20 Αύγουστος 2017, 15:23 - Τελευταία Ενημέρωση: 20 Αύγουστος 2017, 15:21

Έλληνας γενετιστής εξηγεί τη σχέση Μινωιτών και Μυκηναίων με τους σύγχρονους Έλληνες

  • Έλληνας γενετιστής εξηγεί τη σχέση Μινωιτών και Μυκηναίων με τους σύγχρονους Έλληνες
    Η πύλη των Λεόντων στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου στις Μυκήνες (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Η νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Nature, και υπογράφεται από πλήθος επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Γονιδιωματικών Επιστημών και Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον του Σιάτλ Γιώργο Σταματογιαννόπουλο, κατέληξε στο συμπέρασμα πως σε μεγάλο βαθμό το DNA ατόμων του μυκηναϊκού και του μινωικού πολιτισμού παραμένει όμοιο με εκείνο των σύγχρονων Ελλήνων!

Τη στατιστική επεξεργασία και ανάλυση των νέων δεδομένων έκανε ο δρ Ιωσήφ Λαζαρίδης, ο οποίος είναι και ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης. Ο Φιλελεύθερος μίλησε με τον Ιωσήφ Λαζαρίδη, προκειμένου να εμβαθύνει στις λεπτομέρειες της σημαντικής αυτής νέας μελέτης. «Αν συγκρίνουμε πάντως τους σημερινούς Ελλαδίτες και Κυπρίους, για τους οποίους έχουμε δείγματα, με τους αρχαίους Πελοποννήσιους και Κρητικούς βλέπουμε ομοιότητα. Υπάρχει επίσης κάποια διαφοροποίηση –π.χ. οι Βορειοελλαδίτες έχουν περισσότερη "βόρεια" συνιστώσα, ενώ οι Κύπριοι "ανατολική"– αλλά πάντοτε στη βάση του κοινού πρωτο-γεωργικού» πληθυσμού.

»Οι μετακινήσεις πληθυσμών ανακάτωσαν το μίγμα των γενετικών στοιχείων και συνεισέφεραν καινούργια στοιχεία, αλλά δεν φαίνεται να ήταν σε τέτοιο βαθμό που να διαφοροποιήσουν σημαντικά τους σύγχρονους πληθυσμούς από αυτούς της Εποχής του Χαλκού» εξήγησε ο επιστήμονας στην κυπριακή εφημερίδα. Διαβάστε στη συνέχεια ένα μεγάλο κομμάτι της συνέντευξης που παραχώρησε στον «Φ»:

Πώς ξεκίνησε η ιδέα για την έρευνα περί του DNA των Ελλήνων;
Η ιδέα ξεκίνησε από τον καθηγητή Γιώργο Σταματογιαννόπουλο πριν από πολλά χρόνια, ο οποίος σε συνεργασία με Έλληνες αρχαιολόγους βρήκε σκελετικό υλικό από την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Στη δικιά μου προηγούμενη έρευνα μελέτησα αρχαία δείγματα από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή αλλά φυσικά είχα πάντοτε την πρόθεση να μελετήσω και δείγματα από την Ελλάδα, όχι μόνο λόγω καταγωγής αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι η γεωγραφική γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και ήταν ένα κενό στη δειγματοληψία μας που θέλαμε να το καλύψουμε.


(Φωτ.: twitter / iosif_lazaridis)

Ποια μεθοδολογία επιλέξατε και γιατί;
Η ανάλυση έγινε με δείγματα δοντιών τα οποία μπορούν να εξαχθούν σχετικά εύκολα από έναν σκελετό. Στη συνέχεια διαπιστώνεται αν υπάρχει αρχαίο DNA στα δείγματα σε αποστειρωμένες συνθήκες (για να αποφευχθεί η μόλυνση των δειγμάτων από σύγχρονο DNA). Από πολύ παλιά δείγματα και περιοχές υψηλής θερμοκρασίας, όπως η Ελλάδα, η επιτυχία δεν είναι δεδομένη, αλλά κατορθώσαμε να αποκτήσουμε DNA από 16 δείγματα από την Ελλάδα και 3 από την Τουρκία, το οποίο στη συνέχεια μελετήσαμε με 1,2 εκατομμύρια γενετικούς δείκτες.

Με ποιους συνεργαστήκατε;
Η συνεργασία ήταν με τον καθηγητή δρα Σταματογιαννόπουλο του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σιάτλ, τον καθηγητή δρα Johannes Krause και τη δρα Alissa Mittnik του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ στην Ιένη, και τον καθηγητή δρα David Reich της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ στη Βοστώνη, στο εργαστήριο του οποίου εργάζομαι. Οι Γερμανοί συνεργάτες μας είχαν την κύρια ευθύνη της επεξεργασίας του αρχαίου DNA, ενώ στη Βοστώνη κάναμε την πληθυσμιακή ανάλυση των δεδομένων. Φυσικά αυτοί ήταν οι κύριοι συνεργάτες αλλά η έρευνά μας θα ήταν αδύνατη δίχως τη συμβολή Ελλήνων, Τούρκων και άλλων ειδικών (ιδιαίτερα αρχαιολόγων), οι οποίοι παρέχουν τα δείγματα και βοηθούν να τα ερμηνεύσουμε.

Ποια είναι λοιπόν τα αποτελέσματα;
Το κύριο συμπέρασμα είναι πως οι Μινωίτες (από την Κρήτη) και οι Μυκηναίοι (από την Πελοπόννησο και τη Σαλαμίνα) ήταν σημαντικά παρόμοιοι μεταξύ τους και προέρχονταν σε >75% από τους πρωτο-γεωργικούς πληθυσμούς της Ελλάδας και δυτικής Ανατολίας. Άρα δεν υπήρξε κάποια τρομερή πληθυσμιακή μεταβολή ανάμεσα στους «πρωτο-γεωργούς» της 7ης χιλιετίας π.Χ. και την Εποχή του Χαλκού (3η-2η χιλιετία π.Χ.). Και οι δυο ομάδες είχαν επίσης κάποια συμβολή από την Ανατολή (αρχαία δείγματα από τον Καύκασο και το Ιράν), ενώ στην περίπτωση των Μυκηναίων και από τον βορρά (αρχαία δείγματα από την ανατολική Ευρώπη και Σιβηρία), η οποία τους διαφοροποιεί από τους Μυκηναίους.

Οι δε σύγχρονοι Έλληνες –αλλά και γειτονικοί λαοί– ομοιάζουν πολύ με τους Μυκηναίους αλλά φαίνεται να έχουν μια ελάττωση της προέλευσης από τους «πρωτο-γεωργούς». Συνοψίζοντας, από την Εποχή του Χαλκού μέχρι σήμερα έχουμε μεγάλη συνέχεια αλλά όχι απομόνωση, δηλαδή οι ανατολικές και βόρειες προσμίξεις προστίθενται στο βασικό «μοτίβο» του πληθυσμού το οποίο έλκει την καταγωγή του από τους πρωτο-γεωργούς >6000 π.Χ.


(Φωτ.: odysseus.culture.gr)

Τι σημαίνει ότι το DNA των σύγχρονων Ελλήνων είναι παρόμοιο με το Μυκηναϊκό και το Μινωικό;
Μπορούμε να υπολογίσουμε μια πληθυσμιακή «απόσταση» ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς με βάση τη συχνότητα των διαφόρων γενετικών δεικτών και να ταξινομήσουμε τους διάφορους σύγχρονους πληθυσμούς (από τους οποίους έχουμε περί τα 3.000 άτομα). Οι Έλληνες και οι γειτονικοί λαοί από τη νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ιταλία είναι οι πλησιέστεροι με βάση αυτό το κριτήριο με τους Μυκηναίους. Επίσης, μπορούμε να υπολογίσουμε την καταγωγή Ελλήνων και Μυκηναίων από πιο αρχαίους πληθυσμούς και βλέπουμε πως υπάρχουν κοινά στοιχεία (οι πρωτο-γεωργοί που ανέφερα παραπάνω) αλλά σε όχι πανομοιότυπες αναλογίες.

Πώς εξηγείται ότι, παρά τα κύματα των προσφύγων, ο γενετικός κώδικας παραμένει αναλλοίωτος;
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πόση διαφοροποίηση υπάρχει ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς οι οποίοι ιστορικά προέρχονται όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά βέβαια και από την Κύπρο, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο κτλ. Επίσης δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς ήταν οι αρχαίοι πληθυσμοί από αυτές τις περιοχές.

Αν συγκρίνουμε πάντως τους σημερινούς Ελλαδίτες (από διάφορες περιοχές) και Κυπρίους, για τους οποίους έχουμε δείγματα, με τους αρχαίους Πελοποννήσιους και Κρητικούς βλέπουμε αυτή την ομοιότητα.

Υπάρχει επίσης κάποια διαφοροποίηση (π.χ. οι Βορειοελλαδίτες έχουν περιοσσότερη «βόρεια» συνιστώσα, ενώ οι Κύπριοι «ανατολική»), αλλά πάντοτε στη βάση του κοινού «πρωτο-γεωργικού» πληθυσμού. Οι μετακινήσεις πληθυσμών ανακάτωσαν το μίγμα των γενετικών στοιχείων και συνεισέφεραν καινούργια στοιχεία, αλλά δεν φαίνεται να ήταν σε τέτοιο βαθμό που να διαφοροποιήσουν σημαντικά τους σύγχρονους πληθυσμούς από αυτούς της Εποχής του Χαλκού.

Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον;
Η επιτυχία μας σε αυτή τη μελέτη σημαίνει πως είναι πλέον τεχνικά εφικτό να μελετήσουμε ιστορικά προβλήματα με την αρχαιογενετική. Για παράδειγμα η Κύπρος είναι μαζί με την Κρήτη (και παλαιότερα τη Σικελία) τα μεγαλύτερα νησιά του Ελληνισμού και στο μέλλον θα είναι δυνατόν και πιθανόν να μελετήσει κανείς τους Ετεοκύπριους, Αχαιούς, Βυζαντινούς κτλ και να ανακατασκευάσουμε μια «γενετική ιστορία», η οποία θα προστεθεί στην Ιστορία που γνωρίζουμε μέσω των κειμένων και της αρχαιολογίας.

  • Ο Ιωσήφ Λαζαρίδης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1976 και αποφοίτησε το 1999 από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ. Έκανε τόσο το μεταπτυχιακό του όσο και το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια-Ιρβάιν, με εξειδίκευση στην πληροφορική και στις βάσεις δεδομένων. Από το 2013 εργάζεται στο εργαστήριο του κορυφαίου παλαιογενετιστή Αμερικανού καθηγητή David Reich του Χάρβαρντ.
  • Πηγή: philenews.com.