15 Ιανουάριος 2018, 09:40 - Τελευταία Ενημέρωση: 15 Ιανουάριος 2018, 09:44

Ο δεκάλογος του Σκοπιανού

  • Ο δεκάλογος του Σκοπιανού
    (Φωτ.: EPA / Georgi Licovski)

1. Με αφορμή το Σκοπιανό αναδύθηκαν, και πάλι, οι αρετές της φυλής. Στην Ελλάδα ζούμε έναν μύθο. Ότι είμαστε μια χώρα στην οποία ανθεί η δημοκρατία και ο λαός της είναι βαθιά πολιτικοποιημένος. Ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο. Η δημοκρατία δοκιμάστηκε άγρια και, μόλις, από το 1974, μπουσουλάμε να την αναζητήσουμε. Δεν είναι δημοκρατία ούτε ο αυταρχισμός της κρατικής γραφειοκρατίας και ευνοιοκρατίας, ούτε η αυθαιρεσία των κάθε είδους γκρουπούσκουλων που έχουν ως σύνθημα «η δημοκρατία βρίσκεται στην κάνη του τουφεκιού».

Προφανώς δεν είναι δημοκρατία ούτε η διαμόρφωση ομάδων συμφερόντων που κανιβαλίζουν εναντίον όποιου διαφωνεί μαζί τους.

Όσο για την πολιτική, ο λόγος είναι συνθηματικός, πολωτικός, επιφανειακός, χωρίς καμιά διάθεση να δοκιμαστεί στη δημόσια κριτική και αντιπαράθεση. Αυτά είναι περιττές πολυτέλειες. Την πρακτική εφαρμογή των παραπάνω την βλέπουμε στις ημέρες μας που έχει τεθεί πάλι επί τάπητος ένα πρόβλημα που μας ταλανίζει από το 1990: το «Μακεδονικό». Με τη γνώση και υπέρβαση των παραπάνω, κατατίθεται μια άποψη η οποία θεωρεί εδραιωμένη –χωρίς ανάγκη περαιτέρω επιχειρηματολογίας– την ιστορική καταγραφή των Μακεδόνων ως ελληνικού φύλου. Προσπαθεί να προσεγγίσει τις σημερινές εξελίξεις που δεν επηρεάζονται από την ιστορική αυτή διαπίστωση. Έχει, όμως, και ως αρχή ότι ιστορία και πολιτισμός δεν παραχωρούνται για την ικανοποίηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.

2. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το λεγόμενο «Μακεδονικό» δημιουργήθηκε ως μέσο επιβουλής κατά της ακεραιότητας της ελληνικής επικράτειας. Στόχος του Τίτο ήταν η απόσπαση της ελληνικής Μακεδονίας. Με την επινόηση και την αναπαραγωγή του ιδεολογήματος του «μακεδονισμού» διαμορφώθηκε μια ομάδα ανθρώπων που απέκτησε συνείδηση ότι είναι κάτι διαφορετικό από τους πολίτες των άλλων δημοκρατιών με τις οποίες συγκροτούσαν την ενιαία Γιουγκοσλαβία. Η πρώτη γενιά αυτών των ανθρώπων είχε συνείδηση της κατασκευής της εθνογένεσής της. Οι επόμενες, που σήμερα βρίσκονται στα πράγματα, θεωρούν πως αυτό που βιώνουν ως ταυτότητά τους, υπήρχε πάντοτε και με αυτό θα πορευθούν. Είναι αδιανόητο γι’ αυτούς να εγκαταλείψουν το ιδεολόγημα το οποίο τους δίνει υπόσταση ζωής. Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για την Ελλάδα.

Αυτού του είδους τα προβλήματα λύνονται σε περιόδους ρευστές και εν τη γενέσει τους. Δεν τα καταφέραμε όταν έπρεπε, είναι πολύ δυσκολότερο σήμερα.

3. Μετά από 25 χρόνια εκκρεμότητας, κατά τα οποία είχε παγιωθεί μια κατάσταση ισορροπίας, η διαφορά με τη γειτονική χώρα ετέθη και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ανεξήγητο. Θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ευέλικτη λύση στα ερωτήματα της γεωπολιτικής ανάλυσης του υπουργού των Εξωτερικών. Η λύση που διαφαίνεται θα είναι μια επανάληψη προηγούμενων προτάσεων που απερρίφθησαν, και φάνηκε πως δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αποδεκτές από την ελληνική κοινωνία. Δεν υπάρχει λύση στο πρόβλημα αυτό που να έρχεται σε αντίθεση με τη λαϊκή βούληση, τουλάχιστον στα στοιχειώδη. Καμιά αναφορά στο Μακεδονία. Είτε στο όνομα είτε στην ταυτότητα. Και εδώ επέρχεται ο απόλυτος διχασμός. Η μεν ελληνική πλευρά δεν μπορεί να αποδεχθεί τον όρο Μακεδονία, η δε γειτονική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον όρο αυτόν. Αυτό το πρόβλημα δεν λύνεται με συναίνεση. Επιβάλλεται. Αλλά η επιβολή μιας λύσης θα είναι τρομερά επώδυνη. Μπορεί οι ιστορικές λεπτομέρειες να είναι άγνωστες στους λαούς, η αναπαραγωγή όμως μιας αντίληψης ιστορικής συνέχειας που προσδίδει ταυτότητα είναι απόλυτη δύναμη. Αυτήν τη στιγμή και στην Ελλάδα και στα Σκόπια αυτή η δύναμη δεν μπορεί να υπερνικηθεί από τις προσπάθειες σύγκλισης. Και δεν θα υπερνικηθεί.

4. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δεν θέλει λύση με το όνομα Μακεδονία. Ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία περί αυτού. Υπάρχουν χώροι και στοιχεία δημόσιας έκφρασης που το επιβεβαιώνουν. Για την ακρίβεια των συμπερασμάτων που μπορούν να αναχθούν από τους χώρους αυτούς, μπορεί να γίνει επίκληση του δημοψηφίσματος του 2015. Οι προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν πλήρως. Σ’ αυτόν τον κόσμο που αποτελεί τα ⅔ της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να επιβληθεί μη αρεστή λύση. Η κυβέρνηση κάποια στιγμή θα σκεφτεί την υπαναχώρηση. Όχι μόνο το πολιτικό κόστος, αλλά και η κοινωνική αναταραχή θα είναι μεγάλη.

Για τους soft πολιτικούς τού σήμερα δεν ισχύει η αρχή ότι και στο παρελθόν ο λαός αφομοίωσε εθνικές ήττες. Δεν θα το αντέξουν.

Πολύ περισσότερο που η λύση που μπορεί να αναζητηθεί δεν είναι αυτή που αναπαράγεται. Το πιθανότερο είναι ότι πάμε σε μια λύση διπλής ονομασίας. Μερικά στοιχεία αυτής της λύσης περιγράφηκαν την προηγούμενη Κυριακή σε δημοσίευμα του Βήματος στο οποίο οι λεπτομέρειες από μια συνάντηση στην Οξφόρδη εξέπληξαν. Το εσωτερικό όνομα της χώρας, αυτό που ονομάζουμε συνταγματικό όνομα, δεν θα αλλάξει. Στο εσωτερικό θα λέγεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αναζητείται μια λύση για διεθνή χρήση, και μάλιστα στους διεθνείς οργανισμούς. Εκεί παίζουν τα συνθετικά ονόματα. Στο τραπέζι βρίσκονται διάφορες παραλλαγές του «Νέα Μακεδονία». Είτε στην αγγλική είτε στη σλαβική μορφή. Όσο για τα θέματα ταυτότητας, γλώσσας κτλ., θα παραπεμφθούν σε διμερή, αέναη διαπραγμάτευση. Αυτή η λύση δεν μπορεί να περάσει στην Ελλάδα. Στην κυβέρνηση προφανώς υπερεκτίμησαν τις ικανότητές τους να χειραγωγούν την κοινή γνώμη και θεώρησαν πως αφού πέρασαν τις υποχωρήσεις τους στους δανειστές και την υπογραφή των μνημονίων, το Σκοπιανό θα ήταν πιο εύκολη υπόθεση. Θα διαπιστώσουν το μέγα λάθος τους. Μπορεί στα μνημόνια να άντεξε η κυβέρνηση, στο Σκοπιανό θα έχει τραγικές απώλειες.

5. Υπάρχει μια αντίληψη που διατρέχει τα κόμματα οριζοντίως: πως μπορεί να γίνει αποδεκτή μια σύνθετη ονομασία αλλά να λύσουμε το ζήτημα του αλυτρωτισμού. Το ζήτημα αυτό δεν λύνεται. Πρώτον, ουσιαστικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη θεωρούμενη ταυτότητά τους, όπως προσδιορίζεται στο σύνταγμα, αποκλείεται να αφαιρεθούν. Εκείνο που μπορεί να αφαιρεθεί είναι η αναφορά ότι «ο μακεδονικός λαός», ενδιαφέρεται για τους ομοεθενείς του στις άλλες γειτονικές χώρες. Αλλά αυτό δεν περιορίζει τον αλυτρωτισμό. Αποτελεί μια παρόξυνσή του. Τις παροξύνσεις θα τις λειάνουν· η ουσία θα παραμείνει. Δεύτερον, ακόμη και αν πολλές αναφορές τις αφαιρέσουν από το σύνταγμα ή τα άλλα κρατικά έγγραφα, τίποτε δεν εγγυάται ότι με το πέρασμα του χρόνου, και εφόσον χρειαστεί, δεν θα τα επαναφέρουν.

Τρίτον, δεν υπάρχει η δυνατότητα σύναψης διεθνούς συνθήκης που να εγγυάται την άρση του αλυτρωτισμού, όπως λένε τουλάχιστον όσοι γνωρίζουν από Διεθνές Δίκαιο και Διεθνείς Σχέσεις.

