29 Οκτώβριος 2013, 13:34 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 19:55

Έλληνας ιστορικός αμφισβητεί την Γενοκτονία των Ποντίων;

  • Δείτε τις χώρες που έχουν αναγνωρίσει την Γενοκτονία των Ποντίων

Στο τελευταίο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού "Χρόνος" υπάρχει ένα άρθρο του ιστορικού κ. Λάμπρου Μπαλτσιώτη, όπου αμφισβητείται η ύπαρξη "Ποντιακής Γενοκτονίας" και ενοχοποιείται πολιτικά ο ποντιακός χώρος για την πολιτική που ακολουθεί. Ο τίτλος του άρθρου είναι "Ποιον ωφελεί η αναδιάταξη της θέσης των Ποντίων: Γενοκτονία, πολιτική και ιστορία". Το παραθέτουμε αυτολεξεί παρακάτω αφήνοντας τα συμπεράσματα δικά σας.
 
Γράφει ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης

Πριν μερικούς μήνες, με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, επανήλθε στη δημοσιότητα το ζήτημα της γενοκτονίας. Κοινός τόπος στον δημόσιο λόγο –τότε– η υπεράσπιση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και δευτερευόντως της Μικράς Ασίας απέναντι σε όσους αμφισβητούν τη γενοκτονία. Εντέλει, αυτό που φαίνεται να είχε σημασία ήταν ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά απέναντι στους «εσωτερικούς και τους εξωτερικούς εχθρούς του ελληνισμού» για να καρπωθεί τα σχετικά οφέλη. Το ζήτημα όμως είναι πολύ πιο σημαντικό από τις κορόνες υπέρ της γενοκτονίας και το κυνήγι των αντιπάλων εντός και εκτός Βουλής.

Αποδυναμώνεται η απαξία της γενοκτονίας

Πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να ξεκαθαριστούν μερικά σημεία:

Α. Η γενοκτονία αποτελεί έναν κατεξοχήν νομικό και όχι ιστορικό όρο, που δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια, υιοθετήθηκε από πολιτικούς επιστήμονες και σε έναν βαθμό από ιστορικούς.

Β. Ο ορισμός της γενοκτονίας αφήνει τεράστια περιθώρια ερμηνείας, παρά τη φειδώ με την οποία τα αρμόδια διεθνή όργανα χαρακτηρίζουν «εθνικές εκκαθαρίσεις», σφαγές και ό,τι άλλο σαν τέτοιες. Αυτές οι δυσλειτουργίες είναι εμφανείς ακόμη και στις μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών διεθνείς αποφάσεις περί γενοκτονίας: Γενοκτονία είναι και το Ολοκαύτωμα με εκατομμύρια νεκρούς, πράξη γενοκτονίας και η σφαγή των Μουσουλμάνων (Βόσνιων) της Σρεμπρένιτσα με σαφώς λιγότερο από 10 χιλιάδες θύματα, μεταξύ των οποίων μάλιστα αμφισβητείται η μεγάλη αναλογία των αμάχων σε αυτούς.

Γ. Η διεθνής κοινότητα έχει απόσχει από το να ασχοληθεί όχι μόνο με πολιτικές εκκαθαρίσεις και σφαγές, όπως για παράδειγμα στην Ινδονησία, αλλά και με ό,τι θα μπορούσε, στην ίδια χώρα για παράδειγμα, να χαρακτηριστεί γενοκτονία όπως τα πογκρόμ ή οι σφαγές των κινέζικων κοινοτήτων που συνεχίστηκαν μέχρι και τη δεκαετία του 2000. Οι απαντήσεις δεν είναι καθόλου προφανείς, και τα πολιτικά κίνητρα για το τι χαρακτηρίζεται γενοκτονία και τι όχι επίσης δεν είναι προφανή. Ένα πρόχειρο παράδειγμα, για να μείνουμε στην ίδια περιοχή, συνιστά η εκδίωξη και οι εκκαθαρίσεις που υπέστησαν επίσης οι Κινέζοι του (σοσιαλιστικού) Βιετνάμ, αλλά ουδέποτε προωθήθηκε ο νομικός ή ο πολιτικός χαρακτηρισμός ως γενοκτονία, ούτε καν από τους αντιπάλους του καθεστώτος στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα οι σφαγές και οι εκκαθαρίσεις των εξεγερμένων αγροτών στη Γουατεμάλα, που θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει καταρχήν πολιτικές, θεωρήθηκαν από πολλούς (και στις Η.Π.Α.) γενοκτονία κατά των Ινδιάνων, κάτι που μάλιστα πρόσφατα επιβεβαίωσε η δικαιοσύνη της χώρας αυτής. Τα παραπάνω παραδείγματα από απομακρυσμένες από τη γειτονιά μας περιοχές του πλανήτη καταδεικνύουν πόσο δύσκολο είναι να υπάρξουν πολιτικές συναινέσεις ως προς το τι μπορεί να θεωρηθεί γενοκτονία.

