21 Απριλίου 1967: Οι δικτατορίες δεν είναι πια στρατιωτικές

Αν και η επέτειος ξεθώριασε, και λόγω του χρόνου και εξαιτίας της διάψευσης των ελπίδων του ελληνικού λαού, εντούτοις δεν περνά (ακόμη) απαρατήρητη. Η 21η Απριλίου αποτέλεσε το αποκορύφωμα του εμφυλιακού δράματος του οποίου οι ρωγμές είναι και σήμερα ορατές στην ελληνική κοινωνία.

Δεν είναι τυχαίο ότι προκειμένου να αναπαράγουν την εξουσιαστική τους μανία αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί ανατρέχουν στην περίοδο εκείνη για να καλύψουν είτε την έλλειψη πολιτικής τους είτε την συμπόρευσή τους με τα πλέον σκληρά μνημονιακά μέτρα. Δεν έχουν, δε, κανένα πρόβλημα να ενεργοποιήσουν μνήμες που λόγω της κρίσης είναι εύκολο να οδηγήσουν σε ακραίες συμπεριφορές.

Ευτυχώς (μέχρι στιγμής) ο λαός δείχνει μεγαλύτερη ωριμότητα από τους πολιτικούς του.

Αποτέλεσε νομοτέλεια η 21η Απριλίου; Ως ένα βαθμό, ναι. Οι νικητές του εμφυλίου δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν τη νίκη τους.  Ή –καλύτερα– τη διαχειρίστηκαν με τρόπο μισαλλόδοξο, αντί να φροντίσουν να ανορθώσουν τη χώρα με το σύνολο των δυνάμεων που διέθετε και να υπερβούν την αντιπαράθεσή τους με τους αντιπάλους τους.

Για να είμαστε δίκαιοι, δεν ήταν και εύκολη υπόθεση. Ο ελληνικός Εμφύλιος αποτέλεσε την πρώτη in vivo πειραματική πράξη του Ψυχρού Πολέμου. Ο κόσμος διαιρέθηκε, και στην Ελλάδα έλαβε χώρα η πρώτη σύγκρουση αυτής της νέας τάξης, αλλά με κάπως σημαδεμένα χαρτιά. Κατά την περίφημη Γιάλτα η Ελλάδα είχε παραχωρηθεί στη Δύση και αυτό ήταν αδύνατο να μην το γνώριζε η κομμουνιστική ηγεσία. Άλλωστε, με λίγη γεωπολιτική σκέψη, δεν ήταν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως η Ελλάδα θα παρέμενε στο δυτικό στρατόπεδο. Πριν ακόμα από την ανεξαρτησία της Ελλάδας ως κράτους, ήδη από το 1828 οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ζήτησαν από τη Ρωσία να μην ασχολείται με τους Έλληνες και της παραχώρησαν τους λαούς της λοιπής βαλκανικής.

Παρ’ όλα αυτά η ηγεσία του ΚΚ είχε σύρει το λαό σε μια τραγωδία την οποία επεδίωξε και η άλλη πλευρά. Και την επεδίωξε ακριβώς για να «ξεκαθαρίσει» το τοπίο: Να ελέγξει τις εξελίξεις και να κυριαρχήσει όχι μόνο επί του στρατού αλλά και επί της κοινωνίας.

Αυτή η προσπάθεια ελέγχου είχε ως κατάληξη τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Ίσως η αφετηρία αυτού του εσωτερικού σπαραγμού να μην ήταν ο Εμφύλιος αλλά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα του 1935 που έδωσε την ευκαιρία στις φιλοβασιλικές δυνάμεις να «ξεκαθαρίσουν» υπέρ αυτών το στράτευμα. Από τότε άρχισαν οι διώξεις. Αλλά και το Κίνημα του 1935 είχε τις ρίζες του στον Εθνικό Διχασμό του 1916 μεταξύ βασιλιά και Βενιζέλου, με πρόκριμα τη συμμετοχή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η δικτατορία του 1967 ήταν η τελευταία πράξη του δράματος αυτού του διχασμού, του διχασμού του 1916. Πενήντα χρόνια σκληρής διαμάχης,  πενήντα χρόνια στα πεδία του πολέμου που με δόξες και τραγωδίες διαμόρφωσαν την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Τη σημερινή Ελλάδα.

Με τη χρονική απόσταση των πενήντα χρόνων από την επιβολή της δικτατορίας θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει ως παρωδία. Δεν υπήρχε καμιά αναγκαιότητα για την επιβολή της. Σε ανθρώπινο επίπεδο κόσμος διώχθηκε, βασανίστηκε και φυλακίστηκε, αλλά το δράμα κορυφώθηκε με τα εθνικά θέματα. Ενώ στο εσωτερικό η ηγεσία της δικτατορίας επιδείκνυε ένα σκληρό πρόσωπο, στις σχέσεις με την Τουρκία από τότε ακόμη εμφανιζόταν ιδιαιτέρως υποχωρητική. Με αποκορύφωμα, και εδώ, την κυπριακή τραγωδία.

Παρά τις επίμονες προσπάθειες της Τουρκίας σε συνεργασία με τον Κίσινγκερ να πετύχουν μια εγγυημένη εισβολή, ο στόχος δεν θα επιτυγχάνετο αν η στρατιωτική ηγεσία της εποχής δεν ήταν τόσο ανίκανη ώστε να αντιληφθεί πως το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου θα ήταν η επιδιωκόμενη αφορμή. Και οι δικτάτορες έδωσαν αυτήν την αφορμή. Με τρόπο απολύτως αφελή. Δεν θα ήθελα να πω προδοτικό.

Η πτώση της δικτατορίας θα μπορούσε να αποτελέσει  ευκαιρία για μια αναγέννηση της χώρας. Συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις. Αλλά αποδείχτηκε πως υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες που έχουν να κάνουν με εδραιωμένα στερεότυπα στην ελληνική κοινωνία τα οποία την κράτησαν και συνεχίζουν να την κρατούν στην υπανάπτυξη.

Τα εμφυλιοπολεμικά ιδεολογήματα δεν υποχώρησαν στην Μεταπολίτευση. Απλώς, αντικαταστάθηκαν.

Τα ακροδεξιά αντικαταστάθηκαν από τα αριστερά. Η δικτατορία στέρησε από τις ακραίες μορφές της Δεξιάς την ιδεολογική ηγεμονία, αν και μάλλον η Δεξιά ποτέ δεν την πέτυχε αυτήν την ηγεμονία. Και αν θέλετε, η δικτατορία αποτέλεσε εμφανή απόδειξη αυτής της αδυναμίας της Δεξιάς να επιβληθεί ιδεολογικά μετά τον πόλεμο. Δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει ιδεολογικά και κατέφυγε σε στρατιωτικό πραξικόπημα αν και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης δεν εξυπηρετούνταν με αυτήν την εξέλιξη. Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου αποτέλεσε και τον επιθανάτιο ρόγχο μιας οικονομικής τάξης που διαμορφώθηκε από τις παθογένειες της δεκαετίας του 1940 και του 1950.

Στη Μεταπολίτευση η Αριστερά σε ιδεολογικό επίπεδο κυριάρχησε πολιτικά μετά το 1981, αν το ΠΑΣΟΚ που κέρδισε τις εκλογές μπορούμε να το κατατάξουμε στο αριστερό πολιτικό φάσμα. Αν αποδεχθούμε τη μάλλον σωστή προσέγγιση πως υπάρχει και μη μαρξιστική Αριστερά, το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου αποτέλεσαν αριστερό κίνημα.

Στη σημερινή ιδεολογικοπολιτική θολούρα ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρείται υπεύθυνος για όλα τα δεινά της χώρας. Με όσα έχει υποστεί ο ελληνικός λαός λόγω της κρίσης αναζητά κάποια αιτία για τα βάσανα που υφίσταται. Και την αναζητά με απλουστευτικό τρόπο. Το σύνολο των δυνάμεων που αντιπολιτεύθηκε τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ εστίασε πάνω του ως αιτία των σημερινών δεινών. Και πέτυχε να επιβάλει την άποψή του σε έναν λαό που δεν θέλει και ίσως έχει κουραστεί να αναζητά τις πραγματικές αιτίες.

Είναι νωρίς για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ αυτές έπρεπε να αποδοθούν περισσότερο στον διάδοχο του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε ένα πολιτικό και κοινωνικό πείραμα της Μεταπολίτευσης στο οποίο συμμετείχε το σύνολο των δυνάμεων της κοινωνίας. Ακόμα και μέρος της Δεξιάς αν την «εκσυγχρονιστική» πτέρυγα του κινήματος τη χαρακτηρίζαμε ως κεντροδεξιά, που ήταν.

Το ΠΑΣΟΚ επεδίωξε μια ιδιόμορφη διαλεκτική σχέση με την κοινωνία, την οποία εν πολλοίς πέτυχε.

Η σημερινή εικόνα της Ελλάδας δεν είναι αποτέλεσμα ενός κόμματος που λειτουργούσε με παραδοσιακό τρόπο. Το ΠΑΣΟΚ ανοίχτηκε στην κοινωνία και η πολιτική του ήταν αποτέλεσμα αυτής της ώσμωσης της κοινωνίας και των πολιτικών στελεχών του. Το ΠΑΣΟΚ ήταν η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Η κρίση είναι η νομοτέλεια των επιλογών μιας κοινωνίας που βιαζόταν να απολαύσει τα αγαθά μιας καταναλωτικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που από τη φύση της δεν μπορεί ούτε να περιμένει, ούτε να πειθαρχήσει, ενώ εμφανίζει σημεία υψηλής αταξίας.

Αυτήν την κοινωνία και τις αγωνίες της εκμεταλλεύθηκε και η σημερινή ομάδα που κυβερνά. Η Αριστερά που μεταπολιτευτικά δεν θέλησε να συμπορευτεί με το παραδοσιακό ΚΚ επεδίωξε λυσσασμένα την εξουσία. Το «βρώμικο 1989» ήταν η πρώτη απόπειρά της να την πετύχει. Δεν τα κατάφερε. Σήμερα με τον ΣΥΡΙΖΑ το πέτυχε απαλλοτριώνοντας τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ. Και για να μπορέσει να διατηρήσει την εξουσία αναπαράγει διλήμματα και νοοτροπίες προδικτατορικές. Διότι δεν έχει ούτε πολιτική, ούτε όραμα για τον κόσμο που αναδύεται.

Μισό αιώνα μετά τη δικτατορία βρισκόμαστε ακόμη στην προδικτατορική περίοδο.

Στρατιωτική δικτατορία ελπίζουμε ότι δεν θα δούμε, αλλά οι δικτατορίες δεν έχουν πλέον, στρατιωτική μορφή. Ας ελπίσουμε πως η χώρα διαθέτει δυνάμεις που θα τη βγάλουν από τα σημερινά της αδιέξοδα.