8 Δεκέμβριος 2017, 11:45 - Τελευταία Ενημέρωση: 8 Δεκέμβριος 2017, 11:37

Η επίσκεψη Ερντογάν ήταν περισσότερο πρόσκληση σε show, παρά συνάντηση ηγετών

  • Η επίσκεψη Ερντογάν ήταν περισσότερο πρόσκληση σε show, παρά συνάντηση ηγετών
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γιάννης Κολεσίδης)

Ξεκίνησε επεισοδιακά και κατέληξε με αβροφροσύνες η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα, η οποία δεν έγινε αντιληπτό γιατί πραγματοποιήθηκε. Περισσότερο έμοιαζε με μια πρόσκληση σε τηλεοπτικό show παρά με επίσκεψη προέδρου μιας χώρας με την οποία η Ελλάδα βρίσκεται σε ένταση.

Όσο για τα περί διαμεσολαβητικού ρόλου της Ελλάδας μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ-Ευρώπης, είναι απλώς ευσεβείς πόθοι.

Ο Τούρκος πρόεδρος διατηρεί στενές επαφές και με τις δύο πρωτεύουσες (Ουάσινγκτον-Βερολίνο), τις οποίες ενεργοποιεί όποτε και όπως θέλει, χωρίς να έχει ανάγκη διαμεσολαβητών.

Η πλέον ενδιαφέρουσα διάσταση της επίσκεψης ήταν ότι η προσπάθειά του να θέσει θέμα αλλαγής της Συνθήκης της Λοζάνης όχι μόνο δεν έγινε αποδεκτή από την Αθήνα, αλλά απορρίφθηκε με σαφήνεια και από τις ΗΠΑ και από τη Γερμανία.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Βλάχος)

Ας δούμε όμως επτά ενδιαφέρουσες διαστάσεις της επίσκεψης:

Η πρόσκληση
Η Ελλάδα είχε ζητήσει εδώ και καιρό να επισκεφτεί την Τουρκία ο υπουργός εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς. Ο λόγος της επίσκεψης θα ήταν συζήτηση για το κυπριακό, καθώς εξελίσσονταν οι συνομιλίες στο Μον Πελερέν. Η Τουρκία καθυστερούσε να απαντήσει και έδειχνε να μην επιθυμεί την επίσκεψη. Μετά την αποτυχία των συνομιλιών, η Άγκυρα φαίνεται να αναθεώρησε τη στάση της και κάλεσε τον Ν. Κοτζιά στην Άγκυρα. Η επίσκεψη συμφωνήθηκε να γίνει μετά το ταξίδι Τσίπρα στις ΗΠΑ, στο οποίο συμμετείχε και ο Έλληνας ΥΠΕΞ.

Κατά την επίσκεψη Κοτζιά στην Άγκυρα, συμφωνήθηκε να επισκεφτεί την Αθήνα ο Ερντογάν. Από πουθενά δεν προκύπτει ανάμιξη των ΗΠΑ στην πρόσκληση.

Η προετοιμασία
Εκ του αποτελέσματος, η επίσκεψη φάνηκε να μην έχει οργανωθεί καλά στις λεπτομέρειές της. Αυτό προκύπτει τόσο από την αναφορά του Ερντογάν στην αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης, στη συνέντευξη που έδωσε στον ΣΚΑΪ, όσο και από την εκτός κειμένου απάντηση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Τέτοιου είδους δημόσιες αντιδικίες δεν είναι συνηθισμένες σε επίσημες επισκέψεις – πολύ περισσότερο σε συναντήσεις ηγετών που οι χώρες τους βρίσκονται σε διαρκή αντιπαλότητα. Κινδυνεύουν, αντί να λειάνουν, να οξύνουν τις διαφορές.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Μετά τη δημόσια αντιπαράθεση Παυλόπουλου-Ερντογάν άρχισε η προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης που προέκυψε. Από κει και πέρα λειτούργησε το αυστηρό πρωτόκολλο, και όλα όσα είδαμε στις οθόνες μας ήσαν προσυμφωνημένα.