6. Και ερχόμαστε στα καινούρια. Η ανακίνηση του Σκοπιανού έδωσε την ευκαιρία σε ακραίες δυνάμεις με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά που ταλαιπώρησαν τον ελληνισμό με την πατριδοκαπηλία τους, και οδήγησαν στην απώλεια εθνικού εδάφους, να κάνουν την επανεμφάνισή τους με έναν λόγο και μια συμπεριφορά που θυμίζει αλήστου μνήμης εποχές. Η κυβέρνηση πρόσφερε πολύ καλή υπηρεσία στις δυνάμεις αυτές. Το επιδίωξαν και με την εκμετάλλευση της οικονομικής κρίσης και δεν τα κατάφεραν. Το επιδιώκουν και τώρα, και μάλλον θα το καταφέρουν. Είναι ένα ακόμη επίτευγμα της ιδεοληπτικής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης. Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να είναι καλός τακτικιστής για να παίρνει συνελεύσεις στα πανεπιστήμια, αλλά ο ρόλος ενός πρωθυπουργού είναι πιο σύνθετος και πολύ διαφορετικός. Χρειάζεται ιστορική γνώση και μελέτη ιστορικών γεγονότων που επέδρασαν στη συμπεριφορά λαών.

7. Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει. Τι γίνεται με το πρόβλημα; Καταρχάς, σε όλη την ανθρωπότητα υπάρχουν προβλήματα με τα οποία οι διαφορετικές κοινωνίες συνυπάρχουν. Δεν λύνονται όλα τα προβλήματα. Και δεν χρειάζεται να λυθούν αν η λύση προκαλεί περισσότερα προβλήματα από όσα υπήρχαν. Το Σκοπιανό είναι ένα από αυτά. Το γειτονικό κράτος δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα σταθερότητας, όπως λένε, για να βοηθηθεί με μια επίλυση ενός τέτοιου προβλήματος. Η ύπαρξή του, ως κρατικής υπόστασης, είναι απολύτως αναγκαία για την Ελλάδα. Και να μην υπήρχε, η Ελλάδα θα έπρεπε να φροντίσει να δημιουργηθεί.

Μεταξύ αυτού του στρατηγικού συμφέροντος της χώρας και του προβλήματος της ονομασίας θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή.

8. Το ζήτημα που τίθεται είναι πως το γειτονικό κράτος θα πρέπει να ενταχθεί στις Δυτικές δομές: ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξή του έχει πολλά θετικά και λίγα αρνητικά παράγωγα για την Ελλάδα. Στα αρνητικά είναι το ζήτημα της ονομασίας και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών για την αναπαραγωγή αλυτρωτικών διεκδικήσεων. Αλλά τους μηχανισμούς αυτούς η πολιτική ηγεσία του γειτονικού κράτους τους αξιοποίησε στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι συνέπειες ήταν ελεγχόμενες. Είναι επίσης εντυπωσιακό πως οι μικροί θύλακες που η ηγεσία της γειτονικής χώρας χρησιμοποιούσε, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, έχουν αποδομηθεί. Οι λόγοι δεν είναι γνωστοί αλλά η κινητικότητα που παρουσιάστηκε κάποια περίοδο δεν υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα βρεθούν διαθέσιμα πρόσωπα να διαδραματίσουν ρόλο αν χρειαστεί. Αλλά υποτίθεται πως υπάρχει κάποιας μορφής ελληνικό κράτος που θα κινηθεί στη βάση των διεθνών υποχρεώσεών του για να προασπίσει τα συμφέροντά του.

9. Τα οφέλη από μια ένταξη των Σκοπίων στους Δυτικούς θεσμούς είναι περισσότερα. Στο ΝΑΤΟ παρέχεται η δυνατότητα στην Ελλάδα να συμβάλει στη διαμόρφωση τοπικών ισορροπιών που θα υπερβαίνουν τις σημερινές επιλογές. (Αλβανία-Βουλγαρία-Μαυροβούνιο). Η ένταξή του, δε, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ουσιαστικά αυξάνει γεωγραφικά την Ελλάδα. Όχι με την κατάκτηση εδάφους αλλά ως ενιαίου, πλέον, χώρου στον οποίο θα διακινούνται με ευκολία αγαθά και άνθρωποι. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Η εξέλιξη αυτή και η υποχώρηση της έντασης θα αναδείξει δυνάμεις της γειτονικής χώρας που τώρα, για πολλούς λόγους, δεν αποκαλύπτονται. Οτιδήποτε άλλο –πέραν του ονόματος– που αυτή η εξέλιξη θα δημιουργούσε ως απαίτηση μέρους των πολιτών της γειτονικής χώρας, μπορεί να διευθετηθεί κατά τις συζητήσεις της ευρωπαϊκής της πορείας.

10. Τέλος, το ερώτημα παραμένει: Μήπως είναι προς το συμφέρον όλων η παρούσα κατάσταση; Διότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι υπάρχουν πιέσεις για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ. Γιατί επείγεται το ΥΠΕΞ;