Πνίξ’ τον, Μητσάρα!

Ο ευαγγελικός λόγος είναι αείζωος· σε απόλυτη ισχύ πάντοτε. Γι’ αυτό, μπροστά στα προβλήματα, στα διλήμματα, στις επιλογές, στις αποφάσεις και στις δράσεις μας μέσα στη ζωή, πρέπει να ηχεί δυνατά σαν καμπάνα στ’ αυτιά μας. Έτσι μου ακούγονται, για παράδειγμα, μερικά λόγια που έγραψε σε γράμματα ο Απόστολος Παύλος στους Κορίνθιους.

Αλλά τι λέω σαν καμπάνες; Μάλλον σαν βροντές είναι οι συγκεκριμένες ρήσεις.

«Ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστις υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ’ εν δυνάμει Θεού». Καλώς τα παιδιά, 3-0 που λέει κι ο Αλέφαντος. Δηλαδή, λέει ο Απόστολος, όταν ήρθα στα μέρη σας, παράλληλα με τις διδαχές, τις οδηγίες και τα λόγια, θαυματούργησα κιόλας.

Η παρρησία της προσευχής του Παύλου και η γνησιότητα της σχέσης του με τον Θεό πιστοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο εμπράκτως. Δίνει έτσι ο Θεός –με τρομακτικά και υπερφυσικά σημεία– την απόλυτη σφραγίδα της γνησιότητας στο κήρυγμα του Αποστόλου. Εκεί λοιπόν πάει το παιχνίδι με τους αδιόρθωτους εξυπνάκηδες και τους αμετανόητους ιδιοστοχαστές φιλοσόφους που επιμένουν εκούσια στο να στρεβλώνουν, αντί να ορθοτομούν, το λόγο της Αληθείας: στη δύναμη!

Και νά τι τους γράφει παρακάτω ο θείος Παύλος. «Ελεύσομαι δε ταχέως προς υμάς, εάν ο Κύριος θελήση, και γνώσομαι ου τον λόγον των πεφυσιωμένων, αλλά την δύναμιν». Θα ελέγξω όταν έρθω, τους λέει, όχι τα λόγια και τις θεωρίες αυτών που ξιπάστηκαν, αλλά τη δύναμή τους. Εννοώντας, βέβαια, τη δύναμη την πνευματική και τους απτούς καρπούς της γνήσιας εν Χριστώ ζωής που έρχονται άνωθεν «εκ του Πατρός των φώτων» ως «δόσις αγαθή» και «δώρημα τέλειον».

Συνεχίζει δε ο Απόστολος: «ου γαρ εν λόγω η βασιλεία του Θεού, αλλ’ εν δυνάμει. Τι θέλετε; εν ράβδω έλθω προς υμάς, ή εν αγάπη πνεύματί τε πραότητος;».

Είναι προφανές ότι ο λόγος του Παύλου έχει βαρύτητα και αντίκτυπο στους παραλήπτες της επιστολής, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτοί –όπως κι αμέτρητοι άλλοι– υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες θαυμάτων του. Ακόμα και τ’ αντικείμενα και τα ενδύματα που χρησιμοποιούσε, θεράπευαν τους ασθενείς όταν τοποθετούνταν πάνω τους.

Σκεφτείτε: θα δίναμε την ίδια βαρύτητα στα λόγια και τις διδαχές κάποιων σύγχρονων πατέρων της ορθόδοξης πίστης μας αν δεν υπήρχαν οι συγκλονιστικές και αψευδείς μαρτυρίες για τα απίστευτα θαύματά τους; «Oυ γαρ εν λόγω η βασιλεία του Θεού, αλλ’ εν δυνάμει». Ψάχνουμε να διαβάσουμε τα βιβλία που έγραψαν οι ίδιοι ή γράφτηκαν γι’ αυτούς. Ακούμε τις ομιλίες και τις μαρτυρίες που δίνουν αυτοί που τους γνώρισαν. Γιατί; Επειδή «εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» ο λόγος τους.

