26 Μάιος 2018, 18:35 - Τελευταία Ενημέρωση: 26 Μάιος 2018, 19:19

Foreign Policy: Ο Ερντογάν αποτυγχάνει στα οικονομικά

  • Foreign Policy: Ο Ερντογάν αποτυγχάνει στα οικονομικά
    (Φωτ.: EPA / Tolga Bozoglu)

Για τους συμβούλους του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρέπει να φαινόταν σαν μια καλή ιδέα εκείνη την εποχή. Μία επίδειξη από τον πρόεδρο της Τουρκίας σε μια ομάδα τραπεζιτών και διαχειριστών κεφαλαίων στο Λονδίνο, με ένα πλούσιο γεύμα, ως ένας τρόπος να καθησυχασθούν οι νευρικοί επενδυτές για την οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα της χώρας.

Εξάλλου, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας πρόσφατα αύξησε τα επιτόκια σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες 75 μονάδες βάσης, δείχνοντας ένα μέτρο οικονομικής σύνεσης, σε μια περίοδο παρατεταμένων ερωτημάτων σχετικά με την οικονομική υγεία της χώρας.

Αλλά το γεύμα της 14ης Μαΐου και η επακόλουθη συνέντευξη με το Bloomberg γρήγορα εκτροχιάστηκαν. Ο Ερντογάν έρχεται αντιμέτωπος με τα επιτόκια και εγείρει αμφιβολίες για την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, υποσχόμενος ακόμη πιο αυστηρό έλεγχο της οικονομίας εάν κερδίσει άλλη μία θητεία μετά τις εκλογές της 24ης Ιουνίου.

Οι αγορές δεν έδειξαν κανένα έλεος. Εντός 10 ημερών, η λίρα της Τουρκίας έπεσε σε νέο ιστορικό χαμηλό, πλησιάζοντας σχεδόν στα 5 δολάρια, από τα 1,6 το 2011, ενώ η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 300 μονάδες βάσης από 13,5 σε ποσοστό 16,5%. Η κίνηση σταμάτησε την πτώση και σταθεροποίησε το νόμισμα, αλλά δεν ήταν αρκετή για να αμβλυνθούν οι ανησυχίες για την οικονομία της Τουρκίας. Μετά την σύντομη σύνοδο της Τετάρτης, η λίρα ολίσθησε πάλι την Πέμπτη.

Τα λόγια του Ερντογάν είχαν ακουστεί αρνητικά ανάμεσα στους ήδη νευρικούς επενδυτές.

«Η υπόθεση ότι η πρόθεση του Ερντογάν να επιδιώξει περισσότερο έλεγχο της νομισματικής πολιτικής και να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, έγειρε ζήτημα συμμετοχής στην αγορά για κάποιο χρονικό διάστημα», λέει ο Paul Greer, διευθυντής χαρτοφυλακίου με έδρα το Λονδίνο, ειδικευμένος στην Τουρκία και άλλες αναδυόμενες αγορές της Fidelity International. «Αν ο στόχος του Ερντογάν ήταν να κατευνάσει τους επενδυτές και να σταθεροποιήσει το νόμισμα, πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσμα».

Χρηματοδοτούμενη από φθηνή διεθνή πίστωση και ενθουσιασμό για αναδυόμενες αγορές, η Τουρκία έχει αναπτυχθεί θεαματικά από τότε που ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ανέλαβαν την διακυβέρνηση, μετά από άλλη μία οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Περιστοιχισμένος από πρόσωπα όπως ο τεχνοκράτης Ali Babacan, πτυχιούχος και οικονομικός σύμβουλος της Σχολής Διοίκησης της Kellogg, ο οποίος εργάστηκε επί σειρά ετών ως αναπληρωτής πρωθυπουργός της οικονομίας, ο Ερντογάν αναγνωρίστηκε ευρέως για τις συνετές οικονομικές πολιτικές που προσέλκυαν επενδύσεις.

