14 Νοέμβριος 2017, 17:02 - Τελευταία Ενημέρωση: 14 Νοέμβριος 2017, 21:04

Η εξομολόγηση του Ομέρ Ασάν για την οικογένειά του στον Πόντο: Η ορφάνια, η πείνα, ο πόλεμος, ο θάνατος

  • Η εξομολόγηση του Ομέρ Ασάν για την οικογένειά του στον Πόντο: Η ορφάνια, η πείνα, ο πόλεμος, ο θάνατος
    Οικογενειακή φωτογραφία του Ομέρ Ασάν: Απεικονίζονται ο ίδιος, η αδερφή του, ο πατέρας τους και η προγιαγιά τους

Συγγραφέας, ερευνητής της ιστορίας του πολιτισμού του Εύξεινου Πόντου, πρωτοπόρος των ελληνόφωνων της Τουρκίας, Αριστερός διανοούμενος. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις ψηφίδες που συνθέτουν την πολυσχιδή προσωπικότητα του Ομέρ Ασάν, του ανθρώπου που έχει διωχθεί και για το βιβλίο του Ο πολιτισμός του Πόντου με την κατηγορία ότι έκανε «γραπτή προπαγάνδα με σκοπό το διαμελισμό της Τουρκίας και την εξύβριση της μνήμης του Μουσταφά Κεμάλ».

Όπως έχει πει σε παλαιότερη συνέντευξή του, την ιστορία του τόπου του την ανακάλυψε από τον Ξενοφώντα και το Κύρου Ανάβαση.

Ο Ομέρ Ασάν αισθάνεται περήφανος για τις ρίζες του τις οποίες μελέτησε, και συνεχίζει να μελετά, μέσα από επίπονη έρευνα. Τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο χωριό Τσορούκ (Ερένκοϊ) της επαρχίας του Όφι, και η γλώσσα του είναι τα ρωμαίικα, όπως λένε την ποντιακή διάλεκτο οι ελληνόφωνοι της Τουρκίας.

Σε πρόσφατη ανάρτησή του στο Facebook, την οποία συνοδεύει με μια φωτογραφία στην οποία απεικονίζονται ο ίδιος, η αδερφή του, ο πατέρας τους και η προγιαγιά τους, αναφέρεται στη δραματική ιστορία της οικογένειάς του και αναρωτιέται γιατί και σήμερα υπάρχει αυτή η κατάσταση έκτακτης ανάγκης:

«Κάτι το κακό, πολύ κακό είναι ο πόλεμος, ο κάθε πόλεμος, τόσο για τον νικητή όσο και για τον ηττημένο, και τα τραύματα που αφήνει παραμένουν ανοιχτά για πολλές γενιές. Είμαι απόγονος ενός λαού που είχε για μητρική του γλώσσα τα ρωμαίικα, ενός λαού που έζησε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δοκίμασε πίκρες πολλές.

»Όσο ζούσε ο παππούς μου, γεννημένος το 1913, παρότι δεν του άρεσε να μιλά για τον εαυτό του, μου είχε εκμυστηρευθεί ότι είχε μείνει ορφανός σε ηλικία 3 ετών και ότι η θεία που τον είχε αναλάβει πέθανε από κρυοπαγήματα μια μέρα που είχε πάει σε ένα γειτονικό χωριό να πάρει αλάτι. Μου είχε πει ακόμη ότι για να μην πεινάσουν ως κύριο φαγητό άλεθαν και έτρωγαν τα φουντούκια με το κέλυφος τους. Η ρωσική κατοχή τον βρήκε στα 3 του χρόνια και θυμόταν αμυδρά το στρατηγείο που είχαν στήσει κοντά τους.

»Στον πόλεμο είχαν επιστρατευθεί οι πάντες. Γκρέμιζαν τα σπίτια για να βρουν κρυμμένους άνδρες και η Τραπεζούντα κατοικούνταν μόνον από γυναικόπαιδα. Τραγικός ήταν και ο θάνατος του παππού μου που πέθανε από ψύξη επάνω στο άλογο. Από μια έρευνα που έγινε ύστερα από χρόνια είχε προκύψει ότι τα περισσότερα θύματα κατάγονταν από το χωριό μας. Οι αγνοούμενοι ήταν 85 και ποιος ξέρει σε ποιο ομαδικό τάφο να είναι θαμμένοι. Το χωριό μας απέκτησε σχολείο το 1947 και ο πατέρας μου ήταν από τους πρώτους απόφοιτους, αργότερα έγινε ο πρώτος δάσκαλος.

»Σε 5.000 υπολογίζονται οι συγχωριανοί μου που εγκατέλειψαν το έρημο σήμερα χωριό μας, και ζουν σκόρπιοι σε Γερμανία, Γαλλία, Σαουδική Αραβία, Περσία και Λιβύη σε μια προσπάθεια να μορφώσουν τα παιδιά τους για ένα καλύτερο αύριο. Οι περισσότεροι αγνοούν την ιστορία τους, αλλά και όσοι τη γνωρίζουν προτιμούν να μην τη θυμούνται.

»Γιατί, όμως, τα έγραψα σήμερα όλα αυτά; Τα έγραψα γιατί ζούμε και πάλι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Εκατό χρόνια τώρα τα ίδια και τα ίδια. Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους να πάρουμε μια ανάσα. Δεν μπορεί, δεν γίνεται;».

  • Μετάφραση από τα τουρκικά του κειμένου του Ομέρ Ασάν έκανε ο συγγραφέας και εκδότης Αλέκος Παπαδόπουλος.