Θεόφιλος Πουταχίδης
5 Σεπτέμβριος 2017, 09:03

Η ποίηση είναι παντού

Με την ποίηση αποτυπώνει κανείς σε λόγια περιεκτικά την πλημμύρα των συναισθημάτων και των ιδεών του για ένα ζήτημα ή μια κατάσταση. Η ποίηση όμως είναι σαν το γέλιο, και τα ποιήματα σαν τ’ αστεία. Τα καλά δεν είναι χοντροκομμένα, προφανή και φλύαρα. Έχω την ιδέα ότι ο μηχανισμός που οδηγεί στο γέλιο είναι ίδιος μ’ αυτόν που μας κάνει να ευχαριστιόμαστε ένα καλό ποίημα.

Για να είναι πετυχημένο ένα αστείο ή ένα ποίημα πρέπει ν’ ανοίγει νέες διαδρομές για το ηλεκτρικό ρεύμα που κυκλοφορεί μέσα στο κεφάλι μας.

Στο μυαλό μας βλέπετε υπάρχει ένα απίστευτο κουβάρι από καλώδια και κυκλώματα μπλεγμένα χαοτικά και συνδέσεις. Κι ανάλογα με τη διαδρομή που θα πάρει το ρεύμα μέσα σ’ αυτό το περίπλοκο δίκτυο, νά σου κι η διαφορετική σκέψη.

Τα ωραία αστεία και τα όμορφα ποιήματα, λοιπόν, στέλνουν το ρεύμα σε διαδρομές πρωτότυπες, ασυνήθεις και περίεργες. Τότε, ανάλογα με την περίπτωση και τη θεματολογία, ή που μας βγαίνει το γέλιο αβίαστα, ή που γαργαλιούνται ευχάριστα οι πνευματικές μας κεραίες, ή που νομίζουμε πως φάγαμε καμιά γροθιά στο στομάχι. Άλλες φορές πάλι ξεσηκώνεται μια θέρμη και μια άγρια, αλλά κατά βάθος ευχάριστη, ταραχή από ένα σημείο λίγο πιο κάτω απ’ το στέρνο μας. Αυτή ανεβαίνει ορμητικά προς τα πάνω μέχρι τα μάτια μας, που τότε φουντώνουν και βουρκώνουν και κλαίνε με τα δάκρυα τα καθαρτικά της χαρμολύπης.

Δεν είναι τυχαίο: κλάμα φέρνει και το πολύ το γέλιο, αλλά και η συγκίνηση και η θλίψη.

Όπως και να ’χει, και η πλάκα αλλά και η ποίηση είναι πράγματα που κάνουν τη ζωή μας καλύτερη και γι’ αυτό πρέπει να ψάχνουμε να τα βρούμε∙ να τα ανακαλύπτουμε παντού και να τα εκτιμούμε αναλόγως. Αυτό είναι εύκολο στην περίπτωση του χαβαλέ που μας τραβάει όλους όπως το φως τη νυχτοπεταλούδα∙ στην περίπτωση της ποίησης, βέβαια, είναι κάπως δυσκολότερο…

Ίσως αυτό να ήταν ένα από τα μηνύματα της πρόσφατης απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, όχι σε κάποιον καθαρόαιμο ποιητή ή συγγραφέα, αλλά στον Αμερικανό τραγουδοποιό Μπομπ Ντίλαν. Η σχέση της μουσικής με την ποίηση είναι στενή, κι έτσι η επιτροπή απονομής των βραβείων άδραξε την ευκαιρία να στείλει το μήνυμα αυτό, χωρίς να ξεφύγει πολύ από τα όρια και τη σοβαρότητα της θέσης της – πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Έτσι κι αλλιώς, οι στίχοι των τραγουδιών είναι κατ’ ουσίαν ποίηση.

