23 Απρίλιος 2018, 12:28 - Τελευταία Ενημέρωση: 23 Απρίλιος 2018, 12:23

Γιατί δεν αναγνωρίστηκε εξαρχής η Γενοκτονία των Αρμενίων

  • Γιατί δεν αναγνωρίστηκε εξαρχής η Γενοκτονία των Αρμενίων
    (Φωτ.: Έρση Βατού)

Από το 1915 μέχρι και το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η Γενοκτονία των Αρμενίων αποτελούσε γεγονός που δεν αμφισβητούσε κανείς στον Δυτικό κόσμο. Άλλωστε, πριν από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (1920) είχε αρχίσει η δημοσιοποίηση των ντοκουμέντων και μάλιστα από προσωπικότητες που ανήκαν σε αμφότερες τις αντιμαχόμενες πλευρές: από γερμανικής πλευράς από τον Λέπσιους και από συμμαχικής από τον Βρετανό ιστορικό Άρνολντ Τόινμπι. Επιπλέον, η πρώτη οθωμανική κυβέρνηση μετά τον πόλεμο συνέστησε στις αρχές του 1919 δύο ανακριτικές επιτροπές και μερικά στρατοδικεία για την καταδίκη των επώνυμων Νεότουρκων αξιωματούχων που θεωρούνταν ενορχηστρωτές της αρμενικής εθνοκάθαρσης.

Ένα μέρος του ανακριτικού υλικού και των καταθέσεων στα στρατοδικεία έγινε ευρύτερα γνωστό με τη δημοσίευσή του στον τουρκικό Τύπο της εποχής. 

Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923), μετά την οποία η προσέγγιση της Δύσης με τη δυτικόστροφη κεμαλική Τουρκία, και ο εξωραϊσμός που επιχειρήθηκε για το νεότευκτο κοσμικό καθεστώς, άρχισαν σταδιακά να θέτουν στο περιθώριο το ενδιαφέρον για τις βιαιότητες εναντίον των Αρμενίων κατά την περίοδο 1915-19. 

Οι Δυτικοί διπλωμάτες, στρατιωτικοί, επιχειρηματίες και πανεπιστημιακοί που ενδιαφέρονταν για ποικίλους λόγους να διευρύνουν τις δοσοληψίες τους με το κεμαλικό καθεστώς προχώρησαν ακόμη περισσότερο: βάλθηκαν να πείσουν τον κόσμο ότι η παραδοσιακή αρνητική εικόνα του «βάρβαρου Τούρκου» οφειλόταν στη συστηματική παραπληροφόρηση της Δυτικής κοινής γνώμης εκ μέρους των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου, των αφελών συνηγόρων τους, και ότι αυτή η εικόνα ενισχύθηκε σημαντικά λόγω της μακράς αντιπαράθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις Μεγάλες Δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης και τη Ρωσία. Αυτοί που επέμεναν στο σεβασμό τουλάχιστον των ιστορικών δεδομένων συναντούσαν είτε την αδιαφορία είτε, πολλές φορές, την αντίδραση.

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, για παράδειγμα, προσπάθησε να εμποδίσει την έκδοση δύο τουλάχιστον βιβλίων που κατέγραφαν τις προσωπικές μαρτυρίες των Αμερικανών συγγραφέων τους, το Η μεγάλη προδοσία του Έντουαρντ Μπίρσταντ, διευθυντή της αμερικανικής επιτροπής για τους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής, και το Η μάστιγα της Ασίας του Τζορτζ Χόρτον, προξένου των ΗΠΑ στη Σμύρνη κατά τα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής (τα βιβλία εκδόθηκαν τελικά το 1924 και το 1926). Η αμερικανική επίσης κυβέρνηση πέτυχε δύο φορές (1934 και 1938) τη ματαίωση της μεταφοράς στον κινηματογράφο του γνωστού μυθιστορήματος Οι σαράντα μέρες του Μούζα Νταγκ του Αυστριακού συγγραφέα Φραντς Βέρφελ, που αφηγείτο το τραγικό κεφάλαιο της Γενοκτονίας των Αρμενίων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στη Γερμανία το 1933· απαγορεύτηκε από το ναζιστικό καθεστώς τον επόμενο χρόνο.

Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου καθόρισε ένα νέο πλαίσιο διεθνούς κατανόησης και προβολής της Γενοκτονίας.

