Όμηροι στα Δεκεμβριανά του 1944

Ο «δεύτερος γύρος» του εμφύλιου πολέμου στην Ελλάδα είναι αυτός του Δεκεμβρίου του 1944 με αντίπαλες δυνάμεις το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ από τη μια πλευρά και τις εθνικές δυνάμεις από την άλλη, όπως τις εκπροσωπούσε η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου μαζί με την αγγλική πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη (Ουίνστον Τσόρτσιλ, Ρόναλντ Σκόμπι).

Ο πρώτος γύρος του Εμφυλίου είχε ήδη ξεκινήσει από το 1943 όταν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θέλησε να μονοπωλήσει τον αντιστασιακό αγώνα κατά των Γερμανών.

Ο τρίτος γύρος του Εμφυλίου –ή συμμοριτοπόλεμου, όπως τον χαρακτήρισαν οι παρατηρητές του ΟΗΕ, λέγοντας ότι «ένοπλες συμμορίες από τα Βαλκάνια διεισδύουν και επιτίθενται στην Ελλάδα»– κράτησε μέχρι το τέλος του Αυγούστου του 1949 με την ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων στον Γράμμο και το Βίτσι.

Πρωταγωνιστές της εποχής αυτής ήταν ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης εθνικής ένωσης Γ. Παπανδρέου, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέπειτα αντιβασιλέας Δαμασκηνός, ο Βρετανός στρατηγός και διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα Ρ. Σκόμπι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Ουίνστον Τσόρτσιλ. Από την μεριά του ΚΚΕ η Κεντρική Επιτροπή, που είχε και την ευθύνη των επιχειρήσεων στην Αθήνα, αποτελούνταν από τους Γ. Σιάντο, Εμμ. Μάντακα, Μ. Χατζημιχάλη.

Ο Γ. Παπανδρέου είχε τηρήσει συμφιλιωτική στάση με αρκετές παραχωρήσεις υπέρ των ΕΑΜιτών υπουργών της κυβέρνησής του. Ο Άγγλος πρεσβευτής Λίπερ τον είχε χαρακτηρίσει, γι’ αυτό, Κερένσκι. Όταν τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της υποχρεωτικής αποστράτευσης και του αφοπλισμού των ανταρτικών ομάδων, οι υπουργοί του ΕΑΜ αρνήθηκαν να υπογράψουν το διάταγμα και παραιτήθηκαν οι έξι από τους επτά. Παρέμεινε για λίγες ακόμη μέρες ο στρατηγός Σαρηγιάννης για προσωπικούς λόγους.

Στις 6 Δεκεμβρίου, ολόκληρη σχεδόν η Αθήνα ήταν στα χέρια των κομμουνιστών.

Τα μόνα κέντρα αντιστάσεως ήταν το Σύνταγμα Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη, η Σχολή Χωροφυλακής (Λεωφόρος Μεσογείων) και το Στρατόπεδο Γουδή με την 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία υπό τον Θρ. Τσακαλώτο.

Στη διάσκεψη ανακωχής που έγινε την επομένη των Χριστουγέννων του 1944, με την παρουσία του ίδιου του Τσόρτσιλ στην Αθήνα, πήραν μέρος ο Γ. Παπανδρέου, ο Ν. Πλαστήρας, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο υπ. Εξ. Ίντεν, ο στρατ. Αλεξάντερ, ο Σοβιετικός συνταγματάρχης Ποπόφ και οι ΕΛΑΣίτες Δ. Παρτσαλίδης, Γ. Σιάντος, Ε. Μάντακας. Το «κάτσε κάτω Παρτσαλίδη» έμεινε από τότε και το είπε ο Πλαστήρας στο στέλεχος του ΕΛΑΣ όταν πήγε να διακόψει τη συζήτηση για να πει κάτι στον Τσόρτσιλ.

Μια ζοφερή πτυχή των Δεκεμβριανών του έτους 1944, που πυροδότησε την εξαπόλυση νέου αιματηρού πολέμου στη χώρα, ήταν η εκτέλεση χιλιάδων ομήρων που είχαν συλληφθεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μέσα από τον άμαχο πληθυσμό και από όλες τις κοινωνικές τάξεις.

Η Φαίνη Ξύδη εκτελέστηκε μαζί με τον πατριό της, τον ναύαρχο Αντώνη Κριεζή, εγγονό του Υδραίου αγωνιστή Κριεζή, στις 22 Δεκεμβρίου 1944.

Πρωταθλήτρια Ελλάδας στο τένις, με διακρίσεις στην Αγγλία και την Αμερική, ήταν εγγονή του Στ. Δραγούμη (πρωθυπουργού της Ελλάδος το 1910), ανιψιά του Ίωνα Δραγούμη και του Φίλιππου Δραγούμη, ο οποίος ήταν υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου τον Δεκέμβριο 1944. Μητέρα της ήταν η Αλεξάνδρα Δραγούμη, η οποία είχε επίσης αιχμαλωτισθεί, και μαζί με την άλλη της κόρη, τη Ρωξάνη, πέρασαν τα πάνδεινα ώσπου να δραπετεύσουν και να επιστρέψουν σπίτι τους. Βαθιά συγκίνηση και πόνο ψυχής νιώθει ο αναγνώστης καθώς διαβάζει το ημερολόγιο της άτυχης Αλεξάνδρας Δραγούμη-Κριεζή:

«Το βράδυ 11 Δεκεμβρίου στις 12:30 εσταμάτησε ένα αυτοκίνητο εις το κιγκλίδωμα του κήπου. Ακούω βήματα εις τον κήπον και κτυπήματα δυνατά εις την εξώθυραν… Τρεις Ελασίτες βαριά οπλισμένοι μπαίνουν μέσα. Αλεξάνδρα Κριεζή, Ρωξάνη Ξύδη ελάτε για μια ανάκριση… Εφθάσαμεν εις την οδόν Διονύσου, εις την οικίαν Διαμαντοπούλου… Κατέφθασαν διάφοροι γνωστοί Κηφισιώται. Εις το ημίφως ανεγνωρίσαμεν την κ. Μεταξά [Λέλα Χατζηιωάννου, σύζυγος Ι. Μεταξά], τον γαμβρόν της κ. Φωκάν, τους κ.κ. Δήμαν, Καραβοκύρη, Πόγγην και πολλούς άλλους αγνώστους. Μεταξύ αυτών και μια κυρία με το νυχτικό της. Μας διηγήθη ότι την συνέλαβαν καθ’ οδόν ενώ έτρεχε να φέρει ιατρόν δια την έγκυο αδελφή της…».