Μάρκος Τρούλης
10 Αύγουστος 2017, 09:03

Τρία χρόνια προεδρίας Ερντογάν

Στις 10 Αυγούστου 2014 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εξελέγη πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας σηματοδοτώντας την πολιτειακή στροφή της γείτονος. Για πρώτη φορά, ο πρόεδρος εκλέγεται –όπως εκλέγεται– και αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα της χώρας. Το ποσοστό του 53,05% των ψήφων αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια νίκη έναντι του Εκμελετίν Ιχσάνογλου, ο οποίος υποστηρίχθηκε από το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης λαμβάνοντας 37,81%.

Τρίτος κατετάγη ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς με 9,14% ως πρόεδρος του φιλοκουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών.

Τι υποσχέθηκε, όμως, ο Ερντογάν στις πρώτες δηλώσεις μετά την εκλογή του; Μια περίοδο «εθνικής συμφιλίωσης», ενώ υπογράμμισε: «Το λέω αυτό από την καρδιά μου. Ας ανοίξουμε σήμερα μια νέα περίοδο κοινωνικής συμφιλίωσης και ας αφήσουμε τις διενέξεις του παρελθόντος στην Τουρκία του παρελθόντος».

Στη συνέχεια ανέφερε ότι θα είναι ο «πρόεδρος και των 77 εκατομμυρίων Τούρκων», προσθέτοντας ότι «υπάρχουν μουσουλμάνοι, χριστιανοί, ιουδαίοι, αλεβίτες, σουνίτες, Κούρδοι, Λαζοί, Τσερκέζοι, Έλληνες, Αρμένιοι, αλλά πάνω απ’ όλα υπάρχουν πολίτες της Τουρκίας». Ας μη βάλουμε «θαυμαστικά» γιατί θα αλλοιώσουν το βαθμό της αστειότητας της «ανεκτικότητας» του προέδρου.

Το γεγονός ότι δεν είχε επονομάσει τους «γκιουλενιστές» ίσως δικαιολογεί ότι, μόλις τρία χρόνια μετά, είμαστε ενώπιον ενός πογκρόμ δίχως προηγούμενο.

Συλλήψεις επί συλλήψεων αντιφρονούντων, βασανιστήρια, μυστηριώδεις εξαφανίσεις και κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των Κούρδων –μαχητών και αμάχων– συνθέτουν ένα σκηνικό κάθε άλλο παρά δημοκρατικό και ευρωπαϊκό, δικαιοσύνης και κράτους δικαίου. Ο αριθμός, κατά το προηγούμενο διάστημα, άγγιξε τις χίλιες συλλήψεις εβδομαδιαία, ενώ οι διώξεις έχουν φθάσει να πλήττουν ακόμη και την επιχειρησιακή επάρκεια των σωμάτων ασφαλείας. Ενδεικτικό παράδειγμα, άλλωστε, είναι η απειρία των πιλότων οι οποίοι παραβιάζουν καθημερινά τον ελληνικό εναέριο χώρο, γεγονός το οποίο έχει αυξήσει και την επικινδυνότητα των εμπλοκών.

Ωστόσο, το πλέον ενδιαφέρον σχετίζεται με την εμμονή του Ερντογάν στο ξεκαθάρισμα των εσωτερικών μετώπων. Η στρατηγική εμπέδωσης εσωτερικής συνοχής θα ήταν αρκούντως ορθή, ακόμη και με διακινδύνευση διεθνών ερεισμάτων, αν εστιαζόταν στους ταυτοτικούς ετεροπροσδιορισμούς. Αν, δηλαδή, ο Ερντογάν θεωρούσε ότι πρέπει να καταστήσει το κράτος του ομοιογενές και χαλύβδινο εσωτερικά, τότε ίσως να δικαιολογούνταν ακόμη και οι φαινομενικά ανορθολογικές πολιτικές εναντίον των αμερικανικών ή των ισραηλινών συμφερόντων.

Στην περίπτωση των διωγμών των γκιουλενιστών, όμως, ο ζήλος του Ερντογάν εξαντλείται στην παγίωση της εξουσίας του.

Προκαλεί δηλαδή αστάθεια και εσωτερική αναταραχή χάριν της προσωπικής στρατηγικής του και όχι των διακυβευμάτων της χώρας του. Ο Γκιουλέν ενδεχομένως να δρούσε υπέρ των αμερικανικών συμφερόντων ή να είχε άρρηκτους δεσμούς με το ισραηλινό λόμπι, αλλά πάντως είναι Τούρκος. Σε αυτό, ο Ερντογάν μάλλον θα απαντούσε ότι το πρόταγμα των αμερικανικών συμφερόντων από πλευράς του Γκιουλέν κατέληγε να είναι επιζήμιο για τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα. Εντούτοις, αυτό αποδεικνύεται δύσκολα.

Εν κατακλείδι, τα τρία χρόνια προεδρίας του Ερντογάν έχουν σημαδευτεί από τη μετατροπή της Τουρκικής Δημοκρατίας σε ένα προσωποπαγές καθεστώς, το οποίο δεν λειτουργεί αποκλειστικά με γνώμονα τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα. Η θέση αυτή έχει σαφέστατες προεκτάσεις επί του βαθμού κατά τον οποίο το ορθολογικό κριτήριο εισρέει στην ανάλυση της πολιτικής του Ερντογάν, και σίγουρα θα επανέλθουμε σε επόμενα κείμενα.

Επί της παρούσης αξίζει να επισημανθεί ότι προσωποπαγή καθεστώτα –ή πολιτικά κόμματα– δύσκολα ορθοποδούν μετά τη μοιραία αποχώρηση του ηγέτη τους κάποια στιγμή, αρκεί να ανατρέξουμε στα ανάλογα ιστορικά παραδείγματα. Είναι βέβαιο ότι η μετά τον Ερντογάν εποχή στην Τουρκία θα κάνει την τρέχουσα περίοδο να μοιάζει «παιδική χαρά».