Δ. Παρά τις δαιδαλώδεις πολιτικές διαδρομές και τις μάχες διεθνών συσχετισμών που ενέχει η αναγνώριση μιας γενοκτονίας από τα διεθνή όργανα και ιδίως τον Ο.Η.Ε., τα εθνικά κοινοβούλια φαίνεται ότι εδώ και κάποια χρόνια μπήκαν στον χορό της αναγνώρισης γενοκτονιών, είτε αυτές αφορούν «ομοεθνείς» πληθυσμούς τους (όπως η Ελλάδα και η Αλβανία) είτε άλλους. Για παράδειγμα, η τελευταία αναγνώριση (αν δεν μου έχει ξεφύγει κάτι νεότερο) αφορά τη «Γενοκτονία» των Κούρδων του Ιράκ επί Σαντάμ από το Βρετανικό Κοινοβούλιο τον Μάρτιο του 2013. Αυτό το γαϊτανάκι μπορεί να είναι ατελείωτο και εντέλει, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, αποδυναμώνει την απαξία της γενοκτονίας σύμφωνα με όσα επιδίωκαν αυτοί που τη θέσπισαν. Άλλωστε η διεύρυνση της χρήσης του όρου από τα διάφορα κράτη εκφεύγει από τις κλασικές εθνικές αντιπαραθέσεις ή από την άσκηση διεθνών πολιτικών, όπως πιστεύουμε στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αργεντινής όπου πριν από δύο χρόνια αποκαθηλώθηκε ένας σημαντικός εθνικός ήρωας του 19ου αιώνα για γενοκτονία εναντίον των ιθαγενών,ενώ και το 2006 το δικαστήριο δεν δίστασε να συμπεριλάβει την κατηγορία της γενοκτονίας εναντίον των αντιπάλων του καθεστώτος στη δίκη ανώτατου αξιωματικού της Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Ε. Ο καθένας τελικά μπορεί να ονομάσει λίγο-πολύ γενοκτονία ότι θέλει. Αρκεί μια ματιά στο διαδίκτυο για να καταλάβει κανείς ότι ένας όρος με νομική αρχικά σημασία επιστρατεύεται ως ιστορικός για να κατανοηθούν και κατηγοριοποιηθούν μέχρι και περιγραφές της Αγίας Γραφής. Σε άλλες περιπτώσεις, τα ζητήματα δεν είναι τόσο γραφικά, αλλά αποκτούν κάποια πολιτική σημασία (όπως ο χαρακτηρισμός ως γενοκτονίας των θανάτων λόγω της κακομεταχείρισης και ιδίως της ελλιπούς σίτισης των Γερμανών αιχμαλώτων πολέμου από τον αμερικανικό στρατό), καθώς εντέλει γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από συγκεκριμένες πολιτικές ομάδες. Έτσι οι ακροδεξιοί και ναζιστές των Η.Π.Α. θεωρούν την παραπάνω ως εμβληματική γενοκτονία, ενώ προφανώς(;) δεν ασχολούνται με την τύχη των Γερμανών αιχμαλώτων στη Σοβιετική Ένωση, ούτε των Σοβιετικών αιχμαλώτων από τους Γερμανούς. Σε άλλες περιπτώσεις, οι διάφορες χρήσεις των γενοκτονιών αποκτούν σαφώς μεγάλη σημασία, διαμορφώνοντας αντιλήψεις, ιδεολογίες, αλλά και κρατικές πολιτικές, όπως ήδη έχει αναλυθεί για την περίπτωση του Ολοκαυτώματος. Αλλά ακόμη και σε αυτή την υποθετικά μοναδική και ξεχωριστή περίπτωση οι ευρύτερες και πολλαπλές χρήσεις του όρου –μεταξύ άλλων–, οδηγούν στη σχετικοποίηση και την υποβάθμιση.

