2 Ιανουάριος 2018, 13:00 - Τελευταία Ενημέρωση: 2 Ιανουάριος 2018, 15:05

Αναζητώντας την Ιερουσαλήμ: Η αμφιλεγόμενη απόφαση Τραμπ

  • Αναζητώντας την Ιερουσαλήμ: Η αμφιλεγόμενη απόφαση Τραμπ
    (Φωτ.: EPA / Abed Al Hashlamoun)

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ στις 6 Δεκεμβρίου να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του εβραϊκού κράτους αιφνιδίασε τη διεθνή κοινότητα και πυροδότησε την οργή των Παλαιστινίων και πολλών αραβικών κρατών. Στο ερώτημα γιατί ο Αμερικανός πρόεδρος προέβη σε αυτή την ενέργεια ανατρέποντας την παραδοσιακή αμερικανική πολιτική και το διεθνές consensus για το θέμα αυτό δεν μπορεί να δοθεί επί του παρόντος απόλυτη εξήγηση, αλλά εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως εσωτερικοί υπολογισμοί υπερίσχυσαν επί άλλων μεταβλητών.

Πρέπει πάντως κάποιος να λάβει υπόψη ότι υπάρχει απόφαση του Κογκρέσου από το 1995 (Jerusalem Embassy Act) η οποία επιτάσσει ότι η πρεσβεία των ΗΠΑ πρέπει να μεταφερθεί από το Τελ Αβίβ στα Ιεροσόλυμα.

Αυτή η απόφαση ωστόσο δεν έχει εφαρμοστεί, καθώς όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι χρησιμοποιούσαν τη ρήτρα παρέκκλισης –μια διάταξη που τους επιτρέπει να αναβάλλουν την εν λόγω απόφαση–, διαμηνύοντας ότι το θέμα της Ιερουσαλήμ πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο μια τελικής διαπραγμάτευσης μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων. Γιατί όμως ο Τραμπ σπάει αυτό το consensus;

Η ειδική σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ
Πριν επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση πρέπει να εστιάσουμε στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ. Το Ισραήλ απολαμβάνει μιας ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν σταδιακά μετά τον Πόλεμο των 6 Ημερών τον Ιούνιο του 1967 αποκτά μια περίοπτη ειδική σχέση με τις ΗΠΑ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου ως το «στρατηγικό κεφάλαιο» στην περιοχή, ενώ άλλα αραβικά κράτη όπως η Αίγυπτος και η Συρία είχαν συμμαχήσει με τη Ρωσία.

Σημειωτέον ότι το Ισραήλ μεταπολεμικά αποτελεί τον μεγαλύτερο αποδέκτη οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ, της τάξεως των τριών δισ. κατ’ έτος.

Επιπλέον οι ΗΠΑ του παρέχουν αμέριστη διπλωματική υποστήριξη και οπλισμό πολλών δισ. δολαρίων. Θα ονόμαζα αυτήν τη σχέση ως «εξωτερική μεταβλητή». Για την ιστορία να πούμε ότι οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν το 1947 στηρίζοντας το σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης, μια άδικη απόφαση αφού παραβίαζε το Διεθνές Δίκαιο και συγκεκριμένα το δίκαιο της αυτοδιάθεσης της πλειοψηφούσας εθνότητας των Παλαιστινίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην Παλαιστίνη υπήρχαν μόνο 65.000 Εβραίοι σε ένα σύνολο 700.000 Αράβων. Επιπλέον, παρά τη συνεχή ροή Εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη, το 1948 σε ένα σύνολο περίπου 2 εκατομμυρίων Αράβων, μόνο το ⅓ ήταν Εβραίοι (Μ.E. Yapp, The Near East since the First World War: Α History to 1995, εκδ. Longman, Λονδίνο 1996, 116-117).

Πρέπει εδώ να πούμε ότι και η Ρωσία υποστήριξε την απόφαση 181 του ΟΗΕ επειδή ήθελε να εξαλείψει τη βρετανική επιρροή στην περιοχή. Πολλοί Εβραίοι έποικοι προέρχονταν από τη Σοβιετική Ένωση και χώρες δορυφόρους της (περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα στο Νίκος Παναγιωτίδης, Σε αναζήτηση κράτους: Το Παλαιστινιακό και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων στη μη επίλυσή του, εκδ. PowerPublishing, Λευκωσία 2012).

