Το λέει η λέξη

Η κάθε λέξη είναι ένα έργο τέχνης όχι όπως όλα τ’ άλλα. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορούμε να πούμε πως φέρει την υπογραφή ενός καλλιτέχνη· θεωρούμε, μάλλον, πως είναι προϊόν συλλογικής εργασίας. Πολλοί μαζί για πολλά χρόνια την έφτιαχναν, την σμίλευαν, την φρόντιζαν και την θεράπευαν. Μου φαίνεται πως η κάθε λέξη είναι σαν μια πέτρα ποταμίσια που παίρνει το σχήμα της αργά-αργά μέσα στην κοίτη του ποταμού της ανθρώπινης σκέψης που ρέει χιλιετίες τώρα.

Επομένως, μια λέξη είναι απαύγασμα της διανόησης πολλών. Λαϊκό τεχνούργημα διαχρονικό, δοκιμασμένο και περασμένο απ’ το κόσκινο του πλήθους.

Γι’ αυτό μπορεί να κρύβει μέσα της ουσιώδη πληροφορία για το πώς αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τα πράγματα και, επομένως, πραγματική σοφία. Αρκεί να καθόμαστε καμιά φορά και να συλλογιζόμαστε το πρωτόλειο νόημά της με τρόπο απλό και πρακτικό.

Αυτού του είδους η απλοποίηση δεν είναι ένδειξη απλοϊκού και φτωχού τρόπου σκέψης, αλλά το αντίθετο. Είναι κατόρθωμα ενός μυαλού που έμαθε να διαχειρίζεται την περιπλοκότητα, να την κατανοεί και στο τέλος να την τιθασεύει. Μιας διάνοιας που δεν στάθηκε ποτέ στην επιφάνεια, αλλά μόχθησε πολύ· που φορτώθηκε, αγωνίστηκε, πάλεψε σκληρά σε παλέσματα νοητικά και διαχειρίστηκε ασύμμετρες και επισυμβαίνουσες εγκεφαλικές προκλήσεις και προβλήματα.

Η ικανότητα της απλοποίησης, ως δυνατότητα της αφαίρεσης των περιττών στη μετάδοση και διάδοση της γνώσης με ακρίβεια και κρυστάλλινη καθαρότητα, είναι κατάκτηση που κρύβει από πίσω της πολύ μόχθο. Γι’ αυτό, αυτός που εσκεμμένα χρησιμοποιεί ακατανόητη περιπλοκότητα και αδικαιολόγητα δυσνόητο λόγο, συνήθως δεν είναι ένας απρόσιτος και σπουδαίος λόγιος, αλλά στην πραγματικότητα είναι μάλλον κάποιος μέτριος τεμπελχανάς που θέλει να το παίξει κάποιος. Ή ακόμα χειρότερα: μπορεί να είναι ένας ιδιοτελής και δόλιος τύπος που αμείβεται για ν’ αλλοιώνει τα νοήματα των λέξεων, ώστε ν’ αποχαυνώνεται ο κοσμάκης και να δυσχεραίνεται η συνεννόηση (κυριολεκτώ: η συν-εννόηση).

Γι’ αυτό, καλό είναι να προσπαθούμε να μιμηθούμε την απλότητα των πραγματικά εμβριθών και σοφών ανθρώπων. Αυτοί δεν βλέπουν την αγία λέξη ως πεπικοιλμένο άγαλμα στον καθεδρικό ναό του λόγου – μια αφορμή γλυκανάλατης αισθηματολογίας. Όχι· την βλέπουν ως βυζαντινή αγιογραφία διά χειρός Φωτίου Κόντογλου. Λιτή, καθάρια, ταπεινή, φρόνιμη, ειρηνική, πνευματοφόρα, υπερκόσμια, υπέρχρονη, θαυματουργή – αφορμή ανάτασης πνευματικής.

Πειραματικά προσπάθησα να μιμηθώ αυτήν την απλότητα. Διάλεξα λοιπόν επίτηδες μια δύσκολη λέξη και πολύ φορτισμένη στις μέρες μας – και πάντοτε, εδώ που τα λέμε. Έπιασα τη λέξη «προδοσία».

