Όλα τα σφάζουν, όλα τα μαχαιρώνουν

Μετά την «επιτυχή» –κατά τον υπουργό Εξωτερικών– επίλυση του Μακεδονικού, ο Νίκος Κοτζιάς μας «απείλησε» πως θα λύσει και το πρόβλημα των σχέσεων με την Αλβανία πριν πάει σε διακοπές. Εν ονόματι της αρχής ότι η διπλωματία διεξάγεται μυστικά, δεν έχουμε ιδέα τι συζητά με τη γειτονική χώρα, τα προβλήματα με την οποία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα πρέπει να επιλυθούν.

Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι αν θα λυθούν τα προβλήματα, αλλά ποια λύση θα δοθεί.

Με την εμπειρία του Σκοπιανού μπορούμε αβίαστα να πούμε πως η κυβερνητική σπουδή δίνει λύσεις που περιέχουν τη δυναμική δημιουργίας μελλοντικών προβλημάτων. Ο πρωθυπουργός δεν πολυκαταλαβαίνει από τέτοιες λεπτομέρειες, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με τον υπουργό Εξωτερικών. Γιατί, λοιπόν, σπεύδει ο Ν. Κοτζιάς;

Από όσα ήδη έχει πει ο υπουργός Εξωτερικών, το πειστικότερο επιχείρημά του είναι η επιρροή της Τουρκίας στην περιοχή. Πράγματι, η Τουρκία έχει αναδυθεί ως μια υπολογίσιμη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο η οποία επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο και στα Βαλκάνια και στην κεντρική Ασία. Αλλά η επιρροή της δεν αναστέλλεται με τον τρόπο που επιχειρεί ο Ν. Κοτζιάς.

Η παρουσία και επιρροή της Τουρκίας στα Βαλκάνια –που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω– είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα που δεν αντιμετωπίζεται ούτε γραμμικά ούτε επιφανειακά.

Οι τουρκικές εκλογές έκαναν σαφέστερο το πρόβλημα και ευκόλως αναγνώσιμο. Ο Ερντογάν και η τουρκική ελίτ που τον περιβάλλει έχουν επεξεργαστεί το σχέδιό τους και έχουν κάνει σαφές τι επιθυμούν. Είναι πρόβλημα των χωρών που επηρεάζονται και απειλούνται από τον τουρκικό αναθεωρητισμό που λαμβάνει, πλέον, επιθετικά χαρακτηριστικά, το γεγονός ότι με διάφορα προσχήματα επιχειρούν να παραβλέψουν την άμεση απειλή. Η Τουρκία έχει δηλώσει κατηγορηματικά ότι θέλει να γίνει δύναμη στην περιοχή, και μέχρι το 2023, οπότε θα εορτάσει τα 100 χρόνια δημιουργίας του σύγχρονου κράτους της, να θεωρείται μια από τις 10 ισχυρότερες δυνάμεις του πλανήτη.

Το ερώτημα είναι αν θα τα καταφέρει, και η απάντηση, όπως όλα δείχνουν, είναι ότι δεν αποκλείεται.

Η Τουρκία διαθέτει την κρίσιμη πληθυσμιακή μάζα που χρειάζεται, μια οραματική και αποφασισμένη ηγεσία, έχει δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές και συνεχίζει να τις επεκτείνει και, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις της, διαθέτει μια κοινωνία με την ιδεολογική συνοχή που απαιτείται (εννοώ τον επιθετικό τουρκικό εθνικισμό) για να επιδιώξει αυτά που ο επανεκλεγείς πρόεδρός της Ταγίπ Ερντογάν έχει διακηρύξει επανειλημμένως.

Η Ελλάδα ούτε σοβαρή κρατική δομή και οργάνωση διαθέτει, έχει μια ηγεσία με επικίνδυνα παιδικά –και ιδεοληπτικά– χαρακτηριστικά, και μια κοινωνία που δεν έχει καταφέρει να συνθέσει την ευημερία που επιδιώκει κάθε λαός με τη συνοχή που απαιτείται για να διατηρηθούν όσα κατέκτησε με πολύ κόπο και αίμα.

Ένας οριζόντιος διχασμός διατρέχει τα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία, η οποία δεν μπορεί να συζητήσει με όρους δημοκρατίας, δημοσίως, την είσοδό της σε μια πολύπλοκη εποχή με νέα χαρακτηριστικά και πολλές διαφοροποιήσεις. Δεν στέκομαι στο αν είναι καλή η κακή η είσοδος σ’ αυτήν τη νέα εποχή, αλλά επισημαίνω τους κινδύνους. Υπάρχει η χρυσή τομή μεταξύ της εισόδου στη νέα περίοδο που διαμορφώνει η ανθρωπότητα και τη διατήρηση της συνοχής μας ως κοινωνίας και ως πολιτειακής υπόστασης, ή έχουμε να κάνουμε με μια αξεπέραστη σύγκρουση;