Ας περάσουμε στη λεγόμενη «εσωτερική μεταβλητή».

Η εσωτερική μεταβλητή στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ
Πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι στις ΗΠΑ διαβιούν εκατομμύρια Εβραίοι, οι οποίοι κατέχουν αξιώματα, θέσεις κλειδιά στις αμερικανικές κυβερνήσεις, οικονομική επιρροή και πλήρη εκλογικά δικαιώματα. Για να καταδείξουμε πόσο σημαντική θεωρείται η παρουσία τους, να αναφέρουμε ότι το 1947 ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν υποστήριξε το σχέδιο διχοτόμησης της Παλαιστίνης γιατί ήθελε να τους εξευμενίσει για τη στήριξή τους στις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου τον Νοέμβριο του 1946. Ακολούθως, η παρουσία των Εβραίων στις Ηνωμένες Πολιτείες (κυρίως στις βόρειες πολιτείες) ώθησε τον Τρούμαν να αναγνωρίσει ντε φάκτο το εβραϊκό κράτος θέλοντας για ακόμη μια φορά να χρησιμοποιήσει την εκλογική τους επιρροή στις προεδρικές εκλογές του 1948.

Μάλιστα, όταν οι σύμβουλοί του στο ΥΠΕΞ τού είπαν ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε τις σχέσεις ΗΠΑ-Αράβων, ο Τρούμαν αντέταξε: «Σε αντίθεση με τους Αμερικανοεβραίους, δεν έχω χιλιάδες Άραβες μεταξύ των ψηφοφόρων μου».

Εδώ ανακύπτει το ερώτημα αν Τραμπ προέβη στην αναγνώριση της Ιερουσαλήμ υποκινούμενος από εσωτερικούς υπολογισμούς. Φυσικά επί του ερωτήματος προκύπτει ένα δευτερογενές ερώτημα: Γιατί οι προηγούμενοι πρόεδροι αψήφουσαν αυτά τα δεδομένα και χρησιμοποιούσαν τη ρήτρα παρέκκλισης; Άρα λοιπόν δεν φαίνεται ο Τραμπ να προέβη στην αναγνώριση αποκλειστικά λόγω της πίεσης από το εβραϊκό λόμπι, γιατί αυτές οι πιέσεις είναι διαχρονικές. Να σημειώσουμε επίσης ότι τον Ιούλιο του 2016 το ρεπουμπλικανικό κόμμα ενέκρινε διακήρυξη από την οποία απουσιάζει η αναφορά σε λύση «δύο κρατών», ανατρέποντας παράδοση δεκαετιών. Την απόφαση επικρότησε και υιοθέτησε ο πρόεδρος Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2017. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε όμως είναι ότι η λεγόμενη ευαγγελική ή θρησκευτική Δεξιά, από την οποία ο Τραμπ άντλησε ψήφους στις εκλογές, τάσσεται διαχρονικά υπέρ των ισραηλινών συμφερόντων. Σημειωτέον ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Μάικ Πενς είναι υπέρμαχος αυτών των θέσεων.

Οι ευαγγελιστές χριστιανοί ή χριστιανοί σιωνιστές θεωρούν ότι η αμέριστη στήριξη προς το εβραϊκό κράτος και τις αποφάσεις του είναι βιβλική επιταγή, άσχετα αν οι τελευταίοι δεν έχουν αποδεχτεί την χριστιανική πίστη και τον κύριο φορέα της, τον Ιησού Χριστό. Την ίδια ώρα, είναι ένθερμοι υποστηρικτές του παράνομου εβραϊκού εποικισμού στα κατεχόμενα.

Το παράδοξο της όλης υπόθεσης είναι ότι στους κόλπους τους υπάρχουν και πολλοί αντισημίτες. Ωστόσο μερικοί από αυτούς υποστηρίζουν το Ισραήλ για γεωπολιτικούς λόγους.

