοσχάτου - Ταύρου «Σέρρα».

Ο λαϊκός χορός, ως δημιούργημα του λαού, άρα κυρίαρχο μέσο έκφρασής του, έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί προϋποθέσεις για προσέγγιση και αλληλογνωριμία των λαών. Οι αγροτικές κοινωνίες, όπως του Πόντου (αναφερόμαστε στην επαρχία), ήταν ως επί το πλείστον κλειστές, οπότε ήταν εύκολο να κρατηθεί η αυθεντικότητα των παραδόσεων. Αντίθετα, οι σημερινές βιομηχανικές κοινωνίες είναι ανοιχτές. Έτσι, δίνουν τη δυνατότητα στις πόλεις να συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό ατόμων με τελείως διαφορετικά ήθη, έθιμα και παραδόσεις. Τα άτομα αυτά ζουν, εργάζονται και διασκεδάζουν στους ίδιους κοινωνικούς χώρους με αποτέλεσμα ο πολιτισμός τους να χάνει την ιδιαιτερότητά του και να αποκτά μια ενιαία κατά μείζονα λόγο μορφή. Οι χοροί χάνουν την ιδιαιτερότητα που είχαν στην περιοχή προέλευσής τους.

Ο χορός έγινε μέσο επιβίωσης για τη συνέχιση και τη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας στην Ελλάδα αλλά και το σημαντικότερο δηλωτικό της ταυτότητάς τους. Ήταν το πρώτο και το δυνατότερο στοιχείο για τη δύσκολη αρχή στο νέο περιβάλλον. Έπρεπε οι Πόντιοι πρώτα να σταθούν στα πόδια τους και να ικανοποιήσουν τις οικονομικές τους ανάγκες, τις καθαρά βιοποριστικές. (Πρώτα το φουρνίν κ’ επεκεί η εγκλησία). Όμως έπρεπε, αισθάνονταν την ανάγκη, να υπογραμμίσουν την πολιτιστική τους φυσιογνωμία, γιατί οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας δεν ήταν μια άχρωμη, χωρίς παρελθόν κοινωνία. Ήταν ένας ζωντανός λαός με ιστορικό παρελθόν, με έντονη πολιτιστική δραστηριότητα, με ανεπτυγμένη την κοινωνική αλληλεγγύη. Μια κοινωνία δομημένη στέρεα πάνω σε κοινό σύστημα αξιών, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό που λειτούργησε στη διατήρηση της πολιτιστικής και πολιτικής τους φυσιογνωμίας, ζώντας κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες διαβίωσης. Το μη ποντιακό περιβάλλον στον Ελλαδικό χώρο αμφισβητούσε τις πολιτιστικές τους αξίες. Για αυτούς ήταν οι πρόσφυγες, οι «τουρκόσποροι», οι «αούτηδες». Μια κοινωνική περιθωριοποίηση για τον περισσότερο ποντιακό πληθυσμό άρχισε να υποβόσκει και να απλώνεται. Έπρεπε να αντιδράσουν, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, να επιβιώσουν. Όλα αυτά βρήκαν διέξοδο στα αστικά κέντρα, όπου οι Πόντιοι αντιπροσώπευαν μειοψηφία, στη δημιουργία ποντιακών συλλόγων όπου κυρίαρχο ρόλο έπαιξε ο χορός.

Πιστοί όμως στο πνεύμα της εποχής της δύναμης και της ταχύτητας, έδωσαν προτεραιότητα χάριν εντυπωσιασμού, στους χορούς με γρήγορη κίνηση, χορούς της καταιγίδας και του πάθους, και άφησαν στο περιθώριο χορούς αργούς και ευγενικούς, της γαλήνης και της περισυλλογής.

Ταυτόχρονα προέκυψε ένα νέο πρόβλημα με τις ονομασίες των χορών.

Οι τουρκικές ονομασίες ενόχλησαν πολλούς από αυτούς που ασχολήθηκαν χρόνια με τον ποντιακό χορό. Από άγνοια ή από υπερβολικό εθνικισμό ή από τον φόβο μήπως εκμεταλλευτούν το φαινόμενο οι Τούρκοι και διεκδικήσουν την πατρότητά τους, ξεχνούν ότι ο κλασικότερος των Ποντιακών χορών, το Τικ’, έχει τουρκική ονομασία και ότι πολλές περιοχές του Πόντου και ειδικά του Δυτικού ήταν τουρκόφωνες (και βέβαια αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής αλά κυβερνητικής πολιτικής).

