Περνάμε κρίση ή είναι η φαντασίωσή μας;

Τις τελευταίες ημέρες ο υπουργός παιδείας Κώστας Γαβρόγλου με τις, ατυχείς, δηλώσεις του έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Η παιδεία στην Ελλάδα χωλαίνει βαρύτατα και ο υπουργός φαντασιώνεται ένα ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα το οποίο, μεταξύ άλλων, θα καταδιώκει τους εμπόρους ναρκωτικών από τον πανεπιστημιακό χώρο.

Το πρόβλημα ανέκυψε με αφορμή επιστολή 471 φοιτητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης οι οποίοι επισήμαιναν τις συνέπειες από την αγοραπωλησία ναρκωτικών στο campus του ΑΠΘ.

Το φαινόμενο είναι βεβαίως παλιό, αλλά ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Για όσους δεν γνωρίζουν, υπάρχει και το παρασκήνιο της ώθησης χρηστών και εμπόρων στον πανεπιστημιακό χώρο, από τη διάχυσή τους στην πόλη, ώστε να είναι ευκολότερος ο έλεγχός τους. Αυτό δείχνει την υπόληψη στην οποία έχουν οι δημόσιες Αρχές την Ανώτατη Παιδεία.

Η πρώτη αντίδραση στις δηλώσεις του υπουργού –και ουσιαστική– προήλθε από τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε ο Σύλλογος Αποφοίτων ΑΠΘ και το ευτύχημα είναι πως η κριτική στάση απέναντι σε μια ιδεοληψία της Μεταπολίτευσης ότι στο πανεπιστήμιο δεν παρεμβαίνουν τα όργανα της πολιτείας, βρήκε ανταπόκριση στην κοινή γνώμη.

Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ένα ταμπού το οποίο δεν είναι πλέον σαφές αν υποστηρίζεται επί της ουσίας ή προς άγραν ψήφων.

Η έννοια και το περιεχόμενό του δεν είναι αδικαιολόγητα και αβάσιμα. Στο παρελθόν υπήρξε σοβαρό πρόβλημα με την παρουσία και τις παρεμβάσεις αυταρχικών κυβερνήσεων στο πανεπιστήμιο, και το αίτημα για την καθιέρωσή του αποτελούσε και έναν καταλύτη των δημοκρατικών αγώνων του λαού. Εξ ορισμού το πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος ελεύθερος στη διακίνηση ιδεών και στην ανοχή. Το ερώτημα είναι, κινδυνεύει σήμερα η διακίνηση ιδεών και χρειάζεται το άσυλο για να την προστατέψει; Και, το ουσιαστικότερο, όσοι έχουν ιδέες τις οποίες θέλουν να διαδώσουν, χρειάζονται την νομική προστασία του ασύλου για να το κάνουν; Εξασφαλισμένοι, δηλαδή, επαναστάτες;

Η προσέγγιση στο θέμα είναι καλοπροαίρετη. Η αλήθεια είναι ότι σε έναν χώρο με την παράδοση των ελληνικών πανεπιστημίων, η συνεχής παρουσία αστυνομίας, επί παραδείγματι, είναι κάτι που ξενίζει. Αναζητώντας τη μέση λύση θα μπορούσε η παρουσία αυτή να περιοριστεί στην αντιμετώπιση εγκληματικών πράξεων. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η διακίνηση ναρκωτικών από εμπόρους είναι μία από αυτές.

Αν υπάρχει βούληση, η χρυσή τομή πάντα βρίσκεται.

Ενώ η ένωση των καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στάθηκε κριτικά απέναντι στον υπουργό, οι πανεπιστημιακοί του ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσαν δική τους ανακοίνωση με την οποία ασκούν κριτική στις πολύ εύστοχες επισημάνσεις του δημάρχου. Και λίγο-πολύ λένε γιατί ανακινείται το θέμα, ενώ είναι παλιό. Προφανώς για τους πανεπιστημιακούς του ΣΥΡΙΖΑ ό,τι είναι παλιό, και θέλουν να συντηρηθεί, δεν πρέπει να θίγεται.

Το ζήτημα πλέον είναι ένας βαθύς αναχρονισμός στις αντιλήψεις ορισμένων για το πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του, και μια αναντιστοιχία του ρόλου του με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Με τρόπο άσχημο, λόγω και της οικονομικής κρίσης, το ελληνικό πανεπιστήμιο με την εξαίρεση ορισμένων πρωτοπόρων καθηγητών έχει μείνει σε μια λειτουργία που θυμίζει Μεταπολίτευση. Δεν συζήτησε ποτέ –γιατί δεν το επέτρεψε μια ορισμένη πολιτικοϊδεολογική μειοψηφία στην οποία συγκαταλέγονται και οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ– ποια είναι τα νέα δεδομένα στην εξέλιξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και πώς αυτά μπορούν να ικανοποιηθούν και από την πανεπιστημιακή λειτουργία.

Κινδυνεύει, έτσι, το δημόσιο πανεπιστήμιο να απαξιωθεί και στη συνείδηση του μεγάλου μέρους της κοινωνίας, και κυρίως να ακυρωθεί ο ρόλος του.