Όμως, αφότου άτομα όπως ο Μπαμπατζάν έχουν απομακρυνθεί από τον Ερντογάν τα τελευταία χρόνια, τα πράγματα έχουν λάβει λάθος τροπή. Το νόμισμα της Τουρκίας έχει χάσει το 60% της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια, μειούμενο δραματικά κατα 20% φέτος σε σχέση με το δολάριο. Το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας κυμαίνεται στα 453 δισ. δολάρια και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χάσμα μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών, διευρύνθηκε στα 47,1 δισ. δολάρια πέρυσι, σε σύγκριση με τα 32,6 δισ. δολάρια το προηγούμενο έτος.

Ο πληθωρισμός αυξάνεται και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών μειώνεται.

Οι οικονομολόγοι και οι επενδυτές λένε ότι μια γενική μείωση της παγκόσμιας διάθεσης για αναδυόμενες αγορές πλήττει την Τουρκία, αλλά δείχνουν επίσης ανησυχίες για τον ίδιο τον Ερντογάν και τις ανορθόδοξες απόψεις του για οικονομικά θέματα. «Οι απόψεις του έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από ό, τι έκανε τα τελευταία 10 χρόνια», λέει ο Paul McNamara, διευθυντής επενδύσεων της GAM Investments, μιας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στη Ζυρίχη. «Στο παρελθόν θα έλεγε τα δικά του. Παρείχε πολιτική κάλυψη και στη συνέχεια η κεντρική τράπεζα ερχόταν και αύξανε τα επιτόκια. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον».

Μιλώντας στο Foreign Policy, εμπειρογνώμονες αποδίδουν στον πρόεδρο ορισμένες οικονομικές αρχές, που λένε ότι δεν ταιριάζουν με ευρέως αποδεκτές τυποποιημένες έννοιες.

Οι τόκοι είναι η μητέρα όλων των κακών. Ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι πιστεύει ότι τα υψηλά επιτόκια προκαλούν πληθωρισμό, αδιφορώντας για τον οικονομικό κανόνα, ότι η συρρίκνωση της νομισματικής προσφοράς μειώνει τον πληθωρισμό.

Ορισμένοι από τους υπερασπιστές του λένε ότι η ιδέα του προέρχεται από τον οικονομολόγο Irving Fisher, ο οποίος έκρινε ότι μια χώρα θα μπορούσε να βγει από τον αποπληθωρισμό αυξάνοντας τα επιτόκια. Ο Ερντογάν παρασύρεται από το λόμπι των επιτοκίων από την αρχή της σταδιοδρομίας του και οι χρηματοδότες για λίγο του έδωσαν άφεση, ως πολιτικός που μετριάζει τις παρενέργειες της οικονομικής πραγματικότητας. Τώρα, είναι φανερό ότι η εχθρότητα του Ερντογάν προς τους τόκους είναι πιο φιλοσοφική, βασισμένη στις ισλαμικές και χριστιανικές απόψεις της τοκογλυφίας ως αμαρτωλής.

Επιπλέον, η λεκτική του αντίθεση με τις επιθυμίες των δικών του διοικητών της Κεντρικής Τράπεζας ανησυχούν τους επενδυτές για την ανεξαρτησία αυτού του οργάνου.

«Πολλοί ξένοι επενδυτές κατά τη διάρκεια των ετών πίστευαν ότι οι απόψεις του Ερντογάν για τα υψηλά επιτόκια ήταν μια τυπική κριτική πολιτικών για τα επιτόκια», λέει ο Inan Demir, οικονομολόγος της Nomura, ιαπωνικής εταιρείας χρηματοοικονομικών συμμετοχών. «Αλλά πιο πρόσφατα, ειδικά μετά τις πιο πρόσφατες δηλώσεις του Ερντογάν μπροστά σε ξένους επενδυτές στο Λονδίνο, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι βαθιά ριζωμένο στο σύστημα των πεποιθήσεων του».

Ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη: Μεγάλο μέρος της οικονομικής επέκτασης της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε μία κατασκευαστική έκρηξη που χρηματοδοτείται από εύκολες πιστώσεις που πολύ βολικά πηγαίνουν σε κατασκευαστές και αναπτυξιακούς γίγαντες που είναι πολιτικοί σύμμαχοι του Ερντογάν, προσφέροντάς τους κρατικές πιστωτικές εγγυήσεις ως εργαλεία για τη διευκόλυνση των δανείων. Η φανερή του πίστη στη φτηνή χρηματοδότηση συνδέεται με την πεποίθηση ότι η Τουρκία μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς όρια και χωρίς να επιδεινώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Ο Ερντογάν φαίνεται πεπεισμένος ότι η οικονομία της Τουρκίας μπορεί να αυξηθεί έως και 7% ετησίως χωρίς παρενέργειες. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μπορεί στην πραγματικότητα να οδηγήσει μια χώρα σε ύφεση, με τον πληθωρισμό –που τρέχει αυτή τη στιγμή περίπου στο 10%– να κατατρώει τις καταναλωτικές αποταμιεύσεις και κέρδη.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλοι οικονομολόγοι λένε ότι η Τουρκία θα πρέπει να αναπτυχθεί σε όχι περισσότερο από 4%.

«Κάθε οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί με έναν συγκεκριμένο ρυθμό και εάν το κάνει ταχύτερα από την ικανότητά της, δημιουργείται πληθωρισμός», λέει η Atilla Yesilada, μια Τουρκάλα οικονομική σύμβουλος με έδρα την Κωνσταντινούπολη. «Τα Erdoganomics το αρνούνται αυτό».

Οι επενδυτές θα έρθουν ότι κι αν γίνει: Ένα κύμα άμεσων ξένων επενδύσεων σε πολλούς τομείς της οικονομίας της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 προκάλεσε οικονομικές επιτυχίες της χώρας, αλλά οι αριθμοί αυτοί μειώνονται εν μέσω ανησυχιών για τη λίρα, η μειωμένη αξία της οποίας απειλεί να εξατμίσει τα επενδυτικά περιθώρια κέρδους. Ο Ερντογάν δεν βοήθησε τα πράγματα, επιλέγοντας να αντιπαρατεθεί με χώρες που επενδύουν βαθιά στην Τουρκία, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία.

Δεν έλαβε υπόψη του τις ανησυχίες ότι οι εταιρείες που εδρεύουν στο εξωτερικό θα μπορούσαν κάποια μέρα να αποφασίσουν ότι η χώρα είναι πολύ πολιτικά ασταθής, ιδίως μετά από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, που ώθησε την κυβέρνηση να καταλάβει τα περιουσιακά στοιχεία εκείνων που έχουν ακόμη και επιφανειακούς δεσμούς με το κίνημα.

«Ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει ότι οι προηγμένες βιομηχανικές δημοκρατίες και η απληστία τους τον προστατεύουν από οποιαδήποτε έκθεση», λέει ο Σελίμ Σαζάκ, ένας συνάδελφος στην Ουάσινγκτον στο Ινστιτούτο Delma, ένα think tank του Abu Dhabi. «Λέει: εάν δεν αρέσει στους Ολλανδούς, ας κλείσει η Unilever τα καταστήματά της. Αν δεν αρέσει στη Γαλλία, η Renault μπορεί να φύγει». Αλλά αυτό είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι και παρόλο που εταιρείες που έχουν ήδη επενδύσει θα ήταν απρόθυμες να αποσυρθούν, η ασταθής πολιτική του Ερντογάν θα μπορούσε να αποτρέψει νέους επενδυτές.

