22 Φεβρουάριος 2018, 08:35 - Τελευταία Ενημέρωση: 22 Φεβρουάριος 2018, 08:07

Δίαιτα με χαμηλά λιπαρά ή με χαμηλούς υδατάνθρακες; – Πώς θα αδυνατίσουμε

  • Δίαιτα με χαμηλά λιπαρά ή με χαμηλούς υδατάνθρακες; – Πώς θα αδυνατίσουμε
    (Φωτ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Ποια είναι η έκβαση του «αγώνα» ανάμεσα στη δίαιτα με χαμηλά λιπαρά και σε εκείνη με χαμηλούς υδατάνθρακες; Ισοπαλία, είναι η ετυμηγορία μιας νέας αμερικανικής επιστημονικής έρευνας, με τη συμμετοχή ενός διακεκριμένου Έλληνα επιστήμονα της διασποράς, του καθηγητή Ιατρικής Γιάννη Ιωαννίδη του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνιας.

Είτε κανείς μειώσει τα λίπη είτε τους υδατάνθρακες, χάνει περίπου τα ίδια κιλά, σύμφωνα με τη μελέτη.

Επιπλέον, η έρευνα εξέτασε κατά πόσο τα συγκεκριμένα γονίδια ενός ανθρώπου ή τα επίπεδα της ινσουλίνης του μπορούν να προδιαγράψουν το θετικό αποτέλεσμα της μίας ή της άλλης δίαιτας. Και στα δύο η απάντηση είναι αρνητική. Στο παρελθόν έχουν εντοπιστεί ορισμένα γονίδια που επηρεάζουν το μεταβολισμό των λιπιδίων και των υδατανθράκων, άρα πιστεύεται ότι μπορεί να επηρεάζουν και την επιτυχία μιας δίαιτας. Όμως σύμφωνα με τη νέα μελέτη, οι νέες εξατομικευμένες –και δαπανηρές– «δίαιτες DNA», που υποτίθεται ότι είναι προσαρμοσμένες στο γενετικό υπόβαθρο κάθε ανθρώπου, δεν φαίνεται να διασφαλίζουν καλύτερο αποτέλεσμα. 


(Φωτ.: Flickr / Paola Kizette Cimenti)

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ιατρικής Κρίστοφερ Γκάρντνερ του Στάνφορντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό JAMA (Journal of American Medical Association), πραγματοποίησαν κλινική δοκιμή με 609 υπέρβαρους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 18 έως 50 ετών, που χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες ανάλογα με τη διατροφή τους (χαμηλά λιπαρά ή χαμηλούς υδατάνθρακες).

Η μία ομάδα κλήθηκε να καταναλώνει κατά μέσο όρο 57 γραμμάρια λίπους τη μέρα έναντι 87 πριν τη δίαιτα, ενώ η άλλη ομάδα 132 γραμμάρια υδατανθράκων καθημερινά έναντι 247 πριν. Και οι δύο ομάδες μείωσαν την καθημερινή κατανάλωση θερμίδων κατά περίπου 500. Κάθε ομάδα διατήρησε το ίδιο διατροφικό καθεστώς επί ένα έτος, ενώ προηγουμένως αναλύθηκε το γονιδίωμα όλων των συμμετεχόντων και υποβλήθηκαν σε τεστ αντοχής στην ινσουλίνη (την ορμόνη που ρυθμίζει το επίπεδο του σακχάρου στο σώμα).

Μετά από έναν χρόνο οι συμμετέχοντες και στις δύο ομάδες είχαν χάσει κατά μέσο όρο περίπου τα ίδια κιλά: 5,2 κιλά στη δίαιτα με χαμηλά λιπαρά και 5,9 κιλά στη δίαιτα με τους χαμηλούς υδατάνθρακες.

Ενώ όμως η διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν μικρή (μόνο 700 γρ., που μπορεί να οφείλονται και στην τύχη), αντίθετα υπήρχαν μεγάλες αποκλίσεις στο εσωτερικό και των δύο ομάδων, με ακραίες περιπτώσεις κάποιον άνθρωπο που είχε χάσει 27 κιλά και έναν που αντίθετα είχε αυξήσει το βάρος του κατά 9 κιλά (απόκλιση 36 κιλών!).

Η περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι ούτε με βάση το διαφορετικό γενετικό «προφίλ» ούτε με βάση τη διαφορετική ινσουλινοαντίσταση είναι δυνατό να προβλεφθεί αν μια δίαιτα θα έχει επιτυχία, άρα ποια δίαιτα θα είναι καλύτερη για κάποιον. Οι ερευνητές θα συνεχίσουν πάντως να αναζητούν άλλους εξατομικευμένους παράγοντες που μπορούν να προβλέψουν την επιτυχία ή μη μιας δίαιτας, όπως το μικροβίωμα του εντέρου ή ψυχολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. «Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για κάποιον που έκανε δίαιτα και τα πήγε περίφημα, και μετά κάποιος άλλος δοκίμασε την ίδια δίαιτα αλλά χωρίς αποτελέσματα. Αυτό οφείλεται στο ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί μεταξύ μας, και μόλις τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε τους λόγους γι' αυτήν τη διαφοροποίηση. Μάλλον δεν θα πρέπει να ρωτάμε ποια είναι η καλύτερη δίαιτα, αλλά ποια είναι η καλύτερη δίαιτα για ποιον» επισήμανε ο Γκάρντνερ.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι το βασικό συμπέρασμα από τη νέα έρευνα είναι ότι για να χάσει κανείς βάρος με δίαιτα είτε χαμηλών λιπαρών είτε χαμηλών υδατανθράκων, το βασικό είναι να τρώει λιγότερη ζάχαρη, λιγότερα επεξεργασμένα δημητριακά (όχι ολικής αλέσεως) και όσο γίνεται περισσότερα λαχανικά.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Παύλος Δρακόπουλος.