«Στις περιοχές του Πόντου όπου οι Έλληνες τουρκοφώνησαν το πρόβλημα αυτό ήταν σαφώς οξύτερο καθώς το ποιητικό μέρος των τραγουδιών ήταν στην τουρκική γλώσσα. Προς αποφυγή κάθε παρερμηνείας θα πρέπει να τονιστεί ότι με τον όρο τουρκοφωνία νοείται απλώς η υποχώρηση της χρήσης της ελληνικής γλώσσας ( ή των ελληνικών διαλέκτων) υπό το βάρος της χρησιμοποιούμενης από τον κυρίαρχο αριθμητικά πληθυσμό, γλώσσας. Άλλωστε κατά την οθωμανική περίοδο αυτό που κυρίως διαχώριζε τους Έλληνες από τους αλλόφυλους ήταν η θρησκεία. Η σύνθεση της εθνικής ταυτότητας γινόταν πρωτίστως στον άξονα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Πολλοί ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας τουρκοφώνησαν αλλά σε κάθε περίπτωση η συνείδησή τους παρέμεινε ελληνική.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο επίσης ήταν το οικείο της τουρκικής γλώσσας για τους κατοίκους της Μ. Ασίας. Ήταν η γλώσσα του κρατικού μηχανισμού, η γλώσσα συνεννόησης με τους γείτονες και φυσικά η γλώσσα των εμπορικών συναλλαγών. Με άλλα λόγια ήταν ένα «εργαλείο» επικοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ότι η ονομασία ενός χορού υποδηλώνει και την καταγωγή του. Άλλωστε κανένα στοιχείο δεν υπάρχει που να δείχνει πως οι χοροί αποτέλεσαν στοιχείο επιβολής. Κάθε χορός με ξενικό όνομα ή ακόμα και με τουρκικούς στίχους χορεύεται με το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη από τους πρόσφυγες που προέρχονται από τις αντίστοιχες περιοχές.  Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι Πόντιοι επηρεάστηκαν από τους χορούς των υπόλοιπων μικρασιατικών φυλών, τους εμβάπτισαν στο δικό τους χορευτικό κώδικα και τελικά έγιναν αποδεκτοί από την παραδοσιακή κοινωνία ως ποντιακοί χοροί». (Μαριάννα Φωτιάδου).

Η στάση αυτή εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα φόβου που επικρατούσε στη μεταπολεμική Ελλάδα, σχετικά με τις τάσεις διεκδίκησης της πατρότητας του πολιτιστικού μας υλικού από τους γειτονικούς λαούς αλλά και στη συναισθηματική αντίδραση όλων των προσφύγων από τη Μικρασιατική χερσόνησο απέναντι στην αμφισβήτηση της εθνικής τους καθαρότητας ή της καταγωγής τους. 

Αυτόματα λειτουργεί το φυλετικό ένστικτο και η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση ξεσπάει και εκφράζεται μέσα από το πιο αυθόρμητο, το πιο δυνατό πολιτιστικό στοιχείο, το χορό. Οι Πόντιοι άλλωστε χόρευαν και χορεύουν πολύ.

Οι ποντιακοί χοροί στην Ελλάδα

Οι ποντιακοί χοροί χάρη στο δυναμισμό τους αρχίζουν σταδιακά  να γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό και από τους υπόλοιπους Έλληνες. Άλλωστε παρά την αστικοποίηση που χαρακτηρίζει την εποχή μας , οι άνθρωποι γοητεύονται από την αυθεντικότητα της λαϊκής παράδοσης. Δεν είναι τυχαίο που από τις δεκαετίες ’50 – ’60 αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των πολιτιστικών συλλόγων. Είναι η περίοδος που ανθούν οι φολκλοριστικές αναβιώσεις. Οι χοροί αποκτούν μεγαλύτερη ταχύτητα, εισάγονται «φιγούρες» και «καλλιτεχνικές χορογραφίες», ενώ επικρατούν οι γρήγοροι και εντυπωσιακοί χοροί. Πολλοί χοροί αποκτούν παμποντιακό χαρακτήρα ενώ ο χορός Σέρα γίνεται το απόλυτο σύμβολο του ποντιακού ελληνισμού. Οι γρήγοροι και τρομαχτοί χοροί θα περάσουν για πολλά χρόνια στην κορυφή της ποντιακής χορευτικής παράδοσης.