Φορολογήστε τη μεσαία τάξη: Οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες βλέπουν τη μεσαία τάξη ως τον κινητήρα της οικονομικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Ωστόσο, η Τουρκία υπό τον Ερντογάν έχει βιώσει οπισθοδρομικές φορολογικές πολιτικές που επιβραβεύουν τους φτωχούς και τους πλούσιους εις βάρος των καταναλωτών και των δημοσίων υπαλλήλων, τις κατά κύριο λόγο κοσμικές και αστικές τάξεις που δεν ψηφίζουν ούτως ή άλλως το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Οι φόροι κατανάλωσης του 18% χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος της οικονομίας, ενώ από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους μισθωτούς οι φόροι τους αφαιρούνται εξ αρχής.

Οι έμμεσοι φόροι κατανάλωσης που εισπράττονται από τους καταναλωτές αποτελούν το 70% των φόρων της Τουρκίας.

Στο μεταξύ, οι φτωχές και οι μεσαίες τάξεις έχουν πρόσβαση στα ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, τα οποία παρέχουν υπηρεσίες που κυμαίνονται από δωρεάν γεύματα έως και θεραπευτικής εκπαίδευση. «Οι υποστηρικτές του Ερντογάν είναι πιο επιχειρηματικοί απ' ό,τι η μεσαία τάξη –μικροί καταστηματάρχες, αυτοαπασχολούμενοι», λέει ο Sazak. «Για αυτούς τους ανθρώπους, η φορολογία είναι πολύ λιγότερη ούτως ή άλλως. Ο φόρος εισοδήματος δηλώνεται από τους ίδιους».

Ταυτόχρονα, οι τακτικές φορολογικές αμνηστίες για τις μεγάλες επιχειρήσεις ανακουφίζουν τα βάρη των πλουσίων και οι ειδικοί λένε ότι ενθαρρύνουν την παραβατικότητα, αλλά επίσης συνδέουν την τάξη ιδιοκτησίας με το κυβερνών κόμμα. Από τότε που το κόμμα του Ερντογάν ανέλαβε την εξουσία το 2002, η κυβέρνηση προσέφερε επτά φορολογικές αμνηστίες. «Αν επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, δημιουργείται η προσδοκία ότι δεν πρέπει να πληρώσω τους φόρους μου», λέει η Yesilada. «Θα το έλεγα στρατηγική Robin Hood», λέει ο Sazak. «Πάρτε από τους εχθρούς σας και δώστε στους υποστηρικτές σας».

Οι αλλοδαποί είναι πίσω από τα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας: Ακόμη και όταν ο Ερντογάν άφησε την οικονομική του ομάδα να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού την Τετάρτη, το χαρακτήρισε ως μέσο για την καταπολέμηση του δολαρίου και οι βουλευτές του περιέγραψαν τις παλινωδίες της λίρας ως μέρος μιας συνωμοσίας, η οποία σκόπευε να βλάψει πολιτικά τον Ερντογάν και να επαναφέρει τον τουρκικό εθνικισμό.

«Αυτοί που πιστεύουν ότι με τη χειραγώγηση του δολαρίου θα οδηγήσουν σε αποτελέσματα που θα βλάψουν το έθνος και την τσέπη του και θα αλλάξουν το αποτέλεσμα των εκλογών, πλανώνται», δήλωσε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπέκιρ Μπόζνταγκ στην κρατική τηλεόραση, ενώ ο γαμπρός του Ερντογάν, ο υπουργός Ενέργειας Berat Albayrak, χαρακτήρισε την πτώση στο νόμισμα ως «εξωτερικά προγραμματισμένη επιχείρηση».


Το δημοσίευμα του αμερικανικού ιστότοπου για τον Ερντογάν

Αξιοποιήστε το κράτος: Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία, η Τουρκία δεν διαθέτει τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο ή πλεόνασμα ξένου νομίσματος για τη χρηματοδότηση φιλόδοξων σχεδίων. Ωστόσο, δημιούργησε ένα ταμείο κρατικών επενδύσεων το 2016 για να χρησιμοποιήσει δημόσια περιουσιακά στοιχεία ως ασφάλεια για να συγκεντρώσει χρήματα για έργα. Δεν ήταν επιτυχία, αλλά η Τουρκία έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει δημόσια ακίνητα –ειδικά γη– για να αντλήσει κεφάλαια για άλλες χρήσεις. Ακόμη και με τη χρήση του εθνικού μεταφορέα της χώρας, της Turkish Airlines, και της ταχυδρομικής υπηρεσίας για την άντληση χρημάτων.

