Ό,τι «κομματιάζουμε» μας κομματιάζει κιόλας

Μεγαλύτερη ουτοπία από το να περιμένει ένας λαός από τον πολιτικό του ταγό να φανεί ανώτερός του, όταν γνωρίζει πως αποτελεί σπλάχνο των σπλάχνων του, νομίζω πως δεν υπάρχει. Πιο κοινό κι από τη νοοτροπία, βασικό στοιχείο του πολιτισμού του, δεν εννοείται.

Δεν είναι πολλά αυτά που θέλει η χώρα για να σταθεί στα πόδια της: Ο άνεργος θέλει δουλειά, ο λαός παιδεία, ο αδύναμος προστασία, η κοινωνία ανάπτυξη και η πολιτική ομόνοια και ήθος.

Στο έργο του «Πρωταγόρας» ο Πλάτων αναφέρεται σ’ ένα διάλογο ανάμεσα στον Σωκράτη και τον σοφιστή Πρωταγόρα. Στη συζήτηση, που έγινε στην οικία του Καλλία, πήραν μέρος ο Κριτίας, ο Αλκιβιάδης και ο Ιπποκράτης – ο οποίος ήθελε πολύ να γίνει μαθητής του Πρωταγόρα, αλλά διαφωνούσε ως προς αυτό ο Σωκράτης.

Το επίμαχο θέμα του διαλόγου ήταν αν και κατά πόσο η ηθική και η αρετή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής μέσα στην πόλη. Στη συζήτηση υπέρ του Σωκράτη τάχθηκε ο Αλκιβιάδης. Ο Πρωταγόρας παρουσιάζεται ως ένας έμπορος γνώσης που δεν γνωρίζει κατά βάθος τη φιλοσοφία. Στην ερώτηση του Σωκράτη σε τι θα ωφεληθεί από αυτόν ο Ιπποκράτης, αν τον ακολουθήσει, ο Πρωταγόρας απαντά ότι θα του διδάξει την πολιτική τέχνη, και μέσω αυτής θα μπορεί να διαπλάσει τους αγαθούς πολίτες στην κοινωνία. Ο Σωκράτης προβάλλει επιφυλάξεις αντιτείνοντας ότι αυτά που θέλει να του διδάξει δεν είναι διδακτά, αφού η αρετή δεν διδάσκεται.

Ο Πρωταγόρας τότε, αντί άλλης απάντησης, διηγείται έναν μύθο με αναφορά στον Επιμηθέα (επί+μήδομαι = σκέφτομαι εκ των υστέρων), σχετικό με την επιβίωση του ανθρώπου που γνωρίζει την πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι και η πολεμική, με πεδίο εφαρμογής τις πλατιές κοινωνίες, όπου συναθροίζονται πολλοί άνθρωποι. Τα κύρια θεμέλια της κοινωνίας –λέει ο Πρωταγόρας– είναι δύο: η αιδώς και η δίκη (= δικαιοσύνη). Είναι οι δύο πυλώνες της πόλης.

Στις μέρες μας διαπιστώνουμε, ιδίοις όμμασι, ότι η αιδώς είναι ανύπαρκτη και ως λέξη ακόμη, ενώ η δίκη (η δικαιοσύνη) διχάζεται κι από τους εκπροσώπους της σε ορισμένα θέματα, όπως δείχνει η επικαιρότητα.

Η διάσταση ανάμεσα στο πνεύμα και το γράμμα του νόμου είναι ένα φαινόμενο διαχρονικό και δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς στο πλαίσιο της ερμηνείας του νόμου αλλά και της ευρύτερης παιδείας κι εμπειρίας εκείνου που τον ερμηνεύει.

Αυτό που διαπιστώνουμε στο διάλογο μεταξύ Σωκράτη και Πρωταγόρα είναι ότι και οι δύο μετακινούνται από τις θέσεις τους αμοιβαία. Ο ένας υιοθετεί την άποψη του άλλου, με την υπόσχεση να συνεχίσουν τη συζήτηση και μετά. Αυτό θα πει πολιτισμός. Ο διάλογος να βελτιώνει το λόγο με βάση την κοινή λογική και το κοινό όφελος. Διότι στο διάλογο δεν πάμε να σώσουμε την άποψή μας αλλά να ζητήσουμε από κοινού την αλήθεια.

Ποτέ σε τούτη τη χώρα κυβέρνηση κι αντιπολίτευση δεν συμφώνησαν σε κάτι, έστω και για μια φορά! Κι αυτό είναι μια χαίνουσα πληγή στον κορμό της Ελλάδας. Το άσπρο του ενός είναι μαύρο για τον άλλον και αντιστρόφως, άσχετα από ποιοι κυβερνούν και ποιοι αντιπολιτεύονται.

Σε όλη την ιστορική της διαχρονία η Ελλάδα πορεύτηκε μαζί με τον Λεωνίδα και τον Εφιάλτη, τον Κολοκοτρώνη και τον Πήλιο Γούση, τον Ανδρούτσο και τον Γκούρα. Από τη μια αγωνιζόταν για την ελευθερία κι από την άλλη ταλανιζόταν από έναν εσωτερικό εμφύλιο.

Τα ελληνικά κόμματα είναι σχεδόν εχθρικά μεταξύ τους. Το πάθος τους για την εξουσία ξεπερνά τη λογική και εθνική πολιτική και συρρικνώνεται στο μικρό –και για την κοινωνία αδιάφορο– «εγώ» τους. Αν δεν ξεπεραστεί αυτό, αν δεν δρουν συναινετικά στα εθνικά θέματα, δεν πρόκειται να είναι χρήσιμα για την Ελλάδα, γιατί ό,τι «κομματιάζουμε» μας κομματιάζει κιόλας.