22 Σεπτέμβριος 2017, 08:41 - Τελευταία Ενημέρωση: 21 Σεπτέμβριος 2017, 16:14

Τροπολογία για μειονότητα: Επικίνδυνες ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ, ανακόλουθη πολιτική της ΝΔ

  • Τροπολογία για μειονότητα: Επικίνδυνες ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ, ανακόλουθη πολιτική της ΝΔ
    (Φωτ.: pacific.jour.auth.gr / Άννα Μαυρίκου)

Στη Βουλή, την Τετάρτη, ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη κοινοβουλευτική ήττα εθνικών διαστάσεων, αφού αναγκάστηκε να αποσύρει τροπολογία, σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, που θα υποχρέωνε τα ελληνικά δικαστήρια στη λήψη διαφορετικής απόφασης –από αυτήν που έλαβαν– σε ό,τι αφορά τον τίτλο: «Τουρκική Ένωση Ξάνθης», αλλά και αναγνώριση άλλων μειονοτικών συλλόγων με αμφισβητούμενες ονομασίες.

Η όλη υπόθεση αναδείχθηκε με την άρνηση των ΑΝΕΛ να ψηφίσουν την τροπολογία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση ήλπιζε πως μέρος της αντιπολίτευσης θα υπερψήφιζε την πρότασή της, αλλά έπεσε έξω.

Η αντιπολίτευση δήλωσε πως θα καταψηφίζει στη Βουλή –ακόμη και αν συμφωνεί– νομοσχέδια ή τροπολογίες που φέρνει η κυβέρνηση αν δεν συμφωνούν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι.


(Φωτ.: Συμέλα Παντζαρτζή)

Βέβαια το 2008 κυβέρνηση ήταν η Νέα Δημοκρατία, με υπουργό Εξωτερικών την Ντόρα Μπακογιάννη και υπουργό Δικαιοσύνης τον Νίκο Δένδια. Η συμπεριφορά της κυβερνήσεως αυτής προκάλεσε το πρόβλημα που όμως ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα αντί να το λύσει ορθολογικά αφήνει υποψίες για «κρυφές ατζέντες».

Πρόσχημα, βεβαίως, για την κατάθεση της τροπολογίας, υπήρξε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που δικαίωσε προσφυγή μελών της μειονότητας σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου «Τουρκική Ένωση Ξάνθης». Η απόφαση όμως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υποχρέωνε την Ελλάδα στην καταβολή χρηματικής αποζημίωσης 8.000 ευρώ.

Πέραν τούτου ουδέν. Δεν ζητά από τη χώρα μας την αλλαγή της νομοθεσίας της, κάτι που δεν είναι και στις αρμοδιότητες του δικαστηρίου να κάνει.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται από το 1983 ως το 2008, και δυστυχώς αντί η τότε ελληνική κυβέρνηση να προσφύγει στην ολομέλεια του Διεθνούς Δικαστηρίου ζητώντας την ακύρωση της απόφασης, άφησε το διάστημα προσφυγής να παρέλθει μετατρέποντας έτσι την απόφαση σε οριστική. Ακόμη χειρότερα: Αντί να καταβάλει τη χρηματική αποζημίωση που επιδικάστηκε, άφησε άλυτο το θέμα και σήμερα η χώρα κινδυνεύει να προειδοποιηθεί στην υπουργική του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Νοέμβριο πως αν δεν συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου θα αποβληθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ωστόσο και σήμερα το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί με την καταβολή της αποζημίωσης. Μιλάμε για 8.000 ευρώ. Προς τι η κατάθεση τροπολογίας;

Πώς έχει το θέμα
Το 1983 το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, κατόπιν αίτησης του νομάρχη Ξάνθης απαγόρευσε στην «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» τη χρήση του όρου «τουρκικός». Τρία χρόνια αργότερα, το 1986, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης διέταξε τη διάλυσή της. Το 1987 ο Άρειος Πάγος, με απόφασή του (Αρ. 1729/20.11.1987) απαγόρευσε τη χρήση του όρου «τουρκικός» στους τίτλους των Σωματείων «Ένωση Τουρκικής Νεολαίας Κομοτηνής» και «Ένωση Τούρκων Διδασκάλων Δυτικής Θράκης»», χωρίς όμως να τίθεται θέμα αναστολής της λειτουργίας τους εφόσον γίνονταν οι απαραίτητες αλλαγές στο καταστατικό.

Η «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» αφού εξάντλησε όλα τα ένδικα μέσα στα ελληνικά δικαστήρια για την αναίρεση της απόφασης αναστολής της λειτουργίας της, το 2005 προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).

Το ΕΔΑΔ, με απόφασή του το 2008, δικαίωσε την «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» αποφαινόμενο ότι το ελληνικό κράτος με την απόφαση αναστολής λειτουργίας της παραβίασε το άρθρο 11 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, συγκεκριμένα την ελευθερία του συνέρχεσθε και συνεταιρίζεσθε.

Την απόφαση η ελληνική πολιτεία δεν την θεώρησε δεσμευτική και ο Άρειος Πάγος αποφάσισε το 2012 ότι δεν συντρέχει λόγος άρσης της απαγόρευσης λειτουργίας της.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, που ορίζει ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική άρα όχι πολιτική ή εθνική αφού είναι Έλληνες πολίτες, επικυρώθηκε με νόμο, και το σύνταγμα στο άρθρο 28, παρ. 1, ορίζει ότι «Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας».

