Μάρκος Τρούλης
6 Ιούλιος 2017, 09:03

Το Κυπριακό, άχθος της ελληνικής πολιτικής τάξης

Διανύουμε τον 21ο αιώνα και έχουμε φθάσει να συζητούμε ακόμη αν αποτελεί παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας η κατάλυση της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους και η κατοχή εδάφους του επί 43 έτη. Ενόψει του νέου γύρου συνομιλιών, ίσως θα έπρεπε να θυμηθούμε ότι βρισκόμαστε ενόψει και της 43ης επετείου από τον Αττίλα.

Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής και παράνομης κατοχής. Από εκεί ξεκινούμε, και τις ρίζες αυτού του προβλήματος οφείλουμε να θεραπεύσουμε.

Η άμεση απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων και το τέλος του εκτρωματικού καθεστώτος των εγγυήσεων οφείλουν να έρθουν σε ένα οριστικό τέλος με σεβασμό στην αυτοδιάθεση του Κυπριακού λαού. Είναι πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο; Υπό τις παρούσες συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολο, κυρίως επειδή η τουρκική ελίτ έχει δείξει δείγματα γραφής ήδη από την εποχή του «Συνδέσμου Τούρκων Εθνικιστών», ο οποίος συστάθηκε το 1951 προκειμένου να βοηθήσει τους «χειμαζόμενους από τους Έλληνες» Τούρκους της Κύπρου έως και τις περίφημες πια αναλύσεις του Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του Το στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας.

Για τον Νταβούτογλου, δεν νοείται στρατηγικό βάθος για τη χώρα του αν απωλέσει την Κύπρο. Η Μεγαλόνησος αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων γεωστρατηγικών κόμβων του πλανήτη, και φυσικά, ευρισκόμενη στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας, δεν πρέπει να παραμεληθεί. Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» μπορεί να εφαρμοσθεί σε πολλές περιπτώσεις γειτονικών κρατών της Τουρκίας αλλά όχι στην Κύπρο, όπου τα περιθώρια υποχώρησης και συμβιβασμού είναι μηδενικά.

Η σημασία της Κύπρου για την Τουρκία έχει υπογραμμισθεί και διαφανεί από τις δηλώσεις Ερντογάν, Γιλντιρίμ και Τσαβούσογλου κατά την τελευταία περίοδο.

Δεν αφήνουν περιθώριο ελπίδας για μια λύση στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου υπό την έννοια του σεβασμού της διεθνούς τάξης όπως αυτή έχει προκύψει κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες.

Ενώπιον όλων αυτών, η Αθήνα έχει αντιμετωπίσει την Κύπρο υπό τη σκέπη της φράσης του αειμνήστου Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι «κείται μακράν». Σε όλη τη διάρκεια των μεταπολιτευτικών χρόνων, το Κυπριακό ειδώθηκε ως άχθος, το οποίο η Ελλάδα καλό θα ήταν να ξεφορτωθεί «όπως-όπως». Το είδαμε αυτό μέσω των διαρκών υποχωρήσεων με αποθέωση το «σχέδιο Ανάν» το 2004. Τι έλεγαν τότε οι ινστρούχτορες; Διατυμπάνιζαν ότι «θα χαθεί η τελευταία ευκαιρία», ότι «η Τουρκία θα προσαρτήσει τα Κατεχόμενα», ότι «δεν πρόκειται ξανά να έχουμε δυνατότητα επίλυσης του προβλήματος». Μια δεκαετία αργότερα, επιστρέφουν με τις ίδιες θεραπείες και συμβουλές στην προσπάθειά τους «να τελειώνουμε πια με την Κύπρο – αρκετά ταλαιπώρησε (!) την ελληνική εξωτερική πολιτική».

Είναι αδιανόητο για έναν ορθολογικό στρατηγικό δρώντα να γυρνά την πλάτη του σε 1 εκατομμύριο ομοεθνείς, σε ένα από τα πλέον ανθούντα κομμάτια του ελληνισμού, και εντέλει σε μια στρατηγικά κρίσιμη γεωγραφική ζώνη εντός της οποίας ο ελληνισμός διέθετε ιστορικό ρόλο και θέση. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Τούρκοι –ελέω Άγγλων– εφηύραν την τουρκική κοινότητα στο νησί.

Επί της παρούσης, θα ήθελα να σταθώ αποκλειστικά στις παραπάνω γενικές σκέψεις και στην προτροπή να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Πέραν της κατεχόμενης Κύπρου υπάρχει και η ελεύθερη Κύπρος, για την οποία κάποιοι έχυσαν το αίμα τους. Ας μην την παραδώσουμε και αυτήν στο πλαίσιο μιας γενικής λύσης από την οποία δεν έχουν εκριζωθεί οι αιτίες της εισβολής του 1974.