Ιερουσαλήμ και ορθολογικό μοντέλο εξωτερικής πολιτικής
Από όποια οπτική γωνία και να εξετάσει κανείς την απόφαση Τραμπ, είναι άστοχη, ασύνετη, και δεν προάγει το αμερικανικό εθνικό συμφέρον. Από μια στενή διεθνονομική οπτική γωνία παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο, αλλά και τη διεθνή συναίνεση που επιτεύχθηκε το 1966 όταν αποφασίστηκε ότι το τελικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ θα επέλθει από την ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των μερών.

Αναλύοντας τα δεδομένα που προκύπτουν, η εν λόγω απόφαση παραβιάζει το λεγόμενο μοντέλο της «ορθολογικής επιλογής», που μας διδάσκει ότι τα κράτη λαμβάνουν αποφάσεις στη βάση κόστους-οφέλους ή –για να το θέσουμε διαφορετικά– αποτρέπονται από το να προβούν σε ενέργειες που δυνητικά μπορεί να παραβλάψουν τα εθνικά τους συμφέροντα.

Είναι η απόφαση Τραμπ συμβατή με το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ; Νομίζουμε πως όχι.

Συγκεκριμένα:

  1. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη ένταση και αστάθεια στην περιοχή, με ό,τι αυτό προϋποθέτει για την ειρήνη και τη σταθερότητα.
  2. Αφαιρεί από τις ΗΠΑ την ιδιότητα του έντιμου μεσολαβητή και υπονομεύει την επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας που υποτίθεται ότι επιχειρεί ο γαμπρός του Τραμπ να επανεκκινήσει.
  3. Θίγει τα θρησκευτικά συναισθήματα των απανταχού μουσουλμάνων οδηγώντας σε συγκρουσιακές λογικές «σύγκρουσης των πολιτισμών».
  4. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επίταση φαινομένων θρησκευτικής τρομοκρατίας.
  5. Απομονώνει τις ΗΠΑ στη διεθνή κοινότητα καταδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση της ισχυρότερης χώρας είναι μεροληπτική υπέρ του ενός μέρους στη διένεξη, θέλει να ηγεμονεύει και όχι να ηγείται διά του καλού παραδείγματος.

Μερικά ιστορικά και δημογραφικά στοιχεία για την Ιερουσαλήμ
Σε αυτό το σημείο θα παραθέσουμε εν συντομία κάποια ιστορικά στοιχεία για την Ιερουσαλήμ: Η πολιτική κυριαρχία του Ισραήλ ελαύνεται από το ψήφισμα 181 του 1947, διά του οποίου η Παλαιστίνη διχοτομείτο σε ένα εβραϊκό και σε ένα αραβικό κράτος. Η Ιερουσαλήμ θα ετίθετο υπό διεθνές καθεστώς και συνεπώς κανένα από τα δύο κράτη δεν θα την έθετε υπό κυριαρχικό έλεγχο.

Όταν δεν έγινε αποδεκτό το σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών από την αραβική πλευρά, ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών και στη συνέχεια ο πρώτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος τον Μάιο του 1948.

Το τέλος του πολέμου βρήκε το Ισραήλ να κατέχει τη Δυτική Ιερουσαλήμ και την Ιορδανία την ανατολική. Το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του Β΄ Αραβοϊσραηλινού Πολέμου, τον Ιούνιο του 1967, έθεσε υπό κατοχή την Ανατολική Ιερουσαλήμ, ακολούθως την προσάρτησε και το 1980 την κήρυξε ως την «ενιαία και αδιαίρετη πρωτεύουσα του Ισραήλ», μια πράξη που θεωρήθηκε παράνομη από σύσσωμη τη διεθνή κοινότητα και συγκεκριμένα από το ψήφισμα 478 του ΣΑ του ΟΗΕ (περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα στο Νίκος Παναγιωτίδης, Σε αναζήτηση κράτους: Το Παλαιστινιακό και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων στη μη επίλυσή του, εκδ. PowerPublishing, Λευκωσία 2012).

