Παντελής Σαββίδης
9 Δεκέμβριος 2017, 10:40

Μια ψύχραιμη αποτίμηση της επίσκεψης Ερντογάν

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται, ήδη, στη χώρα του και θα άρχισε, ήδη, να αντιμετωπίζει το νέο μεγάλο πρόβλημα στην περιοχή, που προκάλεσε η απόφαση των ΗΠΑ να μεταφέρουν την πρεσβεία τους στην Ιερουσαλήμ και να θεωρήσουν την πόλη ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Είναι μια διαδικασία που θα κρατήσει δύο χρόνια, όπως, δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών. Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί ο κ. Τραμπ προέβη στην κίνηση αυτή.

Το επιχείρημα ότι το υποσχέθηκε προεκλογικά δεν ευσταθεί διότι προεκλογικές υποσχέσεις που μπορεί να προκαλέσουν μείζονα διεθνή προβλήματα δεν εφαρμόζονται με τη συναίνεση όλων.

Το πιθανότερο είναι ο κ. Τραμπ να αναζητά στηρίγματα σε κέντρα των ΗΠΑ που μπορεί να τον βοηθήσουν στη διαφαινόμενη περιπέτεια που θα περάσει με τις έρευνες που γίνονται για τις σχέσεις του με τη Ρωσία. Ή, ακόμη, να σκέφτεται την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.

Από την αμερικανική αυτή απόφαση δεν διαφαίνεται, προσώρας, κανένα όφελος ούτε για τις ΗΠΑ (απομονώθηκαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας) ούτε για τις ισορροπίες στην περιοχή που μαστίζεται από αστάθεια και πολέμους. Η μόνη, πιθανώς, θετική σκέψη μπορεί να είναι ότι με την παραχώρηση αυτή προς το Ισραήλ, η Ουάσιγκτον θα μπορέσει, ίσως, να πιέσει την ισραηλινή ηγεσία σε μια λύση δύο κρατών, με την αποδοχή παλαιστινιακών αιτημάτων.

Στο παιχνίδι που βρίσκεται σε εξέλιξη, ο κ. Ερντογάν μπαίνει ως πρόεδρος της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης, αλλά, την ευκαιρία δεν την αφήνει να πάει χαμένη ούτε ο πρόεδρος Πούτιν που επισκέπτεται την Τουρκία για να συζητήσει το θέμα με τον Ερντογάν.

Η θέση που πήρε η ελληνική κυβέρνηση είναι σωστή.

Δεν συμφωνεί με την αμερικανική απόφαση και ζητάει το καθεστώς της Ιερουσαλήμ να καθοριστεί μέσα από τις ισραηλινοπαλαιστινιακές συνομιλίες.

Ο Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην Ελλάδα με πρόσκληση του Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά η επιθυμία ήταν τουρκική. Κατά τις συνομιλίες για το Κυπριακό και καθώς προέκυπταν αδιέξοδα, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς ζήτησε να επισκεφτεί την Άγκυρα. Οι Τούρκοι δεν απάντησαν, παρά μόνο με την κατάρρευση των συνομιλιών καλώντας τον Έλληνα υπουργό για συνομιλίες. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε μετά τη συνάντηση Τραμπ-Τσίπρα. Κατά τις συνομιλίες στην Άγκυρα εκφράστηκε η τουρκική επιθυμία να προσκληθεί ο κ. Ερντογάν στην Αθήνα. Όπερ και εγένετο. Καμιά αμερικανική παρέμβαση, καμιά αμερικανική σύσταση, κανένας διαμεσολαβητικός ρόλος της Ελλάδας.

Ποιες είναι οι κύριες ανάγκες που έχει ο Ερντογάν;

