16 Αύγουστος 2018, 20:58 - Τελευταία Ενημέρωση: 16 Αύγουστος 2018, 15:08

Το «καταφύγιο» των Σανταίων στις πλαγιές του Βερμίου (φωτο)

  • Το «καταφύγιο» των Σανταίων στις πλαγιές του Βερμίου (φωτο)
    (Φωτ.: Μωυσής Τσιρίδης)

Έχει «ριζώσει» από τα μέσα της δεκαετίας του '50 στις πλαγιές του Βερμίου, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά, και αποτελεί σημείο αναφοράς για τις νεότερες γενιές των Σανταίων που κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, αποτίουν φόρο τιμής στην πρώτη γενιά προσφύγων της επτάκωμης Σάντας του ιστορικού Πόντου, οι σελίδες της οποίας έσβησαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1921.

Πρόκειται για τον ξενώνα «Τη Σαντάς τ' οσπίτ'», η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε με πρωτοβουλία του επιφανούς Σανταίου Νικόλαου Τοπαλίδη.

Τέλος Αυγούστου θα πραγματοποιηθεί φέτος και το 1ο Αντάμωμα Νεολαίας Σανταίων στον ίδιο χώρο.

Σανταίοι πρώτης γενιάς, πρώτοι απ' όλους τους πρόσφυγες από τον Πόντο, έχτισαν σε οικοπεδικό χώρο του Ιερού Ιδρύματος Παναγίας Σουμελά τον πρώτο ξενώνα και τον ονόμασαν «Τη Σαντάς τ' οσπίτ'», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βικτωρία Σαββίδου, πρόεδρος του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης «Η Επτάκωμος Σάντα». «Δεν έλειψε ούτε ένας από το χτίσιμο του σπιτιού», αναφέρει. Ο πρώτος όροφος αποπερατώθηκε το 1958 με την οικονομική συνδρομή των Σανταίων προσφύγων της πρώτης γενιάς. Ο δεύτερος όροφος προστέθηκε και αποπερατώθηκε το 1963 με δαπάνες του Νικόλαου Τοπαλίδη στη μνήμη της συζύγου του Μαρίας.


Τη Σαντάς τ' οσπίτ' (φωτ: Σύλλογος Σανταίων «Η Επτάκωμος Σάντα»)

Από την πρώτη στιγμή που «έπεσε» η ιδέα για τον ξενώνα, οι Σανταίοι, που ήταν φημισμένοι για τις πετρόκτιστες κατασκευές τους, δούλεψαν ομαδικά και ακατάπαυστα για το δικό τους σπίτι, εκεί όπου συγκεντρώνονταν για να αναπολήσουν μνήμες των πατρογονικών τους εστιών, να συναντηθούν με συγγενείς και φίλους που η μοίρα τούς χώρισε, να κάνουν σχέδια για το μέλλον τους, συμπληρώνει η πρόεδρος.

Από τα θεμέλια ακόμη και τις «ρίζες» του, το σπίτι αποτέλεσε καταφύγιο για όλους τους Σανταίους.

Για τους μεγαλύτερους που εξιστορούσαν γεγονότα της ζωής τους στις Ποντικές Άλπεις, εκεί σε μια σχεδόν απροσπέλαστη κόχη τους, από τις εξορίες του Ερζερούμ και του Χονούζ, όπου χάθηκαν ψυχές Σανταίων, αλλά και για τους νεότερους που ένιωθαν την ανάγκη και το χρέος να έρθουν πιο κοντά με την ιστορία του τόπου τους, τονίζει η Β. Σαββίδου.


Σέρρα μπροστά στο «Σαντάς τ' οσπίτ’» (φωτ: Σύλλογος Σανταίων «Η Επτάκωμος Σάντα»)

Αυτό το καταφύγιο χτίστηκε στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στον ναό της Παναγίας Σουμελά. Άλλωστε και στον ιστορικό Πόντο, η επτάκωμη Σάντα ήταν η πλησιέστερη κωμόπολη με τη Μονή Σουμελά, 15 χιλιόμετρα νότια από το μοναστήρι. Μάλιστα, ο συγγραφέας Επαμεινώνδας Κυριακίδης στην Ιστορία της Μονής Σουμελά γράφει: «Οι Σανταίοι αγαπώσι δε καθ' υπερβολήν και σέβονται την Ιεράν Μονή του Σουμελά υπέρ ης είναι πάντοτε πρόθυμοι να χύσωσι και το αίμα των». Στον ξενώνα αυτόν, που ήταν σημείο συγκέντρωσης των προσφύγων της πρώτης γενιάς, ξεκίνησε, από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, να τελείται μνημόσυνο στις 11 Σεπτεμβρίου (ημέρα καταστροφής της Σάντας) για όσους χάθηκαν στη γενέθλια γη.

Το 1978 μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης ο ξενώνας υπέστη μεγάλες ζημιές, οι οποίες όμως αποκαταστάθηκαν με την κινητοποίηση, οικονομική συνδρομή και προσωπική εργασία πολλών Σανταίων δεύτερης γενιάς, απ' όπου και αν βρίσκονταν: είτε στο Κιλκίς είτε στην Ημαθία είτε στη Δράμα είτε στην Αλεξανδρούπολη, είτε σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά της Ελλάδας ή της γης. Ακολουθούν χρόνια επέκτασης και αναβάθμισης του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, και «Τη Σαντάς τ' οσπίτ’» ανοίγει ακόμη περισσότερο την αγκαλιά του για τους Σανταίους, που κάθε χρόνο τιμούν την ιστορία τους. «Εμείς, οι Σανταίοι, οι Πόντιοι γενικότερα, το θάνατο τον τραγουδάμε, δεν τον φοβόμαστε. Σχεδόν έναν αιώνα δεν ξεχνάμε τους προγόνους μας, τους νεκρούς μας, κάνουμε μνημόσυνα, τους μνημονεύουμε, τους έχουμε μέσα στην ψυχή μας», σημειώνει.


Μνημείο του Ολοκαυτώματος της Σάντας (φωτ.: Μωυσής Τσιρίδης)

Απέναντι από «Τη Σαντάς τ' οσπίτ’» βρίσκεται το μνημείο του Ολοκαυτώματος της Σάντας, που θεμελιώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και αποπερατώθηκε το 1972 με πρωτοβουλία του Νικόλαου Τοπαλίδη. Σχεδιαστής και γλύπτης του ο Ευθύμιος Καλεβράς από τον Καταχά Πιερίας, και κατασκευαστής του ο λιθοξόος και τεχνίτης λίθινων κτισμάτων Μιλτιάδης Κωστηκίδης, Σανταίος από τη Μικρή Σάντα Βέροιας.

«Είναι κενοτάφιο. Δεν είναι γι’ αυτούς που χάσαμε στην Ελλάδα, είναι γι’ αυτούς που χάσαμε εκεί και δεν τους θάψαμε. Μωρά, γριές, παππούδες, όσοι χάθηκαν στις εξορίες του Ερζερούμ και του Χονούζ», σημειώνει η Β. Σαββίδου, υπογραμμίζοντας πως αν και έχουν περάσει περίπου εκατό χρόνια, η μνήμη παραμένει άσβεστη και το χρέος θα εκπληρώνεται κάθε χρόνο και από τις επόμενες γενιές.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Ευρύκλεια Σοφιανού.