Από την άλλη, και κάποιοι μεγάλοι ποιητές, όπως εκείνος ο απίστευτος Αμερικανός Έζρα Πάουντ, ονομάζουν τα γραφτά τους τραγούδια – ακόμα κι αν δεν μελοποιήθηκαν κι ούτε πρόκειται ποτέ. «Θα τα δεχτεί άραγε ο κόσμος; (μιλάω γι’ αυτά εδώ τα τραγούδια μου)» γράφει σε ένα ποίημά του. «Αχ… καημένα μου που υποφέρετε μαζί μου, τραγούδια της νιότης μου» γράφει σ’ ένα άλλο. Και πάλι γράφει «Εμπρός πηγαίνετε τραγούδια μου στον μοναχικό και στον ανικανοποίητο».

Φυσικά, αρκετά ποιήματα έχουν γίνει σπουδαία τραγούδια. Αυτό, βέβαια, μπορούν να το πετύχουν μόνο μουσικοσυνθέτες που έχουν ταλέντο σχεδόν εξωπραγματικό. Ο Εθνικός μας Ύμνος είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ο Νικόλαος Μάντζαρος μελοποίησε το ποίημα « Ύμνος εις την ελευθερία» του Διονύσιου Σολωμού. Αλλά τι να πει κανείς και για τη δουλειά που έκανε ο τεράστιος Μίκης Θεοδωράκης πάνω στα ποιήματα του Ελύτη, του Σεφέρη και του Ρίτσου;

Ή πάλι γι’ αυτό που κατάφερε με την ποίηση του Νίκου Καββαδία ο Θάνος Μικρούτσικος;

Ένα ποίημα λοιπόν μπορεί να γίνει τραγούδι κι ένα τραγούδι να έχει τόσο ποιοτικούς στίχους ώστε να μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει και ως υψηλών προδιαγραφών ποίημα που στέκεται μια χαρά κι από μόνο του, αποκομμένο από τη μουσική του επένδυση. Τραγουδάει, για παράδειγμα, o συνονόματος του νομπελίστα Ντίλαν, ο Τζαμαϊκανός Μπομπ Μάρλεϊ: «Εγώ πυροβόλησα τον σερίφη, αλλά σε κανέναν από τους βοηθούς του δεν έριξα… Ο Σερίφης Τζον Μπράουν πάντα με μισούσε. Το γιατί δεν το ’μαθα ποτέ. Κάθε που φύτευα έναν σπόρο, σκότωσέ τον έλεγε, μην και βλαστήσει. Σκότωσέ τους έλεγε, πριν ξεπεταχτούν». Εεε… δεν είναι ποίημα αυτό;

Αλλά κι άλλοι πολλοί ποιητές-τραγουδιστές είναι που αξίζουν την προσοχή μας, αν όχι το βραβείο Νόμπελ. Με πρώτους και καλύτερους τον Ρότζερ Γουότερς των Pink Floyd και τον μακαρίτη Λέοναρντ Κοέν. Εμείς, όμως, πρέπει να πάμε κι άλλα βήματα παραπέρα, για να ανακαλύψουμε την ποίηση παντού μες στη ζωή.

Για παράδειγμα, ένα από τα καλύτερα και πιο σύντομα ποιήματα που έχω ακούσει ποτέ, το σκάρωσε μια γιαγιά από τη Φλώρινα μέσα σ’ έναν μικρό και σκοτεινό στάβλο.

Ήμουν τελειόφοιτος της Κτηνιατρικής κι έκανα την πρακτική μου. Μπήκαμε, λοιπόν, με τον κτηνίατρο σ’ έναν στάβλο με δυο οικόσιτες αγελάδες και κάναμε αυτά που συνήθως κάνει το σινάφι μας σε αυτά τα ζώα. «Τι είσαι συ καλό παιδί;», ρώτησε η γιαγιά που παρακολουθούσε. «Φοιτητής είναι γιαγιά και μαθαίνει», με πρόλαβε ο κτηνίατρος. Κούνησε το κεφάλι η γιαγιά και με τα χέρια στη μέση απήγγειλε: «Άι… καλό παιδί… άλλοι διαβάζουν για να βγουν απ’ τα σκατά κι εσύ διαβάζεις για να μπεις». Ποίημα!