Η συνέντευξη
Αυτή η προσυνεννόηση φάνηκε, κυρίως, στην κοινή συνέντευξη των δύο ηγετών.

Η συνέντευξη θύμιζε κυρίως τηλεοπτικό show, παρά δημόσιες δηλώσεις δύο ηγετών που συναντήθηκαν για να λειάνουν τις αντιθέσεις τους.

Υποτίθεται ότι στις συνεντεύξεις αυτές δίνεται μια εικόνα των συζητήσεων που είχαν οι δύο ηγέτες και των συμφωνιών που πέτυχαν. Από την κοινή συνέντευξη Τύπου δεν δόθηκε η εικόνα αυτή. Κανείς δεν κατάλαβε ούτε τι συζητήθηκε ούτε τι συμφωνήθηκε.

Ήταν εμφανής η προσπάθεια και των δύο να απευθυνθούν στο δικό τους εσωτερικό ακροατήριο. Και οι δύο ηγέτες είναι εξασθενημένοι αυτήν τη στιγμή. Έχουν ανάγκη την ένεση δημοφιλίας. Με τη διαχείριση των εσωτερικών τους ζητημάτων, αυτή η ένεση δεν μπορεί να γίνει. Επέλεξαν να την κάνουν μπροστά στις κάμερες. Φαίνεται να πέτυχαν το σκοπό τους, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκε στο πάνελ καλά. Αλλά ο Τσίπρας δεν είναι συνομιλητής πάνελ. Είναι πρωθυπουργός. Οι πρωθυπουργοί σε τέτοιες στιγμές επιζητούν να λύσουν προβλήματα, όχι μόνο να φροντίσουν τη δημόσια εικόνα τους.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Βλάχος)

Μερικά παραδείγματα:

  • Ο Τσίπρας, πολύ ορθώς, αναφέρθηκε στο Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Αυτή η προσέγγιση πώς αντανακλάται στη λύση που επιδιώκεται; Το πλαίσιο λύσης που έχει συμφωνηθεί (στα περισσότερα θέματα έχει επέλθει σύγκληση – απομένουν οι εγγυήσεις, η ασφάλεια, τα στρατεύματα και το εδαφικό) δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του αυτήν τη διάσταση, της εισβολής και κατοχής.
  • Το να θέτεις θέμα τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο μετά από μια τέτοια συνάντηση δεν έχει καμιά σημασία. Ποια σημασία έχει ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός καταγγέλλει δημοσίως τις τουρκικές παραβιάσεις; Η σημασία μιας επίσκεψης έγκειται στο να ανακοινώσεις τα αποτελέσματα των συνομιλιών γι’ αυτές τις παραβιάσεις. Και επί της ουσίας ουδέν. Ακόμη και την ίδια ημέρα της επίσκεψης, τα τουρκικά αεροπλάνα παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο. Και θα συνεχίσουν να το κάνουν.
  • Ανακοινώθηκε ότι θα ξαναρχίσουν συνομιλίες για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Κάτι που συζητείται από τη Μεταπολίτευση και εδώ. Και πως θα συνεχιστούν οι διερευνητικές επαφές. Και τι έγινε; Πλησιάζουμε τα τριάντα χρόνια που γίνονται τέτοιες επαφές και η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκήσει κυριαρχικά δικαιώματά της στο Αιγαίο.
  • Ο Τσίπρας εξέφρασε την αντίθεσή του στη χρήση της Αγια-Σοφιάς ως τζαμιού. Ε, και; Ως πανελίστας τα πήγε καλά. Ως πρωθυπουργός πέτυχε τίποτε ώστε να σταματήσει αυτή η χρήση;


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γραφείο Τύπου Πρωθυπουργού / Andrea Bonetti)