Οι προβληματισμοί μας στα εθνικά θέματα και στα κεφάλαια που ανοίγονται με επιπολαιότητα από την κυβέρνηση έχουν να κάνουν με την αναζήτηση αυτής της χρυσής τομής.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα διότι ενώ η Ελλάδα, παρά τις αντιξοότητες, μετείχε όλα αυτά τα χρόνια, μετά τον Β΄ ΠΠ, στη Δυτική σφαίρα επιρροής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, οι γειτονικές βαλκανικές χώρες πάγωσαν αναγκαστικά τις διαδικασίες διαμόρφωσής τους και αναζητούν ακόμη την ταυτότητά τους με έναν επιθετικό, αρκετές φορές, εθνικισμό, στον οποίο η ελληνική πολιτεία, αλλά κυρίως η ελληνική κοινωνία, για λόγους αυτοσυντήρησης, επιχειρούν να απαντήσουν. Η απάντηση δεν είναι τις περισσότερες φορές αποτελεσματική. Η περίπτωση του ονόματος των Σκοπίων ή των τσάμηδων είναι δύο, μόνο, τέτοιες εκδηλώσεις. Και στις δύο, η ανάδειξη του αιτήματος από τις γειτονικές χώρες συνοδεύεται από αλυτρωτισμούς ή δηλώσεις αλλαγής συνόρων. Η ελληνική αντίδραση εκδηλώνεται με άγχος και σπουδή.

Στην ανάδειξη των εθνικιστικών αιτημάτων των γειτόνων η ελληνική πολιτεία αδυνατεί να προβάλει μια διαχείριση που να ικανοποιεί και τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα και να εμπνέει ένα αίσθημα ασφάλειας στην ελληνική κοινωνία.

Το πρόβλημα, δηλαδή, βρίσκεται στον τρόπο που το χειρίζεται το ελληνικό κράτος και το ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Μια μακροχρόνια εσωστρέφεια, αλλά κυρίως μια διάλυση λόγω κοτζαμπασικών αντιλήψεων της κρατικής δομής και αποτελεσματικότητας της χώρας, φαινόμενα που συνοδεύτηκαν από απληστία και διαφθορά, έχουν οδηγήσει σε παντελή ανυποληψία την Ελλάδα. Συνέπεια αυτών των φαινομένων είναι η αναποτελεσματικότητα στην παραγωγή πολιτικής και στην άσκησή της.

Διότι για να παράγεις και να αναπαράγεις πολιτική χρειάζεσαι κάτι περισσότερο από τον κομματικό συρφετό που κατακλύζει, κάθε φορά, τη διοίκηση και τις κρίσιμες δημόσιες θέσεις. Χρειάζεται επίσης ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος θα διαμορφώσει κοινωνική συνείδηση που θα επιλέγει τους ικανότερους διαχειριστές.

Έναν τέτοιο διάλογο δεν τον επιθυμεί το πολιτικό σύστημα, δεν τον θέλει πρωτίστως η σημερινή κυβέρνηση με τον πρωθυπουργό και τις δυνατότητες που διαθέτει, και δεν τον ανοίγει, ούτε διανοείται κάτι τέτοιο, η δημόσια ραδιοτηλεόραση η οποία έχει μετατραπεί σε κομματικό παραμάγαζο που θυμίζει εποχές ΥΕΝΕΔ.

Το πρόβλημα όμως δεν εστιάζεται στους Βαλκάνιους γείτονές μας, των οποίων οι αλυτρωτισμοί είναι διαχειρίσιμοι και θα γίνουν ακόμη περισσότερο με την ένταξή τους στις ευρωπαϊκές δομές. Το πρόβλημα είναι η απειλητική και δεσποτική Τουρκία, η οποία αναμένεται να γίνει ακόμη πιο επιθετική μετά τις εκλογές.

Ο συνδυασμός και η συμμαχία του Ερντογάν με τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί του κόμματος των Γκρίζων Λύκων είναι μια πολύ επικίνδυνη σύνθεση για όλους τους λαούς της περιοχής.

Το ιδεολογικό στίγμα αυτής της εκλογικής σύγκλισης είναι ισλαμο-κεμαλο-φασιστικό. Περιλαμβάνει επιθετικά χαρακτηριστικά που ξεπερνούν τα όρια της ρητορείας.

Έχουν διακηρύξει τις επεκτατικές τους βλέψεις σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, Ελλάδος και Κύπρου συμπεριλαμβανομένων. Και έχουν διαμορφώσει τις στρατιωτικές δυνατότητες για να επιδιώξουν το εφιαλτικό τους σενάριο. Η επιθετικότητα τρέφει το τουρκικό πολιτικό σύστημα και σημαντικά τμήματα της τουρκικής κοινωνίας τα οποία αναπαράγονται ιδεολογικά με το ισχυρό κράτος, τη θρησκεία και το οθωμανικό μεγαλείο.

Το χειρότερο είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις αναγνωρίζουν την Τουρκία ως σημαντική παρουσία στην περιοχή και την αντιμετωπίζουν με ανησυχία, σκεπτικισμό αλλά και φόβο.

Μια τέτοια απειλή και μια τέτοια ισορροπία είναι επικίνδυνα για την Ελλάδα και τις άλλες χώρες.

Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του τουρκικού δεσποτικού ισλαμοφασισμού είναι η ανάπτυξη και των τριών ειδών ισχύος: της σκληρής για αποτροπή, της ήπιας, κυρίως με τη διαμόρφωση συμμαχιών, και της έξυπνης.

Είναι οι Έλληνες ικανοποιημένοι από τον τρόπο που προετοιμάζεται η χώρα;