16 Δεκέμβριος 2013, 12:04 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 19:45

Αντιρατσιστικό, γενοκτονίες και εργαλειοποίηση της μνήμης

  • Αντιρατσιστικό, γενοκτονίες και εργαλειοποίηση της μνήμης

Αντιρατσιστικό, γενοκτονίες και εργαλειοποίηση της μνήμης. Βγάλτε τους νεκρούς από τη ζυγαριά!

Γράφει ο Αντώνης Λιάκος

Στο καινούργιο νομοσχέδιο καταπολέμησης του ρατσισμού, όπως άλλωστε και στο προηγούμενο («νομοσχέδιο Ρουπακιώτη»), υπάρχει ένα αγκάθι το οποίο διχάζει τις δυνάμεις που θέλουν να το ψηφίσουν ή αποτελεί στοιχείο διαπραγμάτευσης για τις δυνάμεις που ανέχονται τον ρατσισμό αλλά είναι υποχρεωμένες να το ψηφίσουν, για να φανούν εντάξει στην Ευρωπαϊκή Ένωση: οι γενοκτονίες. Να τιμωρείται η άρνηση των γενοκτονιών ή κινδυνεύει η ελευθερία γνώμης; Ποιες γενοκτονίες εννοεί ο νομοθέτης; Εκείνες που έχουν αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ ή και εκείνες που έχουν αναγνωριστεί από τα εθνικά κοινοβούλια; Τα ερωτήματα αυτά τροφοδοτούν συχνά μια αφοριστική συζήτηση που πολώνεται ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν πως τον όρο γενοκτονία πρέπει να τον χρησιμοποιούμε μόνο στην περίπτωση των Εβραίων, και στους άλλους που τον επεκτείνουν και στους Ποντίους ή τους Έλληνες της Μικρασίας.

Η έννοια της γενοκτονίας και των εγκλημάτων εναντίον της ανθρωπότητας εισήγαγαν νομικές παραμέτρους και μια ηθική διάσταση στην ιστορία. Ο όρος καθιερώθηκε μετά από επίμονες προσπάθειες του Raphael Lemkin, Πολωνοεβραίου που διέφυγε από τους ναζί· τον χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει όσα υπέστησαν οι Εβραίοι της Πολωνίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί την όλη διάσταση του εγκλήματος. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ (1948), γενοκτονία χαρακτηριζόταν κάθε πράξη με πρόθεση να καταστρέψει, εν μέρει ή συνολικά, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα. Στην πρόταση να περιληφθούν στα εγκλήματα και μαζικές εξοντώσεις ανθρώπων για πολιτικούς λόγους, οι μαζικές θανατώσεις πολιτικών αντιπάλων, αντέδρασαν οι Σοβιετικοί -- και καταλαβαίνουμε τον λόγο. Πάντως, μερικές από τις μεγαλύτερες μαζικές σφαγές έγιναν για πολιτικούς λόγους και έμειναν ατιμώρητες. Ο όρος που προτάθηκε Geno-/politicides (γενο/πολιτικοκτονίες) δεν καθιερώθηκε ως νομικά δόκιμος. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνέβησαν 50 περίπου μαζικά εγκλήματα αυτού του τύπου, με θύματα ανάμεσα στα 12 και στα 22 εκατομμύρια. Η εισαγωγή του όρου «γενοκτονία» σημαίνει ότι τα μαζικά εγκλήματα του παρελθόντος δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητα, και πρέπει να γίνουν αντικείμενα δημόσιας αποδοκιμασίας. Ο όρος αφορά την πολιτική διάσταση της ιστορικής γνώσης. Διεκδικώντας την αναγνώριση γενοκτονίας, διεκδικούμε την τιμωρία των δραστών και των εμπνευστών αυτών των εγκλημάτων.

Από τα μεταπολεμικά χρόνια έως σήμερα, το ζήτημα της αναγνώρισης των γενοκτονιών πήρε μεγάλες διαστάσεις. Υπήρξαν πάνω από σαράντα αιτήσεις στον ΟΗΕ και σε εθνικά κοινοβούλια. Η αναγνώριση μερικών, όπως η αρμενική γενοκτονία, το ουκρανικό Holodomor, καθώς και τα μαζικά εγκλήματα των Ιαπώνων στη Ματζουρία και την Κορέα, αποτελούν ακόμη αντικείμενο διεθνούς διαμάχης. Η αρμενική γενοκτονία αναγνωρίστηκε σε χώρες που η αρμενική διασπορά είχε ιδιαίτερο βάρος στο εκλογικό σώμα, ικανή να αντισταθμίσει την επιρροή της Τουρκίας. Ανάλογοι πολιτικοί υπολογισμοί βαραίνουν στην αναγνώριση της ουκρανικής λιμοκτονίας ή των μαζικών εκτελέσεων στις Βαλτικές χώρες από τους Σοβιετικούς. Άλλα εγκλήματα, στη Ρουάντα και στη Βοσνία λ.χ., εκδικάζονται ως γενοκτονίες ή πράξεις γενοκτονίας στα ad hoc διεθνή ποινικά δικαστήρια. Το αίτημα για την αναγνώριση γενοκτονιών συνδέεται με αιτήματα αναδυομένων εθνικοτήτων, όπως στην περίπτωση των Τσετσένων, των Κούρδων, των Τσερκέζων, των Ουιγούρων κ.ά. Μερικές γενοκτονίες, που αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν αιώνες πριν, όπως των Αφρικανών σκλάβων και των Ινδιάνων της Αμερικής, προβλήθηκαν στο πλαίσιο των κινημάτων αναγνώρισης πολιτικών δικαιωμάτων και ανα-θεώρησης της ιστορίας.