Η επίσκεψη
Επειδή η επίσκεψη έγινε μετά την συνάντηση Τσίπρα-Τραμπ, αρκετοί αναλυτές, αναζητώντας το γιατί, την συνέδεσαν με μεσολαβητικό ρόλο που ανατέθηκε στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Κάτι τέτοιο δεν έχει βάση. Ο Ερντογάν συνομιλεί ο ίδιος και με τον Τραμπ και με τη Μέρκελ, και δεν χρειάζεται κανένας ενδιάμεσος. Άλλωστε, και από χαρακτήρα δεν θα δεχόταν τέτοια μεσολάβηση ο Τούρκος πρόεδρος.

Η συνάντηση με Παυλόπουλο και η Λοζάνη
Η συνάντηση του Ερντογάν με τον Έλληνα πρόεδρο ήταν επεισοδιακή. Με βάση τον τρόπο που λειτουργούν οι ελληνικοί θεσμοί, είναι αδύνατον ο Πρ. Παυλόπουλος να μην ενημέρωσε την κυβέρνηση για την εκτός κειμένου δήλωσή του σε σχέση με τη Λοζάνη. Πέραν των εντυπώσεων, μια δήλωση του Τούρκου προέδρου τέτοιας μορφής δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη, διότι μπορεί να γίνει στο μέλλον επίκλησή της ως σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους της Ελλάδος.

Ο Παυλόπουλος καλά έκανε και αντέδρασε, και πολύ ορθώς δόθηκε συνέχεια κατά τη συνέντευξη Τσίπρα- Ερντογάν.

Το εντυπωσιακό είναι ότι υπήρξε άμεση αντίδραση του State Department και του Βερολίνου. Και οι δύο πλευρές εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην «επικαιροποίηση» της Συνθήκης της Λοζάνης. Η Συνθήκη της Λοζάνης, στην υπογραφή της οποίας εμπλέκονται πολλές χώρες, ρυθμίζει τα σύνορα χωρών. Και συνθήκες που ρυθμίζουν τα σύνορα χωρών δεν αναθεωρούνται παρά μόνο με πόλεμο.

Η εντύπωση από τις αντιδράσεις στο θέμα αυτό είναι πως ο Ερντογάν απομονώθηκε.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γιάννης Κολεσίδης)

Στο δείπνο που παρέθεσε στον Ερντογάν ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας τα πράγματα ηρέμησαν. Στον προσκεκλημένο, η χώρα που τον καλεί φέρεται με ευγένεια ανεξαρτήτως διαφορών. Οι διαφορές είναι γνωστές, και υποτίθεται πως η επίσκεψη γίνεται αφού έχει συμφωνηθεί τι θα συζητηθεί και έχει υπάρξει κάποια σύγκλιση. Στην προκειμένη περίπτωση ή αυτό δεν συνέβη, ή κάτι συζητήθηκε και συμφωνήθηκε αλλά δεν ανακοινώθηκε.

Οι μουφτήδες
Το άλλο επίμονο ζήτημα που έθετε ο Ερντογάν, μετά τη Λοζάνη, ήταν η εκλογή του αρχιμουφτή. Και μάλιστα, συνέδεε τη Λοζάνη με την εκλογή αυτή. Η Τουρκία στη Θράκη θέτει ζήτημα εκλογής και των μουφτήδων, αλλά οι αναφορές που έκανε ο Ερντογάν ήταν στον αρχιμουφτή.