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο αφού αναλύει όλο το χρονικό της προσφυγής και τα κριτήρια με τα οποία κατέληξε στην απόφασή του, αποφαίνεται ομόφωνα:

  1. ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στο πρώτο προσφεύγον, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 8.000 (οκτώ χιλιάδες) ευρώ για την ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο επί του ποσού αυτού,
  2. ότι από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες».

Αυτή είναι η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία επιδικάζει στο ελληνικό κράτος την καταβολή 8.000 ευρώ. Δεν ζητάει ούτε ο νόμος να αλλάξει ούτε τίποτε άλλο.

Το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να κλείσει την υπόθεση με την καταβολή των 8.000 ευρώ.

Γιατί αντί να κάνει αυτό, φέρνει μια επίμαχη τροπολογία με βάση την οποία θα αναγκαστεί να αναγνωρίζει, πλέον, ανάλογους συλλόγους, όχι μόνο από την τουρκική μειονότητα αλλά και από οπουδήποτε αλλού (πχ. «μακεδονική»); Η απάντηση βρίσκεται στις ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ και φαίνεται από την παρακάτω ανακοίνωση.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Βλάχος)

Η (τότε) ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ
Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου η Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ είχε εκδώσει την εξής ιστορική ανακοίνωση στις 12 Μαρτίου 2012.

«Η Επιτροπή Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ επισημαίνει με ανησυχία το γεγονός ότι ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης για την αναγνώρισή της ως νόμιμου σωματείου παρά τη δικαίωσή της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται άδικα και παράλογα η παραβίαση του στοιχειώδους συλλογικού δικαιώματος ελεύθερης ίδρυσης συλλόγων που προστατεύεται ρητά τόσο από το σύνταγμα της Ελλάδας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» ανέφερε η ανακοίνωση, και συνέχιζε:

«Μάλιστα, είναι λυπηρό από τη σκοπιά της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι η αίτηση απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι δεσμευτικές!

»Όμως αυτή καθαυτή η άρνηση εφαρμογής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου συνιστά από μόνη της νέα παραβίαση της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 46 της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ καλεί την Ελληνική Πολιτεία να πράξει τα δέοντα ώστε οι συμπολίτες μας της μειονότητας της Θράκης να μπορούν να απολαμβάνουν ισότιμα τα δικαιώματα που τους κατοχυρώνουν το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση».

Να σημειωθεί ότι υπήρξαν και δύο άλλες προσφυγές κατά της Ελλάδας από άλλους συλλόγους της μειονότητας στις οποίες δεν επιδικάστηκε ούτε χρηματική αποζημίωση.

Υπάρχει θέμα;
Υπάρχει, όμως, ένα θέμα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τα κριτήριά του. Στην απόφασή του και στις γενικές εκτιμήσεις αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «Τα σωματεία που συστήνονται για άλλους σκοπούς, και ειδικότερα για την προστασία της πολιτιστικής ή της πνευματικής κληρονομιάς, η επιδίωξη μιας εθνικής ταυτότητας ή η δήλωση μιας μειονοτικής συνείδησης είναι επίσης σημαντικές για την καλή λειτουργία της δημοκρατίας».


Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Νομικοί κύκλοι χαρακτήρισαν στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα τη ρύθμιση «εθνικά επιπόλαιη», επισημαίνοντας ότι υποχρεώνει το ανώτατο δικαστήριο να μπαίνει στη διαδικασία ακόμα και ανατροπής παλαιότερων αποφάσεων, θεωρώντας «αμελλητί» τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) ως νέο στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί, ακόμα κι αν αμφισβητούνται πάγιες εθνικές θέσεις ή διεθνείς συμβάσεις όπως της Λοζάνης.

Τονίζουν δε ότι «το ΕΔΑΔ δικαίωσε τους συλλόγους γιατί στάθηκε σε γενικές αρχές όπως στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Από την άλλη πλευρά, ο Άρειος Πάγος θεωρεί ότι οι διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνουν τις σχέσεις κρατών είναι πιο δεσμευτικές από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου». Ως αντίλογος παρουσιάζεται το επιχείρημα που αναφέρει ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδεικνύει καθολική αποδοχή των αποφάσεων του Ευρωδικαστηρίου και όχι να επικαλείται τις αποφάσεις του μόνο όταν το περιεχόμενό τους τη συμφέρει.

Αλλά η αποδοχή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σημαίνει καταβολή των 8.000 ευρώ.

Τι έλεγε η τροπολογία
Η τροπολογία είναι διατυπωμένη σε μια ακατάληπτη νομική γλώσσα που μόνο με γνώσεις νομικών και ύστερα από μεγάλη προσοχή μπορεί να γίνει αντιληπτό τι εννοεί. Ιδού η διατύπωσή της:

Άρθρο 40
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια ως εξής: Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την οποία κρίνεται ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία που καθίσταται οριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με το άρθρο 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Προκειμένου δε να έχει αναδρομική ισχύ, προστέθηκε «μεταβατική διάταξη» ως άρθρο 41 που αναφέρει: «Η διάταξη του άρθρου 40 του παρόντος καταλαμβάνει και τις υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έχει καταστεί οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πριν από τη δημοσίευση του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος».