Μάρκος Τρούλης
7 Σεπτέμβριος 2017, 09:03

Ελληνικά διακυβεύματα στην Αλβανία

Όταν ξεκίνησα να γράφω κείμενα για λογαριασμό του pontos-news.gr, στις 3 Νοεμβρίου 2016, αναφέρθηκα στο ζήτημα της αξιοπιστίας στη διεθνή πολιτική. Σε εκείνο το κείμενό μου αναφέρθηκα στον ορισμό του Ντάριλ Πρες σύμφωνα με τον οποίο «οι λήπτες των αποφάσεων πιστεύουν ότι οι απειλές και οι υποσχέσεις είναι αξιόπιστες όταν (και μόνο τότε) υποστηρίζονται από επαρκή ισχύ και υπηρετούν διακριτά συμφέροντα». Μάλιστα, είχε επισημανθεί ότι ο ορισμός –με βάση τις περιπτωσιολογικές αναφορές του συγγραφέα– εστιάζει στον δρώντα που απειλεί και όχι σε εκείνον που απειλείται, δίχως ωστόσο αυτό να μας εμποδίζει να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας και για χώρες που αντιμετωπίζουν δίλημμα ασφαλείας, όπως η Ελλάδα από πλευράς της Τουρκίας.

Οι τωρινές εξελίξεις, με την αλβανική κυβέρνηση να καταπατά τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, υπακούουν ακόμη περισσότερο στον ανωτέρω ορισμό.

Η Ελλάδα είναι ο ισχυρός δρων στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Αλβανία αντιμετωπίζει το φάσμα της περιφερειακής απομόνωσης, ενώ το μοναδικό στήριγμά της –η Τουρκία– δείχνει να είναι εγκλωβισμένο στα δικά της εξ Ανατολών προβλήματα. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ενδεχόμενο υιοθέτησης μιας στάσης της χώρας μας, η οποία θα παράγει έλλειψη αξιοπιστίας και μείωση του κύρους της, τι πραγματικά διακυβεύεται στη Βόρειο Ήπειρο;

Πρώτον, διακυβεύεται η επί χιλιετίες παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή. Με τακτικές που θυμίζουν τα Σεπτεμβριανά του 1955 και το φόρο κεφαλαίου του 1942, το αλβανικό κράτος εμπλέκεται άμεσα –και για την ακρίβεια συντονίζει το ίδιο– στην υλοποίηση ενός σχεδίου εκπατρισμού των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Ακόμη και αν το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν συγκινείται με τις ιστορικές καταβολές της ελληνοφωνίας και της ελληνικής συνείδησης στην τελευταία εκτός συνόρων κοινότητα Ελλήνων, τουλάχιστον θα έπρεπε να θορυβηθεί με τις κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις μιας μαζικής φυγής αυτών των ανθρώπων προς τη χώρα μας.

Δεύτερον, βάλλεται για ακόμη μια φορά η αξιοπιστία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η άρνησή μας –και όχι η αδυναμία– να προστατεύσουμε την ελληνική μειονότητα δημιουργεί ένα ρήγμα στο κύρος μας εκτός αν βέβαια προτρέχω και το ΥΠΕΞ ετοιμάζει συντονισμένες διπλωματικές προσπάθειες πίεσης προς τα Τίρανα. Εάν όμως δεν αναληφθούν οι αναγκαίες πρωτοβουλίες, η χώρα μας θα έχει μείνει και πάλι θεατής ενώπιον της βίαιης περιστολής των ζωτικών συμφερόντων της στην περιφέρεια των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Θα αντέτεινε κάποιος: «Ποια είναι η λύση; Η πολεμική απειλή;».

Προφανώς και δεν υποστηρίζεται κάτι τέτοιο. Το πρόβλημα σχετίζεται ακριβώς με τη «λεκτική κλιμάκωση» από πλευράς του ελληνικού ΥΠΕΞ. Στις διακρατικές σχέσεις, δηλαδή, όταν εκστομίζεις πολλά και «δίνεις υποσχέσεις», οφείλεις να τις εκπληρώνεις για να μη βρεθείς να κατευνάζεις και απλά να υποχωρείς διαρκώς. Έγιναν –σωστά– προειδοποιήσεις για το πρόωρο τέλος του «ευρωπαϊκού ονείρου» για τα Τίρανα. Πρέπει να γίνουν πραγματικότητα, εφόσον δεν υποχωρεί η αλβανική κυβέρνηση στους σχεδιασμούς της και φυσικά να μην υπάρξει καμία «ανταλλαγή» στο όνομα φανταστικών αιτημάτων περί Τσάμηδων.

Το κύρος και η αξιοπιστία παράγουν «στρατηγική εικόνα», και η «στρατηγική εικόνα» υποβοηθά στην εκπλήρωση των εθνικών στόχων με την προώθηση των συμφερόντων και την αποτροπή των απειλών. Γι’ αυτόν το λόγο, το κύρος και η αξιοπιστία πρέπει να διαφυλάσσονται και να καλλιεργούνται.