Καταρχάς πουθενά στη Συνθήκη της Λοζάνης δεν γίνεται αναφορά στους μουφτήδες και το ρόλο τους. Η Λοζάνη δεν έχει σχέση με ρυθμίσεις σχετικά με τους μουφτήδες. Σχετικές αναφορές περιέχονταν στη Σύμβαση των Αθηνών του 1913, τα σχετικά άρθρα της οποίας ρυθμίστηκαν με νόμο του 1920. Ο νόμος του ’20 προέβλεπε την ύπαρξη αρχιμουφτή με έδρα την Αθήνα, θέση η οποία ποτέ δεν στελεχώθηκε λόγω της ριζικής μεταβολής των συνθηκών με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όταν είχαν γίνει οι σχετικές προβλέψεις για αρχιμουφτή, στην Ελλάδα υπήρχαν 500.000 μουσουλμάνοι πολλοί από τους οποίους με την Ανταλλαγή πέρασαν στην Τουρκία.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Σε ό,τι αφορά τους μουφτήδες, η Ελλάδα δέχθηκε να εφαρμόζεται στη μειονότητα ο Ιερός Ισλαμικός Νόμος (Σαρία). Οι μουφτήδες στο πλαίσιο αυτό ασκούν και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες – ένα είδος δικαστή, δηλαδή. Αυτή τους η ιδιότητα τους καθιστά δημόσιους λειτουργούς μη εκλόγιμους. Με τον τελευταίο νόμο που πέρασε από την ελληνική Βουλή, στα μέλη της μειονότητας θα εφαρμόζεται η Σαρία μόνο εφόσον το επιθυμούν και ο άνδρας και η γυναίκα στις υποθέσεις που τους αφορούν. Και φυσικά, όταν εφαρμόζεται η Σαρία, η αρμοδιότητα θα ανήκει στον μουφτή.

Άρα η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του μουφτή δεν έχει αρθεί, που σημαίνει πως πρέπει να διατηρηθεί το μέτρο του διορισμού του.

Τα απωλεσθέντα δίκτυα
Όλα αυτά, όμως, είναι προσχήματα. Διότι ο Ερντογάν, ως ισλαμιστής, δεν μπορεί να ζητά την κατάργηση της Σαρίας στη μειονότητα. Το αντίθετο θα περίμενε κανείς. Ζήτημα μη εφαρμογής της Σαρίας έθεσαν οι κεμαλιστές όταν ανέλαβαν την εξουσία.

Η ουσία της αντίδρασης του Ερντογάν στα ζητήματα που αφορούν τη μειονότητα στη Θράκη, αλλά και της τουρκικής πολιτικής γενικότερα, είναι η επίμονη προσπάθειά τους να ελέγξουν τη μειονότητα και να διαμορφώσουν έναν θύλακα τον οποίο θα χρησιμοποιούν ως μακρύ χέρι στην πολιτική τους απέναντι στην Ελλάδα. Η πολιτική αυτή, εν είδη δικτύων, έχει λειτουργήσει πολλά χρόνια, αλλά μετά την κρίση με τον Γκιουλέν, τα δίκτυα άρχισαν να αποδομούνται. Κύρια επιδίωξη της Τουρκίας είναι η επαναλειτουργία των δικτύων, κάτι που αποδεικνύεται δύσκολο όπως δείχνουν οι επανειλημμένες –και υψηλού επιπέδου– επισκέψεις Τούρκων επισήμων στην περιοχή (πρωθυπουργού, αντιπροέδρου της κυβέρνησης και τώρα Προέδρου της Δημοκρατίας).

Ο συνδυασμός εφαρμογής μιας ανοικτής πολιτικής στη μειονότητα και στη Θράκη με προσπάθεια ανάπτυξης της περιοχής θα μπορούσε να είναι μια καλή επιλογή εκ μέρους της Ελλάδας για την αντιμετώπιση της τουρκικής πολιτικής απέναντι στη μειονότητα. Από την άποψη αυτή, με κομψό τρόπο θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να αρνηθεί την επίσκεψη Ερντογάν στη Θράκη. Θα ήταν καλύτερο από τη δημόσια αντιπαράθεση.

Εν κατακλείδι, τηλεοπτικό show με πρόεδρο και πρωθυπουργό δεν είχαμε ξαναδεί. Το είδαμε και αυτό. Αλλά ας αναμένουμε και τις εξελίξεις.