Οι συνέπειες θα είναι τραγικές για τις ασθενέστερες οικονομικά δυνάμεις που αδυνατούν να στείλουν τα παιδιά τους για σπουδές στο εξωτερικό. Ποιον λοιπόν εξυπηρετεί η διατήρηση του πανεπιστημίου σε έναν επικίνδυνο αναχρονισμό;

Κανείς δεν υποστηρίζει πως το πανεπιστήμιο θα πρέπει να προσαρμοστεί αβρόχοις ποσί στις επιταγές της αγοράς. Αλλά και η διατήρησή του σε μια απομόνωση από το κοινωνικό γίγνεσθαι συντηρεί μια ελίτ που, για τις συνθήκες που διανύουμε, είναι πολυτέλεια. Ποιον εξυπηρετεί ένα πανεπιστήμιο του οποίου οι απόφοιτοι προστίθενται, απλώς, στη σωρεία των ανέργων, ή –στην καλύτερη περίπτωση– παίρνουν των ομματιών τους και φεύγουν στο εξωτερικό; Ποιον εξυπηρετεί ένα πανεπιστήμιο του οποίου οι απόφοιτοι δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις συνθήκες της εργασίας που αναζητούν;

Ποιον εξυπηρετεί ένα πανεπιστήμιο στο οποίο εισάγονται νέοι χωρίς προγραμματισμό του τι θα αντιμετωπίσουν μετά την αποφοίτησή τους;

Αντί λοιπόν το υπουργείο Παιδείας να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα, διαμορφώνει ένα σχέδιο νόμου –το οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα περάσει το καλοκαίρι από τη Βουλή– με το οποίο επιχειρεί να το καταστήσει ακόμη πιο αναχρονιστικό. Το κακό είναι ότι πανεπιστημιακοί του ΣΥΡΙΖΑ (ενδεχομένως όχι όλοι, αλλά πολλοί) θεωρούν αυτήν την αλλαγή ως το Α και το Ω της πολιτικής του κυβερνώντος κόμματος. Και στην απορία για ποιο λόγο θα πρέπει να αλλάζουν βασικά χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου κάθε φορά που αναδεικνύεται μια νέα κυβέρνηση στην εξουσία, θεωρούν δεδομένο ότι αυτό πρέπει να γίνεται. Κάθε κόμμα, λένε, που κυβερνά, θα πρέπει να εφαρμόζει τη δική του πολιτική.

Αλλά τι σημαίνει «εφαρμόζω την πολιτική μου στο πανεπιστήμιο»; Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα μια πολύ ενδιαφέρουσα ημερίδα που οργάνωσε το τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ προς τιμήν του ομότιμου καθηγητή Γεράσιμου Βώκου. Στην ημερίδα παρευρέθησαν και μίλησαν εμβληματικοί φιλόσοφοι όπως ο Ετιέν Μπαλιμπάρ και ο Πιερ-Φρανσουά Μορό. Τόσο ο Μορό όσο και ο Βώκος αναφέρθηκαν στο πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του και τόνισαν πως οι βάσεις του γαλλικού πανεπιστημίου τέθηκαν από έναν φιλόσοφο στα μέσα του 19ου αιώνα, τον Βίκτωρα Κουζέν, και παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες. Για τις βάσεις μιλάνε, όχι για τα στοιχεία που πρέπει να προσαρμόζονται αναλόγως των αναγκών μιας κοινωνίας. Προφανώς, για τους πανεπιστημιακούς του ΣΥΡΙΖΑ ή για αρκετές από τις αριστερές αντιλήψεις που κατοικοεδρεύουν στο πανεπιστήμιο, οι Γάλλοι δεν ξέρουν τι κάνουν.

Και ξέρει τι κάνει μια ομάδα του κυβερνώντος κόμματος που οδηγεί το πανεπιστήμιο σε έναν ακόμη, πιο επικίνδυνο, αναχρονισμό.

Το τεράστιο πρόβλημα είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά το ελληνικό πανεπιστήμιο όχι μόνο απαξιώνεται, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει οικονομικά και τα πάγια έξοδά του. Για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, που γνωρίζω, το έλλειμμα αυτό ανέρχεται στα πέντε με έξι εκατομμύρια.

Ο δρόμος στρώνεται για την έλευση του αντίθετου πόλου από αυτόν που μας ταλάνισε τελευταία. Έρχεται η σαρωτική αντίληψη που τα θέλει όλα αγοραίο εμπόρευμα. Όσοι αναζητούν την αριστοτελική μεσότητα, έχουν βγει στο περιθώριο. Και να σκεφτείτε, πως στην ημερίδα που αναφέρθηκα παραπάνω, οι οργανωτές της αναζητούσαν την ενδιάμεση αντίληψη μεταξύ Μαρξ και Φρόιντ και εστίασαν στον Σπινόζα. Γιατί; Σε τι χρειάζεται το ενδιάμεσο;

Μήπως ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε; Μήπως κατέρρευσαν οι ιδεοληψίες της Μεταπολίτευσης και πρέπει να αναζητήσουμε κάτι άλλο από το σημερινό ιδεολογικοπολιτικό αδιέξοδο και την αγοραία αντιπαλότητά του; Μήπως το 1989 αποτέλεσε για την ελληνική Αριστερά –και μόνον γι’ αυτήν σε όλο τον κόσμο– μια ατυχή στιγμή της ιστορίας;