  • Η πρώτη να δείξει ότι δεν είναι απομονωμένος. Επί της ουσίας ουδέποτε απομονώθηκε διότι έχει επαφές με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ευρωπαίους ηγέτες και τον πρόεδρο Πούτιν όποτε το θελήσει. Αλλά, αυτό δεν περνά στον τουρκικό λαό ο οποίος ενδιαφέρει άμεσα τον Τούρκο πρόεδρο.
  • Η δεύτερη είναι η αμφισβήτηση της Συμφωνίας της Λοζάνης. Δεν είναι καθόλου σαφές αν ο κ. Ερντογάν επιδιώκει την αναθεώρηση της συνθήκης για να διευθετήσει ελληνοτουρκικά ζητήματα ή, διότι ετοιμάζεται για διεκδικήσεις στη Μέση Ανατολή, μερικά από τα σύνορα της οποίας ρυθμίζει η Λοζάνη. Άλλωστε, οι αναφορές που γίνονται και από τον κ. Ερντογάν και από τον κ. Κιλιτσντάρογλου (τον ηγέτη της αντιπολίτευσης) στη σχέση της Συνθήκης της Λοζάνης με τους μουφτήδες δεν είναι σωστές. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει στη Συνθήκη της Λοζάνης στην παρουσία και το ρόλο των μουφτήδων.
  • Η τρίτη είναι η αποκατάσταση των δικτύων που το τουρκικό κράτος είχε δημιουργήσει στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης τα οποία αποδομήθηκαν μετά τη ρήξη Ερντογάν–Γκιουλέν. Ο κ. Ερντογάν με το κύρος του ηγέτη θέλησε να τονώσει το ηθικό ανθρώπων της μειονότητας που είτε αποχώρησαν από την ενεργό δράση είτε διάκεινται ευμενώς προς τον Γκιουλέν. Αλλά, η επιχείρηση αυτή, όπως φάνηκε από την επίσκεψη δεν στέφθηκε από την αναμενόμενη επιτυχία. Λίγο οι επιφυλάξεις που διατηρεί, πλέον, η μειονότητα, λίγο η ανοικτή πολιτική που πολύ καλώς, ακολουθεί η ελληνική πολιτεία, λίγο το αυστηρό πλαίσιο συμφωνίας των δύο πλευρών που ακολουθήθηκε κατά την περιοδεία στη Θράκη, περιόρισαν και τη μεγάλη προσέλευση και τον ενθουσιασμό και τις κινήσεις εντυπωσιασμού του κ. Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να ελέγξει τα ιδρύματα που ίδρυσε ο Γκιουλέν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρα τα Βαλκάνια.

Αλλά, η παρουσία της Τουρκίας στην περιοχή έχει ενοχλήσει, ακόμη, και τις ΗΠΑ.

Τέλη Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον ημερίδα του γνωστού για την επιρροή του στην αμερικανική εξωτερική πολιτική Atlantic Council (Ατλαντικό Συμβούλιο), για τα δυτικά Βαλκάνια και την ευρωατλαντική τους πορεία και μεταξύ των ανησυχιών που εκφράστηκαν ήταν και η πολιτική που ασκούν στις βαλκανικές χώρες η Ρωσία, βεβαίως, αλλά και η Τουρκία, όπως και μερικές πλούσιες αραβικές χώρες του κόλπου. Αυτή η τουρκική παρουσία ευλόγως, απασχολεί χώρες όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία που ανήκουν στην Ευρώπη και που σήμερα, Σάββατο, συναντώνται στο Βελιγράδι για να συζητήσουν την πορεία των δυτικών Βαλκανίων προς την Ευρώπη.

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη διάσταση της επίσκεψης Ερντογάν που θα πρέπει να τονιστεί. Ο Τούρκος πρόεδρος ηγείται μιας χώρας. Ήρθε στην Ελλάδα σε επίσημη επίσκεψη και σύμφωνα και με τη διπλωματική πρακτική και με την ελληνική παράδοση έπρεπε να γίνει δεκτός με τις δέουσες τιμές και ευγένεια. Ο ίδιος φρόντισε να δώσει μια συνέντευξη κατά την άφιξή του θέτοντας θέμα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λοζάνης. Κάθε ηγέτης έχει κάθε δικαίωμα να θέτει τις θέσεις της χώρας του. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας του απάντησε. Η απάντηση, ίσως, ήταν επιβεβλημένη στο επίπεδο του Τούρκου προσκεκλημένου, δηλαδή του Πρόεδρου της Δημοκρατίας.

Αν η δήλωση Ερντογάν έμενε αναπάντητη, σε κάποια κρίσιμη στιγμή, η Τουρκία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτήν την παράλειψη.

Πέραν τούτου όμως, ο επίσημος προσκεκλημένος της χώρας θα έπρεπε να τύχει των τιμών και των διπλωματικών ειωθότων που εφαρμόζονται διεθνώς. Δεν είμαι σίγουρος πως εκεί τα καταφέραμε καλά. Άλλο να παρουσιάζεις τις θέσεις και διαφωνίες σου και άλλο να μη φέρεσαι ευγενικά στον προσκεκλημένο σου.