Το «άδειασμα» Κοτζιά και το νέο, βυζαντινό παιχνίδι στα Βαλκάνια

Συμβαίνει κάτι στο παρασκήνιο της κυβέρνησης που δεν είναι, ακόμη, γνωστό στις πραγματικές του διαστάσεις. Όμως απειλεί τη φαινομενική συνοχή της. Διότι το «άδειασμα» που υπέστη ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς και ηχηρό ήταν και, από χαρακτήρα, δεν θα το αφήσει αναπάντητο. Και η δική του δήλωση όμως, «εμείς (οι ΥΠΕΞ), ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε, τώρα το θέμα είναι στα χέρια των πρωθυπουργών» ήταν ανεξήγητη για έναν υπουργό με την πείρα και την ικανότητα του Κοτζιά. Δεν έγινε τυχαία. Κάπου απέβλεπε ο υπουργός Εξωτερικών. Όπως και η αντίδραση των πρωθυπουργικών κύκλων, με τη μορφή non paper, ήταν σαφής αιχμή κατά του υπουργού και, μάλιστα, ειρωνική.

Και οι δύο πλευρές ήξεραν τι ήθελαν και τι έλεγαν και το θέμα είναι γιατί το έκαναν δημόσια;

Καταρχάς, το πρώτο ζήτημα είναι ποιος θα χρεωθεί τη «λύση». Μια «λύση» που ο κ. Τσίπρας μπορεί να κάνει πως δεν καταλαβαίνει αλλά θα έχει βαριές συνέπειες και στην Ελλάδα και στην πολιτική του καριέρα. Προφανώς και θα σκεφτόταν να την χρεώσει στον υπουργό του εάν αυτό ήταν κάποια στιγμή αναγκαίο. Ο δε υπουργός, φοβούμενος και αυτός πως θα χρεωθεί τη συνολική απαξίωση, πέταξε το μπαλάκι στο Μαξίμου. Λίγο πολύ μας λέει δεν κάνω μόνος ό,τι κάνω, έχω οδηγίες και την τελική ευθύνη την έχει άλλος. Αυτήν την τελική ευθύνη προσπαθούν να αποσείσουν Κοτζιάς και Τσίπρας. Μην έχετε καμιά αμφιβολία πως στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να σωθούν, κάποια στιγμή, θα εφεύρουν διάφορες διαβολικές δυνάμεις που υπονομεύουν την ουτοπία της Αριστεράς…

Ακόμη και αν οι εκλογές γίνουν στο τέλος της τετραετίας, κάτι δύσκολο αλλά όχι απίθανο, ουσιαστικά έχουμε εισέλθει σε προεκλογική περίοδο. Από δω και πέρα ό,τι γίνεται, γίνεται με τη σκέψη στην εκλογική αναμέτρηση. Το ποιος και πώς θα σωθεί κάποιος πολιτικός, και μάλιστα κυβερνητικός, είναι το πρώτιστο ζητούμενο. Αυτή είναι η φύση του πολιτικού. Προέχει, ακόμη και του εθνικού συμφέροντος, η πολιτική του σωτηρία.

Το Σκοπιανό δεν είναι από τα ζητήματα με τα οποία κερδίζονται εκλογές. Αντιθέτως, είναι από εκείνα που χάνονται εκλογές.

Μια λύση σαν και αυτή που διαφαίνεται, μπορεί για τον κ. Τσίπρα και τους οπαδούς του να αποτελεί νίκη (σημ.: «μια λέξη πριν το Μακεδονία θα αποτελεί νίκη», ήταν η δήλωσή του μετά τη συνάντησή του με τον Μπουτάρη), για την πλειοψηφία των Ελλήνων, όμως, θα είναι μια ντροπιαστική ήττα.

Μια τέτοια εξέλιξη όχι μόνο θα οδηγήσει σε εκλογική ήττα τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά θα απαξιώσει και τον ίδιο τον κ. Τσίπρα. Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως στο μετεκλογικό τοπίο, εάν χρειαστούν συνεργασίες, τα άλλα κόμματα θα δεχθούν να τις κάνουν με τον Τσίπρα παρόντα. Τίποτα δεν αποκλείει πως θα ζητήσουν την εξαίρεσή του. Ενδεχομένως να δεχθούν να μιλήσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ εάν συγκεντρώσει ποσοστό που θα του επιτρέπει να έχει λόγο στο μετεκλογικό τοπίο αλλά, ήδη από τώρα, ακούγεται πως το πρόβλημα θα εστιαστεί στον ίδιο τον κ. Τσίπρα και στον ακραίο αμοραλισμό με τον οποίο πολιτεύεται. Κάτι γνωρίζει από αυτά ο κ. Κοτζιάς, και επειδή γνωρίζει, είναι αδύνατον να μην βλέπει το μετεκλογικό τοπίο και το ρόλο του ίδιου σ’ αυτό.