«Η Τουρκία δεν έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δεν διαθέτει φυσικούς πόρους», λέει ο Demir. «Είναι ασυνήθιστο για μια χώρα όπως αυτή να έχει ένα κρατικό ταμείο πλούτου».

Ποιοι είστε εσείς που θα βαθμολογήσετε την πιστοληπτική μου ικανότητα; Τον Ιανουάριο, ο οργανισμός αξιολόγησης ομολόγων Fitch ανακοίνωσε ότι έκλεισε το γραφείο του στην Κωνσταντινούπολη, μέσα σε ένα χείμαρρο αρνητικών παρατηρήσεων του Ερντογάν, σχετικά με τις διεθνείς επιχειρήσεις που αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας. Ο Ερντογάν κατηγόρησε επανειλημμένα τους οργανισμούς αξιολόγησης, όπως οι Fitch, Moody's και Standard & Poor's, υποστηρίζοντας ότι οι επενδυτές θα πρέπει να τους αγνοήσουν όταν υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας, κινήσεις που περιγράφει ως έχουσες πολιτικά κίνητρα. «Δεν είναι δική σας δουλειά εάν η ψηφοφορία για το σύνταγμα πραγματοποιείται ή όχι», δήλωσε ο Ερντογάν πέρυσι, απευθυνόμενος στους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. "Ποιοι νομίζετε οτι είστε;».

Τέτοιες ομιλίες κάνουν τους επενδυτές να μαζεύονται.

«Δεν είναι πολύ χρήσιμες», λέει ο Timothy Ash, στρατηγικός σύμβουλος αναδυόμενων αγορών στη BlueBay Asset Management. «Οι οργανισμοί αξιολόγησης έχουν μια δουλειά να κάνουν. Η επίθεση εναντίον τους δεν είναι κάτι πολύ έξυπνο. Απλώς χειροτερεύει την κατάσταση».

Ο Greer, της Fidelity International, λέει ότι η αμφισβήτηση των αριθμών των οργανισμών αξιολόγησης κάνει τους επενδυτές να ανησυχούν ότι η ηγεσία της χώρας αγνοεί την πραγματικότητα. «Οι αριθμοί δεν ψεύδονται», λέει. «Δίνει στους επενδυτές την εντύπωση ότι οι τουρκικές αρχές δεν αναγνωρίζουν τις ανισορροπίες».

Πίσω από την εχθρότητα του Ερντογάν απέναντι στους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής του ικανότητας, καθώς και από το αδιάκοπο ρεύμα συνωμοτικών θεωριών που κατηγορούν ξένες δυνάμεις για τις οικονομικές δυσχέρειες της Τουρκίας, βρίσκεται η δυσαρέσκεια εναντίον των ίδιων παγκόσμιων χρηματοδοτών, οι οποίοι ειρωνικά ήταν εκείνοι που ώθησαν τη θεαματική άνοδο της χώρας και τώρα έχουν μπει σε σκέψεις.

«Βλέπει τη χρηματοοικονομική τάξη ως εγγενώς διεφθαρμένη και αισθάνεται ότι πρέπει να αστυνομευθεί», λέει ο Sazak. «Πίσω από αυτές τις ιδέες υπάρχουν πολύ ισχυρές αντι-δυτικές και αντισημιτικές αντιλήψεις. Είναι ένα σήμα. Όταν μιλά για το λόμπυ των πιστωτών, η συνομιλία αντηχεί ανάμεσα στους υποστηρικτές του ως αυτή η μεγάλη συνωμοσία των Ιουδαιοχριστιανών ξένων».

  • Πηγή: foreignpolicy.com
  • Μετάφραση: Λυσίμαχος Σαμασίτης.