Η Ιερουσαλήμ θεωρείται ύψιστης θρησκευτικής σημασίας τόσο για τους Άραβες όσο και για τους Εβραίους. Οι Παλαιστίνιοι που διεκδικούν την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του μελλοντικού τους κράτους, θεωρούν την Ιερουσαλήμ ως την τρίτη πιο ιερή πόλη για το Ισλάμ μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα, απ’ όπου ο προφήτης Μωάμεθ αναλήφθηκε στους ουρανούς με ένα μπουράκ (φτερωτό άλογο) τη «νύχτα της δυνάμεως. Οι Ισραηλινοί θεωρούν ότι εκεί υπάρχουν τα θεμέλια του ναού του Σολομώντος.

Η Ιερουσαλήμ συμβολίζει γι’ αυτούς τη δικαίωση μετά από μια παρατεταμένη περίοδο κακουχιών και εξορίας.

Η απόφαση του Τραμπ στην ουσία αναγνωρίζει την εβραϊκή κατοχή της Αν. Ιερουσαλήμ κατά παράβαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, τα οποία προβλέπουν, όπως και η συμφωνία του Όσλο, ότι το στάτους της πόλης θα ξεκαθαρίσει μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι στην Αν. Ιερουσαλήμ κατοικούν 250.000 Παλαιστίνιοι και 200.000 Εβραίοι έποικοι, ενώ η δυτική είναι αμιγώς εβραϊκή. Επίσης, πρέπει κάποιος να λάβει υπόψη ότι στην πόλη της Ιερουσαλήμ πρέπει να προστεθεί και η Μείζονα Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχουν εκεί οι μεγάλοι εποικισμοί του Ισραήλ. Ενδεικτικά πρέπει να υπογραμμίσουμε και μια άλλη παράμετρο: Το έτος 1967, όταν επισυνέβη ο Β΄ Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος, το 85% των εδαφών της Αν. Ιερουσαλήμ άνηκε στους Παλαιστινίους, ενώ σήμερα τους ανήκει μόνο το 13%. Επιπλέον, ενώ οι Ισραηλινοί ανέρχονταν στο 10% του πληθυσμού, τώρα ανέρχονται στο 45%.

Η αμφιλεγόμενη απόφαση Τραμπ
Επανερχόμαστε στο ερώτημα γιατί ο Αμερικανός πρόεδρος έλαβε αυτή την αμφιλεγόμενη απόφαση. Πέραν των εσωτερικών λόγων που ήδη εκθέσαμε στο άρθρο, προφανώς ο Τραμπ είχε και έχει στο μυαλό του ότι η αντιπαράθεση του σιιτικού Ιράν με τη Σαουδική Αραβία θα επενεργήσει ως καταλύτης για την επίλυση της ισραηλινοπαλαιστινιακής διένεξης. Πώς θα γίνει αυτό; Μάλλον ο Τραμπ θεώρησε –εσφαλμένα– ότι η Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά κράτη που βρίσκονται σε ανταγωνισμό ασφάλειας με την Τεχεράνη ότι θα αποδεχτούν την εβραϊκή θέση για την Ιερουσαλήμ, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα αμερικανική βοήθεια για εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση του Ιρανού ανταγωνιστή. Με άλλα λόγια, ο Τραμπ θέλησε με αυτό τον τρόπο να εξουθενώσει τους ήδη αδύνατους Παλαιστινίους και να αλλάξει τη δυναμική της σύγκρουσης επιβάλλοντας ως τετελεσμένο την ήδη υπάρχουσα όπως ανέφερε πραγματικότητα, την εβραϊκή κατοχή της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Φυσικά κατάφερε ακριβώς το αντίθετο, ενώ ενδεχομένως οι Ιρανοί να βγουν κερδισμένοι από αυτή την κίνηση, εμφανιζόμενοι για ακόμη μια φορά υπέρμαχοι των Παλαιστινίων. Αλλά και την ανατροφοδότηση μιας μακρόχρονης σύγκρουσης που δεν συμφέρει κανέναν, αφού πλήττει την προοπτική επίλυσης της διένεξης στη βάση της λύσης των «δύο κρατών», της μόνης ρεαλιστικής κατά την άποψή μας διεξόδου για επίλυση του προβλήματος.

Δρ Νίκος Παναγιωτίδης
Επικεφαλής ΓΕΩΠΑΜΕ, δημοσιογράφος, επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής