Θεόφιλος Πουταχίδης
19 Δεκέμβριος 2017, 09:03

Είπα-ξείπα

Με το είπα-ξείπα μπορεί να νικήσει ο αδύνατος τον δυνατό, ο ανόητος τον ξύπνιο, ο επιπόλαιος τον προνοητικό, ο τενεκές τον εμβριθή κι ο ανίκανος τον ικανό. Αυτό είναι ένα πανίσχυρο όπλο που όσοι το καταφρονούν την πληρώνουν ακριβά. Ακούστε τι λέει εκείνο το παλιόπαιδο ο Μακιαβέλι: «η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος. Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος». Την έκανε και ρητό την ξεφτίλα∙ για να το διαβάζουν τα μαθητούδια του και να καμαρώνουν την ανηθικότητά τους.

«Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο», «δώσαμε τα χέρια και τελείωσε», «έδωσα το λόγο της τιμής μου» λέει ο έντιμος Έλληνας. «I am a man of my word» λέει κι ο αγγλόφωνος λεβέντης με περηφάνια.

Είμαι σίγουρος πως σε όλες τις γλώσσες του κόσμου υπάρχουν ανάλογες εκφράσεις, για να τις μαθαίνουν τα παιδιά από μικρά και να παιδαγωγούνται με τις αρχές της εντιμότητας, της αξιοπρέπειας, της αξιοπιστίας και της συνέπειας.

Έτσι γίνεται, για να υπάρχουν κάποιες σταθερές βάσεις μέσα στα κοινωνικά περιβάλλοντα και τις κάθε είδους ανθρώπινες σχέσεις. Ένα σταθερό έδαφος για να μπορεί ο άνθρωπος να περπατά μέσα στην κοινωνία προς τα εκεί που νομίζει πως θα βρει την προκοπή του. Γιατί το να περπατήσεις πάνω στην κινούμενη άμμο, το βούρκο ή τα ημιστερεά λύματα είναι κομμάτι δύσκολο...

Το να κρατάει ο άνθρωπος το λόγο του νομίζω πως είναι βαθιά ριζωμένο μέσα του ως ηθική αξία. Δηλαδή, εύκολα και σχεδόν αυθόρμητα αναγνωρίζεται ως «καλό» και «σωστό» από όλους – ακόμα κι από αυτούς που δεν το εφαρμόζουν στην πράξη. Θα πρέπει να είναι, λοιπόν, μία από τις βασικές αρχές «της γνώσεως του καλού και του κακού». Αυτές που τις χρειαζόμαστε για να τα καταφέρνουμε πάνω στη γη, φθαρτοί και ατελείς όντες μετά την ανυπακοή των πρωτοπλάστων και την έκπτωση της πρότερης φύσης μας. Ή πάλι μπορεί να είναι κάτι που γράφτηκε με τη θεϊκή πνοή της δημιουργίας πάνω στην ψυχή μας.

Πράγματι, η αξιοπιστία είναι μια θεμελιώδης ιδιότητα του Τριαδικού Θεού. «Ο ουρανός και γη παρελεύσονται, οι δε εμοί λόγοι ου μη παρελεύσονται» κηρύττει ο Χριστός μας. «Πιστός ο λόγος» λέει κι Απόστολος Παύλος.

Ο δε αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλνει στην επιστολή του: «ήτω δε ημών το ναι ναι, και το ου ου, ίνα μη εις υπόκρισιν πέσητε». Κι άλλα πολλά θα μπορούσαμε να παραθέσουμε, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται γιατί όλοι καταλαβαίνουμε πως το «είπα-ξείπα» και το «με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω» δεν είναι του Θεού πράγματα.

Αλλά πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ανελιχθούν σε αξιώματα κάποιοι που δεν το αξίζουν, αλλά παρ’ όλα αυτά το επιθυμούν διακαώς; Πώς να πετύχουν πράγματα χωρίς κόπο, χωρίς να μοχθήσουν, οι επιτήδειοι; Πώς να πλουτίσουν εύκολα σε βάρος των υπολοίπων; Πώς να γίνουν κουμανταδόροι, για να εκμεταλλευτούν τον συνάνθρωπο; Και πως να κερδίσει ο απροπόνητος τον προπονημένο; – με τα «ευ αγωνίζεσθαι» δεν γίνεται... Αλλά και με τι τρόπο θα μπορούσε ο κουτοπόνηρος να ξεγελάσει, να εκμεταλλευτεί και να θυματοποίησει τον έξυπνο;

Το μόνο που έχει να κάνει είναι να θυσιάσει την αξιοπρέπειά του, ενσυνείδητα και οικειοθελώς. Να το πάρει απόφαση ότι όταν τον φτύνουν από εδώ κι εμπρός θα μάθει να λέει πως είναι απλώς βροχούλα. Κι ύστερα, θα είναι εύκολο να κοιτάζει τον άλλο στα μάτια και να κλείνει συμφωνίες που δεν πρόκειται να κρατήσει. Με σφιχτή χειραψία και με ζεστή και σταθερή φωνή να δίνει το λόγο του, όταν ξέρει πως πρόκειται να τον αθετήσει.

Καθόλου δύσκολη δεν είναι αυτή η τακτική. Απλά είναι τα πράγματα: σε κοροϊδεύω στα ίσια – δεν θέλει και πολύ μυαλό!

Πώς ν’ αντιμετωπίσει κανείς αυτό το φοβερό και τρομερό στρατήγημα; Δύσκολο είναι∙ ειδικά για τους έντιμους ανθρώπους που κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και δεν τους πάει στο μυαλό το πόση έκταση έχει πάρει η τακτική του «είπα-ξείπα» στους καιρούς μας. Αλλά και για τους άλλους είναι ζόρικο, αυτούς τους ρομαντικούς που θέλουν (το χρειάζονται) να κρατήσουν μια αθωότητα και μια πίστη στην αλήθεια και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η Αμερικανίδα ηθοποιός Σίρλεϊ Μακ Λέιν είπε το εξής αμίμητο: «δεν χρησιμεύει σε τίποτα να δίνεις βάση στα λόγια κάποιου που είναι είτε ερωτευμένος, είτε μεθυσμένος, είτε υποψήφιος σε εκλογές». Κι ένας άλλος Αμερικανός, ο πρόεδρος Λίνκολν, είπε: «μπορείς να κοροϊδέψεις όλους τους πολίτες από καμιά φορά∙ μερικούς, μάλιστα, να τους κοροϊδεύεις συνεχώς∙ αλλά δεν μπορείς να τους κοροϊδεύεις όλους συνέχεια».

Στο πολίτευμά μας, τον κομματικό φεουδαλισμό, η κοροϊδία για την απόκτηση της κυβέρνησης έχει γίνει κανόνας. Ούτε πρόνοια ούτε ασφαλιστική δικλίδα υπάρχει, για να καθαιρείται άμεσα μια κυβέρνηση που άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει.

Κανονικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ή κάποιο άλλο ελεγκτικό σώμα) θα έπρεπε να ελέγχει εάν το προεκλογικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος (με βάση το οποίο ψηφίστηκε) γίνεται πράξη. Αυτά, όμως, σε μια κανονική δημοκρατία...

«Πότερον εστί»: είχε άδικο ο Λίνκολν ή μήπως τελικά οι υποστηρικτές του κομματικού φεουδαλισμού είναι στη χώρα μας πλειοψηφία;