Θεσμοποιώντας τη μνήμη των εγκλημάτων εναντίον της ανθρωπότητας, η παγκόσμια τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπεράσπισε έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάμνησης του παρελθόντος, τον οποίο θεώρησε ως αγαθό που χρειάζεται προστασία. Η επέκταση και ο προσδιορισμός του τι συνιστά «γενοκτονία», με τη σειρά του, δημιούργησε μια τάση να ονομασθεί γενοκτονία κάθε αδικία που είχε υποστεί κάθε λαός στο παρελθόν, καθώς η αναγνώριση ενίσχυε τoν αυτοσεβασμό και την ταυτότητά του. Ωστόσο, το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε η μαζική εκτέλεση αμάχων στη Σεμπρένιτσα (8-12.000 νεκροί) ως γενοκτονία, ενώ δεν έχουν αναγνωρισθεί θανατώσεις εκατομμυρίων για πολιτικούς λόγους, πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις ως προς το τι προσδιορίζεται ως γενοκτονία. Άλλωστε, τα μαζικότερα εγκλήματα έχουν μείνει ατιμώρητα: Σουδάν (1956-1972, θύματα 400-600.000), Νότιο Βιετνάμ (1965-1975: 400-500.000), Ινδονησία (1965-1966: 500.000-1 εκατ.), Πακιστάν (1971: 1-3 εκατ.), Καμπότζη (1975-1979: 1,9-3,5 εκατ.), Ουγκάντα (1980-1986, 200-500.000).

Με ποια κριτήρια λοιπόν ονομάζεται μια μαζική εξόντωση γενοκτονία; Το ζήτημα δεν είναι αν η διαδικασία της εξόντωσης έχει ως θύματα αμάχους χωρών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση ή η μελετημένη εξόντωση πληθυσμών με κριτήριο τη φυλή ή το θρήσκευμα. Ένα γεγονός δεν συνιστά από μόνο του γενοκτονία. Ονομάζεται εκ των υστέρων έτσι, κάτω από συγκεκριμένες νομικοπολιτικές προϋποθέσεις που αφορούν το παρόν της αναγνώρισης και όχι το παρελθόν της διάπραξης. Η γενοκτονία δηλαδή δεν είναι ένα «αντικειμενικό γεγονός». Η χρήση του όρου εξαρτάται από το ποιες συνέπειες επιδιώκουμε να έχει ο τρόπος που αναφερόμαστε στο γεγονός.

Δεν θα πρέπει, όθεν, να ξενίζει το ότι η διαδικασία της αναγνώρισης μιας γενοκτονίας γίνεται αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και διαβούλευσης. Υπάρχει ακόμη και μια διεθνή ένωση αναγνώρισης γενοκτονιών, η οποία δεν έχει εντούτοις καμία υπόσταση στα αντίστοιχα φόρα των ιστορικών ή έχει αντίστοιχο βάρος με τις λεγόμενες «ευρωπαϊκές σπουδές» -- κατηγορία φτερού.

Το ερώτημα είναι, τώρα, γιατί επιμένουμε σε ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο να υπάρχει διάταξη για την άρνηση του Ολοκαυτώματος, ενώ διστάζουμε να δεχτούμε κάτι παρόμοιο για το Ποντιακό και το Μικρασιατικό. Η πρώτη απάντηση αφορά τις νομικές συνεπαγωγές. Μπορούν να καταδιωχτούν οι δράστες; Αν μια κυβέρνηση, όπως η προηγούμενη ιρανική, αρνείται το Ολοκαύτωμα, υφίσταται διεθνείς συνέπειες. Μπορεί να καταδιωχτεί η τουρκική κυβέρνηση όσον αφορά τους Πόντιους; Είναι δυνατό να προβάλλουν οι Έλληνες ως όρο την αναγνώριση των γενοκτονιών στις επαφές τους με τους Τούρκους; Ο νομικός ορισμός κατοχυρώνεται από τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν. Στην αντίθετη περίπτωση, ο χαρακτηρισμός αδειάζει από το νόημά του και υπονομεύει τη μνήμη του ίδιου του γεγονότος. Να το πω διαφορετικά. Ο πληθωρισμός του όρου δημιουργεί δυο τάξεις γενοκτονιών: τις «ισχυρές», που επιβάλλουν νομικές δεσμεύσεις, και τις «ανίσχυρες», που δεν μπορούν να επιβάλλουν. Επιπλέον, μερικοί εθνικιστές χρησιμοποιούν την επίκληση των γενοκτονιών, προκειμένου να δημιουργήσουν εστίες έντασης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Εδώ πρόκειται για κατάφωρη εργαλειοποίηση της μνήμης και των νεκρών: η προβολή τους λίγο απέχει από την προσβολή τους.