Οι Αρμένιοι, λόγω της Δίκης της Νυρεμβέργης, θεώρησαν προς στιγμήν ότι οι συνθήκες ευνοούσαν την επαναφορά του εθνικού τους ζητήματος. Η Τουρκία, αν και ουδέτερη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ευνοήσει –στο οικονομικό τουλάχιστον πεδίο– την ηττημένη Γερμανία, και μάλιστα εναντίον της ΕΣΣΔ. Η δίκη της Νυρεμβέργης (1945) είχε ήδη δημιουργήσει ένα σοβαρό διεθνές προηγούμενο, καθώς επίσης η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε το 1948 τη σύμβαση για το έγκλημα της γενοκτονίας. Επιπλέον, ο Στάλιν απαίτησε από την Τουρκία να αποδεχθεί την αναθεώρηση των τουρκοσοβιετικών συνθηκών της Μόσχας και του Καρς, που είχαν επικυρώσει τον ακρωτηριασμό της Αρμενικής Δημοκρατίας από τους κεμαλικούς το 1921. 

Η αισιοδοξία όμως των Αρμενίων αποδείχτηκε υπερβολική. Η διαπλοκή μάλιστα του ζητήματός τους με τα πρώτα σοβαρά επεισόδια του Ψυχρού Πολέμου (που οδήγησαν στο Δόγμα Τρούμαν και στην ανακήρυξη της Τουρκίας σε «προμαχώνα του Δυτικού κόσμου») αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα στις διεθνείς κινητοποιήσεις τους. Επιπλέον, οι μαζικοί «επαναπατρισμοί», προς την ΕΣΣΔ, δεκάδων χιλιάδων Αρμενίων από τις παροικίες της Ανατολικής Μεσογείου και της Ευρώπης κατά τη διετία 1946-47 μείωσαν δραστικά την πρώτη γενιά των επιζώντων των σφαγών του 1915 και εξασθένησαν ακόμη περισσότερο τις πολιτικές προσπάθειες των Αρμενίων σε διεθνές επίπεδο.

Θα περάσει άλλη μία εικοσαετία για την ανασύνταξη των δυνάμεων της αρμενικής διασποράς και την επαναπροβολή, από τη δεύτερη πια γενιά, του αιτήματος για την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η νέα προσπάθεια ήταν πιο συντονισμένη και άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Έκτοτε, οι προσπάθειες των Αρμενίων αναπτύχθηκαν σε δύο κυρίως πεδία: στη συστηματική οργάνωση, κάθε Απρίλιο, ανοιχτών εκδηλώσεων που δεν περιορίζονται μόνο στους κύκλους των Αρμενίων (πολιτικών μνημοσύνων, διαλέξεων κτλ.) για τη Γενοκτονία, και στην προβολή των ιστορικών τεκμηρίων της (με την επανέκδοση παλαιότερων έργων ή την κυκλοφορία νέων).

Όπως ήταν αναμενόμενο, η αντίδραση της Τουρκίας ήταν άμεση και εκδηλώθηκε τόσο στο εσωτερικό όσο κυρίως στο εξωτερικό: στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ολοκληρώθηκε ο εξοβελισμός από τα σχολικά βιβλία της χώρας της αρμενικής παρουσίας από την ιστορία της Μικράς Ασίας, ακόμη και της βυζαντινής περιόδου. Από την άλλη, γενικεύτηκε η ηρωοποίηση των Νεοτούρκων που ενέχονταν στη Γενοκτονία, ιδιαίτερα του πρωτεργάτη της Ταλαάτ Πασά [φωτ. δεξιά]. Στο εξωτερικό οι τουρκικές αντιδράσεις αρχικά απέβλεπαν στη ματαίωση του επίσημου χαρακτήρα των αρμενικών εκδηλώσεων του Απριλίου, ώστε να επανέλθουν στην προγενέστερη περιθωριοποίησή τους στον μικρόκοσμο των παροικιών.

Το πιο σημαντικό βήμα που επιχειρήθηκε από την Άγκυρα ήταν η τακτική των κατευθυνόμενων κρατικών ιστορικών εκδόσεων που διοχετεύονταν σε δημοσιογραφικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους προκειμένου να εξουδετερωθεί η ευρεία γνωστοποίηση των τεκμηρίων της Γενοκτονίας. Επίσης, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, οι αρμενικές πρωτοβουλίες χαρακτηρίστηκαν «ελληνικές μηχανορραφίες» που απέβλεπαν να πλήξουν τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας. Η ιστοριογραφική αντεπίθεση συνεχίστηκε τη δεκαετία του 1970 με «ανεπίσημες» πια εκδόσεις Τούρκων ιστορικών (Καράλ, Ουράς, Σονιέλ κ.ά.), που συνδύαζαν τις διαθέσιμες σε αυτούς οθωμανικές πηγές με σαφώς επιλεγμένες δυτικοευρωπαϊκές αρχειακές μαρτυρίες. 

  • Πηγή: Χρήστος Ιακώβου / philenews.com.