Στους Αγίους Πατέρες της ορθόδοξης πίστης μας, επομένως, πρέπει να βασιζόμαστε. Του λόγου μου ούτε θεολόγος είμαι ούτε κανένας ιδιαίτερα προκομμένος στα της ευλογημένης πίστης μας. Ούτε κι επειδή είμαι καθηγητής στο πανεπιστήμιο περνιέμαι για «άνθρωπος πνευματικός» που λένε, ή για κανένας σπουδαίος.

Αλλά τα δυο δράμια μυαλό που μου ’δωσε ο Θεός, και τον ιδρώτα και τις θυσίες που ’κανα (το κατά δύναμιν) πάνω στην επιστήμη, είπα πως έχω χρέος με φιλότιμο να τα τιμήσω.

Σαν επιστήμονας, λοιπόν, με ορθολογισμό που δεν υστερεί σε σχέση με άλλους επιστήμονες που ξέρω, το παραδέχομαι και το δηλώνω: Στις δύσκολες επιλογές, στα διλήμματα, εκεί που μου λείπουν τα δεδομένα για ν’ αποφασίσω· εκεί που η γνώση και η λογική δεν μπορούν να με βοηθήσουν· στον πόνο, στην παραζάλη και στην ανασφάλεια, προστρέχω στη συμβουλή του πνευματικού μου πατέρα. Και μόνο στα δύσκολα; Σαν είδα καλό, μια ευλογία την παίρνω και για τα λιγότερο δύσκολα – ότι για πότε καμιά φορά τα εύκολα γίνονται ζόρικα μέσα στη ζωή δεν το ξέρεις… Κορόιδο είμαι; Τι να εμπιστευτώ; Την κρίση μου, την εξυπνάδα μου; Γιά μήπως τις γνώσεις μου; Μήπως την έδρα μου την καθηγητική; Γελάω βρε παιδιά· νά τώρα που γράφω τούτες τις γραμμές, κλαίω σας λέω απ’ τα γέλια!

Μαζεύτηκαν, λέει, τα μερμήγκια και κάναν συνέλευση ν’ αποφασίσουν για το ποιος είν’ ο μεγαλύτερος εχθρός τους. Αποφάσισαν πως ήταν ο ελέφαντας, γιατί μ’ ένα πάτημά του τα σκότωνε κατά χιλιάδες. Πήγαν να τον πολεμήσουν. Τον βρήκαν να κοιμάται και σκαρφάλωσαν πάνω του μυριάδες όπως ήταν, και τον κάλυψαν ολόκληρο. Ξύπνησε, όμως, το θηρίο· σηκώθηκε και τινάχτηκε δυνατά.

Έπεσαν τότε όλα τα μυρμήγκια στο χώμα· όλα εκτός από ένα που στεκόταν στο λαιμό του. Ωρύονταν τότε τα μιλιούνια από κάτω: «πνίξ’ τον, Μητσάρααα!».

Σε κάθε περίπτωση, αλλά ακόμα περισσότερο αν είσαι μεγαλόσχημος καπετάνιος σε μεγάλο καράβι φορτωμένο με τις ανάγκες, τα όνειρα και τις ελπίδες χιλιάδες κόσμου: γιατί να μην προστρέξεις σε κάποια οσιακή μορφή της ορθόδοξης πίστης μας μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση; Η ανεδαφική αυτοπεποίθηση και η αλαζονική ιδιογνωμία έχουν κάψει πολύ κόσμο – με πρώτο και καλύτερο τον εξαποδώ που απ’ άγγελος φωτός έγινε αυτό που έγινε.

Με τους «πεφυσιωμένους» θέλουμε να λύσουμε το πρόβλημά μας που είναι μεγάλο σαν ελέφαντας; Αν είναι έτσι, τότε… καλά κρασιά και «πνίξ’ τον, Μητσάρα»!