Σχετικά με το ερώτημα ποια είναι τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τους ποντιακούς χορούς τόσο ξεχωριστούς έχουν γραφτεί πολλά. Ο πατέρας της ποντιακής λαογραφίας Δ. Η. Οικονομίδης περιγράφοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των ποντιακών χορών, θα τους παρουσιάσει ως κυκλικούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), αρχαιοπρεπείς και σεμνούς χορούς. Συνεχίζοντας σημειώνει ότι ο χορός ρυθμίζεται από τον λυράρη ο οποίος παράλληλα τραγουδά και βρίσκεται στο κέντρο του κύκλου. Αυτό που τονίζεται από όλους τους ερευνητές είναι η έντονη ομαδικότητα και ο δυναμισμός που αποπνέουν οι ποντιακοί χοροί.

«Γνώρισμα χαρακτηριστικό των χορών των Ποντίων που διατηρείται σταθερά στο χώρο και στο χρόνο είναι η ομαδικότητα που εκφράζεται και με το σχήμα του κλειστού - συνήθως - κύκλου των χορευτών που τον διατρέχει ζωηρά η ενέργεια των σωμάτων όπως κινούνται συμπτυγμένα και με σφιχτό δέσιμο των χεριών»

Υπογραμμίζεται η απουσία ηδυπάθειας και μαλθακότητας καθώς επίσης και της οποιαδήποτε ομοιότητας με τους τουρκικούς χορούς.

«Γι’ αυτό, βέβαια, δεν υπάρχει η παραμικρότερη ομοιότητα ανάμεσα στους ποντιακούς και τους τουρκικούς χορούς, εκτός από τις περιπτώσεις που οι ποντιακοί χοροί χορεύονται από πληθυσμούς ελληνογενείς και ελληνόφωνους, οι οποίοι ζουν στη σημερινή Τουρκία Για την άρση κάθε αμφιβολίας της ελληνικότητάς τους, πρέπει να αναφέρουμε ότι και οι Τούρκοι ακόμη ονομάζουν τους ποντιακούς χορούς, χορόν».

Η επίδραση των ποντιακών χορών στους χορούς της Ελλάδας

Όσον αφορά την επίδραση των χορών του Πόντου στους υπόλοιπους χορούς του ελλαδικού χώρου έχει εκφραστεί η άποψη ότι αποτέλεσε ένα από τα δύο σημαντικότερα χορευτικά ρεύματα. «Δύο κύματα χορευτικής τέχνης και επιρροής κατέκλυσαν, όπως συμπεραίνεται, την κυρίως Ελλάδα. Το ένα έφθασε από την Κρήτη, τη βασιλεύουσα του αιγιακού πολιτισμού, που περιείχε πολλά μητριαρχικά στοιχεία και κατάλοιπα παλιών πρωτόγονων κοινωνιών, και το άλλο «κατέβηκε» από τη Φρυγία και τον Πόντο και «έσερνε» μαζί του πολεμικά όργανα και πατριαρχικές προσφορές.

Αξιοσημείωτο είναι ότι και τα δύο αυτά ρεύματα άλλαξαν μορφή με τον καιρό και μετατράπηκαν το πρώτο από θρησκευτικό σε ενόπλιο και το δεύτερο από πολεμικό σε έξαλλο και εορταστικό. Η αλλαγή της μητριαρχικής κοινωνίας σε πατριαρχική, που ουράνιος καθρέφτης της είναι ο Όλυμπος, επηρεάζει όλες τις μορφές του ελληνικού πολιτισμού…

Οι θορυβώδεις, αδέξιοι και πηδηχτοί χοροί, οι περισσότεροι προς τιμήν της Μεγάλης Μητέρας στην Φρυγία και τη Μικρά Ασία που είχε πολλά ονόματα και λεγόταν Ρέα, Γαία, Κυβέλη, Βένδις, Κορυτώ, Αστάρτη, Εκάτη ή αργότερα Αφροδίτη ή Ήρα ή Δήμητρα και λατρευόταν με πρωτόγονους ιερούς ολονύχτιους χορούς και ορειβασίες αντικαταστάθηκαν με «παρθενικούς» ιεροπρεπείς χορούς…».

Πηγή: serra.gr