Το πευκάκι

Κοιτάζοντας απ’ έξω το πίσω μέρος του μεγάλου αμφιθεάτρου της πανεπιστημιακής σχολής όπου υπηρετώ, θα δει κανείς ένα πλάτωμα τσιμεντένιο ίσαμε ένα μέτρο και κάτι στο φάρδος. Το τι έχει απάνω αυτό το πλάτωμα δεν μπορεί να το δεις από το έδαφος, γιατί είναι αρκετά ψηλά. Το βλέπεις, όμως, αν στέκεσαι εσύ ψηλότερα. Όπως όταν περνάς, για παράδειγμα, μέσα από τον μακρύ διάδρομο του δεύτερου ορόφου που ’χει από τη μια μεριά όλο παράθυρα με τζαμαρίες.

Χιλιάδες φορές τον έχω περπατήσει αυτόν τον διάδρομο. Περνώντας τον το λοιπόν μια μέρα πριν από χρόνια, κοίταζα αφηρημένα από τα παράθυρα το έξω γενικώς.

Τότε ήταν που το είδα για πρώτη φορά. Στο τσιμεντένιο κράσπεδο που λέγαμε, να ’σου ένα μικρό πράσινο πευκάκι ίσαμε δέκα εκατοστά στο ύψος. Αδιανόητο μου φάνηκε έτσι που ’χε ξεπεταχτεί κατευθείαν μέσα από το μπετόν.

Κάθισα να του μιλήσω δυο λεπτά. Πού πήγες και φύτρωσες εκεί μωρέ; Τι βάλθηκες να κάνεις βρε μικρούλι; Να τους τρελάνεις θέλεις τους γεωπόνους που σε βλέπουν απ’ την απέναντι σχολή; Χάθηκαν βρε τ’ αφράτα χώματα στα βουνά και στα μέρη τα παραθαλάσσια που ’ναι γεμάτα από πεύκα σαν κι εσένα; Για τι περνιέσαι βρε; Τι θες να γίνεις; Ο πιο μεγάλος ήρωας του γένους των πεύκων; Αλλά τι φταις κι εσύ βρε κακόμοιρο; Σάματι το διάλεξες πού θα φυτρώσεις; Δεν φταις εάν ο σπόρος σου εκεί να πάει να πέσει το ’χε η μοίρα: σε μέρος απίθανο κι αφιλόξενο. Κι άλλα τέτοια του είπα, μέχρι που έφυγα και πήγα στο εργαστήριο να πιαστώ με τις χίλιες δουλειές, όπως το συνηθίζω.

Εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, λοιπόν, θα τη θυμάμαι για πάντα, γιατί μου ’φερε για την υπόλοιπη μέρα ένα χαμόγελο και μια αισιοδοξία για τα πράγματα ανεξήγητη.

Κι όλα αυτά τα χρόνια περνώντας απ’ εκείνον το διάδρομο κάθε φορά του ’ριχνα καμιά κλεφτή ματιά. Πώς μεγαλώνεις βρε συ σε τούτο το μέρος; Κοίτα βρε που ’ριξε και μπόι ο μικρός μας ήρωας που βάλθηκε να κάνει τ’ αδύνατα δυνατά! Ένα μικρό θαύμα είσαι βρε άτιμο – φτου να μη σε βασκάνω! Ποίημα θα σ’ έφτιαχναν ο Ελύτης, ο Σεφέρης κι ο Ρίτσος, αν σε βλέπανε!

Θάρρος κι ελπίδα μου ’δινε αυτό το μικρό θαυματάκι. Από πού μπορεί να πάρει κουράγιο κι απαντοχή ο άνθρωπος καμιά φορά γιά δες... Δεν πειράζει κι αν οι συνθήκες είναι δύσκολες. Δεν πειράζει κι αν δεν έχουμε τα χρειαζούμενα. Δεν πειράζει το κακό το ριζικό μας, το άνυδρο και το στεγνό. Δεν πειράζει που μας τα πήραν όλα και δεν μας αφήσαν τίποτα. Ας είναι... με τα λίγα θα ζήσουμε, με τα λίγα θα πολεμήσουμε. Υπομονή... υπομονή... υπομονή και μια βροχή στο τόσο... κι έχει ο Θεός. Αντέχεις...

Τόσα χρόνια έλεγα να σε βγάλω μια φωτογραφία. Για να σε έχω να σε δείχνω σαν αξιοθαύμαστο παράδοξο.

Να ξεκινάω τα μαθήματά στα παιδιά (που είναι και δικά μου παιδιά) με σένα στην πρώτη διαφάνεια και να τους λέω κουράγιο πευκάκια μου, υπομονή... Επιμονή! Σκάψτε! Στείλτε τη ρίζα σας βαθιά, για να ξεπεράσει το ανίερο τσιμέντο και να βρει τη γλυκιά γη της ελληνικής μας παράδοσης. Έτσι να κρατηθείτε. Κι αν αντέξετε κι είναι το τυχερό σας και σας μεταφυτέψει κανένας σε χώμα κανονικό, τότε να δείτε πως θα ξεπεταχτείτε∙ έτσι που ήσασταν μαθημένα και ψημένα στα λίγα και στα δύσκολα...

Να ’χω να σε δείχνω με καμάρι, για να λέω πως δεν πιάνουν δεκάρα εκείνα τα πεύκα τα θεόρατα στη Νέα Αγγλία, στην Καλιφόρνια, στον Καναδά και στον Μέλανα Δρυμό της Γερμανίας. Νά πως τα καταφέρνουν τα δικά μας τα πεύκα... Εδώ σας θέλω! Στο χώμα και στ’ άφθονα νερά τα καταφέρνει ο οποιοσδήποτε.

Γιά δοκίμασε να δαμάσεις τη στουρναρόπετρα και –προπαντός– εκείνο το άψυχο, το αφύσικο τσιμέντο που δεν έχει μέσα του τις προϋποθέσεις για να περιθάλψει τη ζωή.

Να πάρω τη φωτογραφία σου, για να είναι η αιώνια ντροπή όλων των Κωλλέτηδων «οπού έκαμαν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος και της θρησκείας μας» κι έχουν τα πευκάκια μας να προσπαθούν να μεγαλώσουν απάνω στα τσιμέντα. Χάνεται και βολοδέρνει ο ανθός της νεολαίας μας στην ανεργία, στην αφάνεια, στη φτώχεια και στη μιζέρια και στην απελπισία.

Αλλά αυτή η αναβλητικότητά μου τα φταίει. Σήμερα θα σε τραβήξω φωτογραφία, αύριο θα σε τραβήξω... θα... θα... θα... Προχτές που μ’ έπιασε η προκοπή και πήγα να σε απαθανατίσω, ήταν αργά. Όρθιο ήσουν και στη θέση σου, μα ξερό και καφετιασμένο ολάκερο. Χωρίς ίχνος πρασινάδας και ζωής. Για πόσο ν’ αντέξεις κι εσύ καημένο...

Ευτυχώς που κι εμείς και τα παιδιά μας έχουμε πόδια κι όχι ρίζες... κι έτσι, ίσως υπάρχει μια κάποια ελπίς...