Οι μαζικές σφαγές πληθυσμών είναι κάτι που δεν λείπει από την ιστορία -- και καθεμιά έχει τις δικές της ιδιαίτερες συνθήκες. Αν σε κάτι διακρίνεται η εξόντωση των Εβραίων από τους ναζί, είναι γιατί συνιστά, ταυτόχρονα, και ιδιαίτερο και καθολικό γεγονός. Ο αντισημιτισμός είναι ένα κουκούτσι που κρύβεται μέσα σε κάθε ρατσισμό, σε κάθε έξαψη του φασισμού. Η έκρηξη του νεοναζισμού είναι έκρηξη αντισημιτισμού. Πρόκειται για μια βαθιά ιδεολογία, για μια ριζωμένη καχυποψία που κρύβεται ακόμη και στις πιο αθώες προτάσεις. Αυτό το διάχυτο αλλά βαθύ αίσθημα μεταμορφώθηκε μεθοδικά από τους ναζί σε συστηματική πολιτική εξόντωσης ολόκληρων πληθυσμών από το 1933 έως το 1945. Οι ναζί πυροδότησαν μια ολόκληρη δέσμη αντισημιτικών αντιλήψεων. Γι' αυτό ακόμη και σήμερα, η άρνηση του Ολοκαυτώματος σημαίνει ρατσισμό. Κάθε είδους ρατσισμό.

Το Ολοκαύτωμα είναι πάντα επίκαιρο, με την έννοια ότι δεν αποτελεί τη μνημόνευση ενός εγκλήματος ανάμεσα στα άλλα, αλλά τη μνημόνευση του εγκλήματος που αναπαράγεται σε κάθε νέο ρατσιστικό έγκλημα. Δεν συνιστά την εξόντωση του εθνικά διαφορετικού ή του θρησκευτικού «άλλου», αλλά την εξόντωση εκείνου που δεν θεωρείται πλέον άνθρωπος. Έτσι, η συνάθροιση του Ολοκαυτώματος δίπλα στα άλλα εγκλήματα το ουδετεροποιεί και το εξουδετερώνει: του αφαιρεί τον δυναμικό και διδακτικό του χαρακτήρα ως προς το σήμερα, επομένως τη σημασία του ως προς τον ρατσισμό που το νομοσχέδιο έχει σκοπό να καταπολεμήσει.

Η τιμωρία όσων αρνούνται ότι έγινε μια γενοκτονία, ή μειώνουν τη σημασία της, είναι ένα βήμα παραπέρα. Καθορίζει κανόνες μνήμης: τι και πώς οφείλουμε να θυμόμαστε και τι όχι. Πολλοί ιστορικοί έχουν αντιδράσει. Θυμίζω την έκκληση της Blois «Liberté pour l'histoire» (2009), που καταδικάζει παρόμοιους νόμους ως περιοριστικούς της ελευθερίας της έρευνας και της έκφρασης γνώμης. Οι περισσότεροι συμφωνούν να καταδικάζεται ο λόγος του μίσους (hate speech) για τα θύματα και ο εγκωμιασμός των εγκλημάτων. Κι αυτό σημαίνει την καταδίκη του λόγου του μίσους όχι μόνο για τα θύματα των γενοκτονιών, αλλά για όλα τα θύματα που υπέστησαν βίαιο θάνατο εξαιτίας της φυλετικής, εθνικής, θρησκευτικής ή γενετήσιας ιδιαιτερότητάς τους.

Τα παραπάνω δεν αποσκοπούν σε μια «διαβάθμιση» εγκλημάτων. Ούτε κάποιοι νεκροί βαραίνουν περισσότερο από άλλους. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως οι διατάξεις του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου οι οποίες διαχέουν το αδίκημα της άρνησης των γενοκτονιών, όπως στην περίπτωση των Ποντίων και των Μικρασιατών, στην πραγματικότητα εξουδετερώνουν τον λόγο που μπαίνουν σε ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Και, επίσης, η πράξη της διαπραγμάτευσης, δηλαδή τι θα ονομαστεί γενοκτονία, εργαλειοποιεί τη μνήμη και προσβάλει τους νεκρούς, γιατί τους βάζει στη ζυγαριά της διαπραγμάτευσης. Η μνήμη και ο σεβασμός στους νεκρούς των μεγάλων σφαγών δεν έχει ανάγκη κανονικοποίησης μέσω του νόμου. Ο σεβασμός κερδίζεται με το να σκύψουμε πάνω στις συνθήκες που γέννησαν αυτά τα τρομερά εγκλήματα, και κυρίως την εμπειρία των ανθρώπων που τα υπέστησαν. Η αναγνώριση αυτής της εμπειρίας, η ενσυναίσθηση αυτών των συνθηκών θα μας ενδυναμώσει ιστορικά ώστε να αντιταχτούμε σε όσους διαπράττουν ή καλλιεργούν το κλίμα για εγκλήματα εναντίον των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων σήμερα.

Πηγή: avgi.gr