Με γάντια εργαστηρίου την έπιασα στην αρχή, γιατί ήταν καλυμμένη από πολύ υλικό που ήταν περίεργο και φοβόμουν να το αγγίξω με γυμνά χέρια. Την πήρα, την ξέπλυνα καλά και την έτριψα. Κι ύστερα, αφού την αποκάθαρα, κάθισα και την περιεργάστηκα και προσπάθησα να την δω με βλέμμα απλό κι απροκατάληπτο.

Ποια είναι η πρωταρχική της έννοια, η βασική πληροφορία που δίνει η λέξη; Ας ξεκινήσω απ’ αυτό την αλληλουχία των συλλογισμών, για να δω πού θα με βγάλει. Αυτό που σημαίνει, σκέφτηκα για αρχή, είναι: δίνεις κάτι σε κάποιον, όπως το ’χες κανονισμένο από πριν (προ-δοσία).

Προφανώς, αυτός που ζητάει αυτό το κάτι, δεν το έχει· το έχεις εσύ – αλλιώς πώς θα το έδινες; Είναι δηλαδή κάτι δικό σου, κάτι που είναι στην κατοχή σου και που ο άλλος το θέλει. Αλλά τότε πού είναι το κακό; Άμα είναι κάτι δικό σου, το δίνεις όπου σου κάνει κέφι – σωστά; Λογικά, λοιπόν, μιλάμε για κάτι που είναι δικό σου, αλλά όχι μόνο δικό σου. Υπάρχει, επομένως, συνιδιοκτησία· αλλιώς δεν βγαίνει νόημα.

Εάν πάλι συμφωνούν όλοι οι ιδιοκτήτες το πράγμα να δοθεί, πού το πρόβλημα;

Αβίαστα, επομένως, συμπεραίνουμε πως υπάρχουν πολλοί συνιδιοκτήτες που δεν συμφωνούν σ’ αυτήν την ενέργεια. Άρα στο τέλος, όταν το δίνεις, δεν μπορεί παρά να κινείσαι πίσω από την πλάτη τους, δηλαδή κρυφά. Γιατί αν σε παίρνανε χαμπάρι, θα αντιδρούσαν. Πώς δίνεις κύριε κάτι που ανήκει και σε εμάς, χωρίς να μας ρωτήσεις; Γι’ αυτό φαντάζομαι πως αυτό που βάλθηκες να κάνεις το προμελέτησες, το προσχεδίασες και το μεθόδευσες, έτσι ώστε να μη γίνεις αντιληπτός από τους άλλους.

Αφού το πράγμα, όμως, δεν ανήκει μόνο σε σένα, αλλά σε πολλούς, αναρωτιέμαι πώς γίνεται να το υφαρπάξεις και να το δώσεις εκεί που υποσχέθηκες. Προφανώς θα έχεις μια τέτοια δυνατότητα, κάποιας μορφής εξουσία ας πούμε – μικρή ή μεγάλη. Ίσως να είσαι ο κλειδοκράτορας του μέρους όπου φυλάγεται, ή κάποιου είδους φύλακάς του.

Τέλος, νομίζω πως για να δώσεις το αντικείμενο της κοινοκτημοσύνης που σου εμπιστεύτηκαν οι υπόλοιποι, τρία τινά: α) η αφοσίωσή σου στον κλεπταποδόχο ήταν πάντα ισχυρότερη από το καθήκον σου ως συνιδιοκτήτη και φύλακα, β) έχεις προσυμφωνήσει κάποιο αντάλλαγμα για τον εαυτό σου, γ) έχεις προσυμφωνήσει ανταλλάγματα για όλους σε μια μυστική συμφωνία που εσύ θεωρείς συμφέρουσα, αλλά ξέρεις πως οι άλλοι συνιδιοκτήτες (που είναι χαζοί και δεν ξέρουν το συμφέρον τους) δεν θα το δουν έτσι.

Επαγωγικά, εκτός από ανήθικα και δόλια, επιπλέον ενεργείς: στην πρώτη περίπτωση ως κατάσκοπος, στη δεύτερη ως απατεώνας και στην τρίτη ως αυταρχικός. Το λέει η λέξη.