Ως προς την ουσία, τώρα, του ζητήματος, εκείνο στο οποίο φαίνεται να κατέληξαν οι δύο υπουργοί Εξωτερικών ήταν μια ονομασία «Άνω ή Βόρεια Μακεδονία», με εκκρεμές το θέμα του εύρους χρήσης της (erga omnes, όπως λένε οι ανά τους ελληνικούς καφενέδες λατινομαθείς). Ωστόσο το θέμα αυτό, μάλλον, το παρέπεμψαν στους δύο πρωθυπουργούς. Η καυτή πατάτα, δηλαδή, βρίσκεται στα χέρια του Τσίπρα. Για αυτό και η άμεση, ειρωνική και απροκάλυπτα επιθετική δήλωση, μέσω non paper, του Μαξίμου στις δηλώσεις Κοτζιά. Βεβαίως, τα άλλα επίμαχα ζητήματα, όπως ταυτότητα και γλώσσα, δεν συζητείται ότι θα έχουν τον επιθετικό προσδιορισμό «μακεδονική».

Το μείζον για την κυβέρνηση ήταν και είναι πώς θα διαχειριστεί επικοινωνιακά μια σύνθετη ονομασία. Και μόνο.

Ενδιαφέρον, όμως, έχει να δούμε και την άλλη πλευρά. Είναι γνωστό πως οι σχέσεις του Σκοπιανού προέδρου Ιβανόφ με τον πρωθυπουργό Ζάεφ δεν είναι καθόλου καλές. Στην ουσία ο Ιβανόφ αναγκάστηκε να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ζάεφ.

Σήμερα, με τις δηλώσεις που έκανε («η συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ είναι προσωπική συμφωνία», είπε), παίρνει τη ρεβάνς. Ακύρωσε μια προσπάθεια του πρωθυπουργού της χώρας του να οδηγήσει σε μια λύση με την Ελλάδα που θα του άνοιγε το δρόμο για τις ευρωατλαντικές δομές. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την πΓΔΜ και τον πολιτικό που θα το πετύχει. Είναι το μεγάλο όραμα της χώρας. Ο Ιβανόφ, μπήκε εμπόδιο στον Ζάεφ στην προσπάθεια αυτή. Ο Ιβανόφ, όμως, έχει βαρύ και άσχημο παρελθόν ως προέδρου. Μην εκπλαγείτε αν δείτε ορισμένα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα στα Σκόπια για το ρόλο του προέδρου τους στο παρελθόν. Ούτε και συστάσεις προς τον ίδιο για το τι θα αντιμετωπίσει όταν σε λίγους μήνες παραδώσει την προεδρία της χώρας.

Ένα, ακόμη, ζήτημα που ανακύπτει είναι ποια θα είναι η εξέλιξη της υπόθεσης της σκοπιανής Εκκλησίας που ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να γίνει η μητέρα Εκκλησία της. Κάτι που το Φανάρι φαίνεται να δέχθηκε με ικανοποίηση. Θα συνεχισθεί η προσπάθεια ή, αν δεν δοθεί άμεσα λύση στο θέμα της ονομασίας, το αίτημα θα ακυρωθεί;

Το πιθανότερο που διακρίνεται πίσω από το αίτημα της σκοπιανής Εκκλησίας είναι να υποβλήθηκε με την παρότρυνση του διεθνούς παράγοντα.

Πριν μερικούς μήνες ανάλογο αίτημα υπέβαλε η σκοπιανή Εκκλησία προς το Πατριαρχείο Βουλγαρίας. Το αίτημα είχε γίνει αποδεκτό. Αλλά, το Πατριαρχείο Βουλγαρίας επηρεάζεται σημαντικά από το Πατριαρχείο Μόσχας. Και μια τέτοια εξέλιξη δεν θα μπορούσε να δεχθεί, όχι μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά ούτε και ο γνωστός διεθνής παράγων. Βέβαια, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα έχει να αντιμετωπίσει άλλα προβλήματα, όπως, τη σχέση του με το Πατριαρχείο Σερβίας, από το οποίο αποσχίστηκε η σκοπιανή Εκκλησία αλλά και τη λύση που το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο έδωσε στα Σκόπια με την τοποθέτηση του Ιωάννη ως Αρχιεπισκόπου Αχριδών.

Όλα αυτά είναι ζητήματα τα οποία είναι γνώριμα στα Βαλκάνια και παραπέμπουν στο Βυζαντινό παρελθόν. Όποιος έχει την ικανότητα να ελιχθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ίσως, βγει κερδισμένος.