Μάρκος Τρούλης
8 Φεβρουάριος 2018, 09:03

Πολεμική ηθική σε ανυπαρξία

Οι εξελίξεις της τελευταίας εικοσαετίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έχουν προκαλέσει πόνο ψυχής για πολλούς λόγους. Προφανώς, οι εκατόμβες κυρίως αμάχων και η εξώθηση εκατομμυρίων ανθρώπων στην προσφυγιά αποτελούν τις μείζονες πτυχές της εν εξελίξει ανθρωπιστικής τραγωδίας. Επιπρόσθετο σημείο προβληματισμού είναι η απουσία κάθε έννοιας πολεμικής ηθικής.

Σε αρκετά προηγούμενα κείμενα έχω αναφερθεί στην αναγκαιότητα νομιμοποίησης μιας συγκεκριμένης στρατηγικής συμπεριφοράς, προκειμένου αυτή να είναι επιτυχημένη.

Ωστόσο αυτή η νομιμοποίηση δέχεται ισχυρά πλήγματα όταν απουσιάζουν στοιχειώδεις ηθικοί κανόνες στο τακτικό και στο επιχειρησιακό επίπεδο. Το λατινικό «jus bellum iustum» ή το σύγχρονο αγγλοσαξονικό «just war theory» περιγράφουν την προβληματική γύρω από τα εν λόγω ζητήματα δικαιολόγησης συμμετοχής σε έναν πόλεμο. Η απαρχή της εν λόγω διαλεκτικής εντοπίζεται στην ανάγκη των δυτικών βασιλέων και αυτοκρατόρων του Μεσαίωνα να ξεφύγουν από τα «ηθικοκανονιστικά αδιέξοδα» και τους «περιορισμούς» της χριστιανικής πίστης.

Ο Θωμάς Ακινάτης διατύπωνε, περίπου οκτώ αιώνες πριν, ότι: (α) Το κράτος, ως ο ύψιστος θεσμός ο οποίος εκπροσωπεί το «κοινό καλό» και τον ακροτελεύτιο σκοπό της εύρεσης του Θεού, είναι το μοναδικό νομιμοποιημένο να κηρύττει πόλεμο. (β) Το κέρδος δεν αποτελεί στοιχείο δικαιολόγησης ενός πολέμου, καθώς απαιτείται ένα αφήγημα συναρτημένο με ηθικές αναφορές. (γ) Ακόμη και εν τω μέσω της πολεμικής σύρραξης, η ειρήνη οφείλει να είναι ο διαρκής στόχος.

Η ρητορική έχει τη σημασία της, όπως και τα προσχήματα.

Πριν από περίπου δέκα ημέρες, η τουρκική αεροπορία σάρωσε κυριολεκτικά τον αρχαιολογικό χώρο της Αΐν Νταρά στο Αφρίν, προκαλώντας ανεπανόρθωτες ζημιές στον αρχαίο ναό της θεάς Αστάρτης. Πρόκειται για ναό τεράστιας αρχαιολογικής αξίας, ο οποίος είχε οικοδομηθεί από τους Χετταίους το 1300 π.Χ. Η καταστροφή, σύμφωνα με τις μεταδιδόμενες πληροφορίες, άγγιξε το 60% προσθέτοντας μία ακόμη μελανή σελίδα στο ιστορικό του πολέμου στη Συρία, μετά την καταστροφή της Αρχαίας Παλμύρας από τους τζιχαντιστές.

Δεν έχουμε ξαναδεί στη σύγχρονη ιστορία έλλειψη σεβασμού και ευαισθησίας για αρχαιολογικά και ιστορικά μνημεία; Η ναζιστική Γερμανία αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση, όταν χιλιάδες αρχαιολογικά ευρήματα από την Κρήτη και άλλα μέρη της χώρας μας μεταφέρονταν στο Βερολίνο και πολλά εξ αυτών ακόμη δεν έχουν επιστραφεί. Ωστόσο, η καταστροφή από την κλοπή παρουσιάζει μία κάποια διαφορά, όπως προβληματικό είναι και το δεδομένο ότι, ως φαίνεται, η χιτλερική Γερμανία ωχριά στις πρακτικές της επί του συγκεκριμένου ζητήματος μπροστά στη νεοοθωμανική Τουρκία.

Η λογική της απαξίωσης κάθε πολιτιστικής κληρονομιάς και οποιουδήποτε στοιχείου το οποίο θυμίζει την ύπαρξη του «άλλου» στην περιοχή πριν από το Ισλάμ αποτελεί αναμφίλεκτο γεγονός και δυστυχώς αγγίζει τόσο τρομοκρατικές ομάδες όπως το Ισλαμικό Κράτος όσο και επίσημες κρατικές οντότητες όπως η Τουρκία.

Κοινό εφαλτήριο είναι η ρατσιστική κουλτούρα της υποτίμησης του διαφορετικού και του ξένου.

Στο σημείο αυτό, κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι καθοριστικό μερίδιο ευθύνης έχουν οι στρατηγικές συμπεριφορές των κρατών της Δύσης με αποκορύφωμα την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ το 2003, οι οποίες εγείρουν τα ανάλογα ανακλαστικά. Μπορεί να ισχύσει το ίδιο, όμως, για την περίπτωση της Τουρκίας – το «χαϊδεμένο παιδί» της Δύσης επί δεκαετίες, αν όχι επί αιώνες;

Αν κάποιος διαβάσει τις Εναλλακτικές κοσμοθεωρίες του Αχμέτ Νταβούτογλου, θα αντιληφθεί το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου ότι η ισλαμική κοσμοθεωρία είναι εφάμιλλη της Δυτικής. Κάποιοι άλλοι (αν όχι και ο ίδιος ο Νταβούτογλου και ο Ερντογάν) επιχειρηματολογούν όχι για τη συμπληρωματικότητα-διάκριση των κοσμοθεωριών, αλλά για την ανωτερότητα της ισλαμικής. Ίσως κάπου εκεί να εντοπίζεται η απέχθεια και το μίσος προς το διαφορετικό. Το ζήτημα είναι ότι, ενόσω η ιστορική εμπειρία για την Τουρκία δεν ωθεί προς τέτοια ανακλαστικά, είναι αξιοπερίεργο ότι αποτελεί τη χώρα όπου καλλιεργούνται και αναπτύσσονται τέτοιες ιδέες ως μια εκρηκτική φασίζουσα αντίληψη επιβολής και ηγεμόνευσης.