Γερμανός Καραβαγγέλης: Ένας Πόντιος μητροπολίτης λόγιος, ψυχωμένος, πατριώτης και ανθρωπιστής

Δάκρυα συγκίνησης πλημμύρισαν τα μάτια μου όταν διάβασα τα Απομνημονεύματα του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη (1866-1935) με αφορμή την εθνική επέτειο του Μακεδονικού Αγώνα. Ως επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα καθιερώθηκε η 13η Οκτωβρίου 1904, τότε που έπεσε νεκρός από εχθρικά πυρά ο ευπατρίδης αξιωματικός του ελληνικού στρατού και εθελοντής στον Μακεδονικό Αγώνα, Παύλος Μελάς.

Ο πρόωρος θάνατος του παλικαριού είχε ως αποτέλεσμα την πανελλήνια κινητοποίηση υπέρ των Ελλήνων Μακεδονομάχων.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στα Απομνημονεύματα: «Το 1900 πέθανε ο μητροπολίτης Καστορίας και χήρευσε η έδρα της. Ήταν η εποχή που οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει να χτυπούν. Το Κομιτάτο τους εκδηλώθηκε το 1900 πια φανερά, και ιδίως στην επαρχία Καστοριάς, που εθεωρείτο το τελευταίο όριο της βουλγαρικής προπαγάνδας ως τον Αλιάκμονα. Σκότωσαν τον παπα-Κωνσταντίνο από το Νερέτι της Φλώρινας, τον δάσκαλο Σιστέβου Αθανάσιο και άλλους προκρίτους».

Στην αρχή διστάζει να αποδεχθεί τον διορισμό του γιατί είχε αρχίσει το διδακτικό και ποιμαντορικό του έργο στο Σταυροδρόμι (Πέραν) της Κωνσταντινούπολης. Είχαν προηγηθεί οι σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και στα πανεπιστήμια της Βόννης και της Λειψίας. Στην Πόλη οργάνωσε την παραμελημένη εκπαίδευση των κοριτσιών όλων των κοινωνικών τάξεων, ιδρύοντας το Ελληνογαλλικό Παρθεναγωγείο «Ελικών», που ονομάστηκε από το λαό Σχολείο του Καραβαγγέλη.

«Θα γίνεις επίσκοπος Καστοριάς», του μήνυσε ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος στο κελί του, «επειδή το βουλγαρικό κομιτάτο λυμαίνεται τον τόπο και πρέπει να πάει ιερέας άξιος της αποστολής του».

Ο Καραβαγγέλης διηγείται: «Τότε δέχτηκα κι έγινα Καστοριάς. Η ίδρυση όμως και διατήρηση του Παρθεναγωγείου με είχε βυθίσει σε μεγάλα χρέη, διότι είχα συνάψει δάνεια από διάφορους φίλους μου. Κι επειδή τώρα χρειάζονταν και έξοδα του ταξιδιού, τα εξοικονόμησα από τοκογλύφους επί υποθήκη των πολύτιμων αμφίων μου.

»Πριν φύγω ασφάλισα και τη ζωή μου αντί ποσού ίσου προς τα χρέη μου, που τα πλήρωσα όταν έγινα Αμασείας».

Έξυπνος, διορατικός, διπλωμάτης, λόγιος, ψυχωμένος, πατριώτης και ανθρωπιστής ήταν ο ιερωμένος Γερμανός Καραβαγγέλης, και όλα αυτά στον υπερθετικό βαθμό. Ο ίδιος οπλοφορούσε για αμυντικούς λόγους. Χρησιμοποιούσε την πειθώ των λόγων του για να μεταστρέψει τους σλαβόφωνους στην ελληνική εθνική ιδέα.

Συγχρόνως ήταν διπλωματικός με τους Τούρκους, χωρίς να του λείπει το θάρρος σε θέματα ιερά, όπως όταν ζήτησε από τις τουρκικές Αρχές να θάψει το ακέφαλο πτώμα του Παύλου Μελά. Αργότερα, ήταν ο ίδιος που έθαψε το κεφάλι του Μελά μπρος στην Αγία Τράπεζα της Μητρόπολης της Καστοριάς…

Τα Χριστούγεννα του 1901 ο Καραβαγγέλης πηγαίνει να λειτουργήσει στην εκκλησία της Ζαγορίτσανης. Οι Βούλγαροι (Τσακαλάροφ και Μ. Βλάχος με τους ενόπλους τους) έστειλαν επιτροπή από το χωριό για να τον πείσει να λειτουργήσουν πρώτα οι Βούλγαροι.

«Όχι, η εκκλησία έγινε με ελληνικό φιρμάνι από το Ελληνικό Πατριαρχείο και εγώ είμαι αρχιερεύς. Λοιπόν πρώτος θα λειτουργήσω.

»Τότε σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς να μου δώσουν τα κλειδιά. Εμίν, φωνάζω στον καβάση μου [σωματοφύλακα], πήγαινε στον καϊμακάμη να πεις να μας στείλει στρατό. Αυτοί τ’ άκουσαν και μου στείλαν τα κλειδιά. Η πρώτη λειτουργία στη Ζαγορίτσανη ήταν αλήθεια άγρια. Μα έτσι επιβλήθηκα»!

Όταν προσέγγισε τον καπετάν Κώττα στο χωριό Τύρνοβο στη Ρούλια της Φλώρινας προσπάθησε να του τονώσει την ελληνική εθνική συνείδηση με τα εξής λόγια: «Εσείς είσαστε Έλληνες από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβωσαν. Η μορφή σας είναι ελληνική και η γη που πατούμε είναι ελληνική. Το μαρτυρούνε τα αγάλματα που είναι κρυμμένα μέσα της. Και αυτά είναι ελληνικά, και τα νομίσματα που βρίσκουμε είναι ελληνικά και οι επιγραφές είναι ελληνικές. Έπειτα η Εκκλησία μας και το Πατριαρχείο πρωτοστάτησαν πάντοτε στην ελευθερία. Ενώ η Βουλγαρία δεν στάθηκε ικανή ώστε να ελευθερωθεί η ίδια, παρά την απελευθέρωσε η Ρωσία…».