Μήπως η πρόσφατη θεσμοθέτηση του ορίου των δύο παιδιών για τους τουλάχιστον 800 χιλιάδες μουσουλμάνους χωρίς ιθαγένεια στη Βιρμανία μπορεί να αποκληθεί «απόπειρα γενοκτονίας» και αν συνεχιστεί «τελεσμένη γενοκτονία» ή μήπως, τέλος, το κινεζικό κράτος διέπραξε «αυτογενοκτονία» όταν έθετε το όριο του ενός παιδιού, ενώ για τις μειονότητες στην Κίνα αυτό δεν ίσχυε; Τι μπορούμε και τι… δεν μπορούμε να βαφτίσουμε «brief genocide», έναν όρο που –τουλάχιστον εγώ– πρωτοείδα να χρησιμοποιείται το 2012;

Σε έναν βαθμό όλα τα παραπάνω είναι κατανοητά, ιδίως οι πολιτικές χρήσεις του όρου. Ακόμη και η φαιδρότητα είναι κατανοητή πολιτικά, όπως έδειξε η πρόσφατη δήλωση περί γενοκτονίας στον Μελιγαλά του Κασιδιάρη. Αυτό που περιπλέκει περαιτέρω τα πράγματα είναι ότι ένα τμήμα της ακαδημαϊκής κοινότητας ή κινούμενο στις παρυφές της, αποδέχεται τη χρήση του όρου ως περιγραφικού πρόσφατων, παλιότερων ή και απώτατων ιστορικών γεγονότων. Όπως μας έδειξε η υπόθεση της «Μαύρης Αθηνάς» πριν χρόνια, οι πολιτικές επιδιώξεις και η στράτευση ακαδημαϊκών είναι ικανές να δημιουργήσουν «πτήσεις από την επιστήμη και τον ορθό λόγο». Αντίθετα όμως από την περιθωριοποίηση, συνήθως, όσων ασκούν την τέχνη τους χωρίς τα στοιχειώδη εργαλεία και μεθοδολογία στη Δύση, στην περιοχή μας, αλλά και σε χώρες όπου αρκετές επιστήμες και ιδίως η ιστορία ήταν ή και είναι στον έναν ή στον άλλο βαθμό αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής προπαγάνδας και μυθολογίας, η γενοκτονία αποτελεί μία από τις σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις επένδυσης της εθνικής αφήγησης.

Όπως ήδη αναφέρθηκε όμως, στην περίπτωση της χρήσης του όρου «γενοκτονία» τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Και αυτό γιατί οι τάσεις γενίκευσης δεν αφορούν μόνο στρατεύσεις ή πολιτικές επιδιώξεις, αλλά και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας που δεν έχουν τέτοια χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, όσο και να μας φαίνεται παράξενο, υπάρχει συζήτηση αν η Αυστραλία εξακολουθεί να διαπράττει γενοκτονία εναντίον των Αβορίγινων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα ήταν παράξενο οποιαδήποτε πολιτική ενός κράτους απέναντι σε μια μειονότητα ή μια γλωσσική π.χ. ομάδα, να χαρακτηρίζεται γενοκτονία και από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στους τελευταίους δεν εντάσσω όσους με πρόσχημα την ακαδημαϊκή ιδιότητα έχουν αναλάβει «επαγγελματικά» την απόδειξη γενοκτονιών, είδος που αφθονεί στην Ελλάδα.

Στη λογική αυτή κάθε έθνος, ή αν θέλετε λαός, της Ευρώπης έχει διαπράξει αρκετές γενοκτονίες και έχει υποστεί άλλες τόσες. Μάλιστα, επειδή η ελληνική εθνική αφήγηση θεωρεί το ελληνικό έθνος πανάρχαιο και όχι όπως τα άλλα δημιούργημα της νεωτερικότητας, αυτό έχει… και διαπράξει και υποστεί πολύς περισσότερες γενοκτονίες.

Το ζήτημα της «ποντιακής γενοκτονίας»

Δύο είναι τα ζητήματα που σχετίζονται με τις σφαγές και τις εκκαθαρίσεις στον Πόντο. Το πρώτο αφορά το τι πραγματικά έγινε και αν συνιστά γενοκτονία, το δεύτερο, και σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου, ποια είναι η χρήση της αναγνώρισης και του δημόσιου λόγου περί γενοκτονίας.

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, σύμφωνα με όσα περιγράψαμε παραπάνω, προφανώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από οποιονδήποτε γενοκτονία οι εκκαθαρίσεις στον Πόντο, όπως βέβαια και σε κάποιες άλλες περιοχές που ζούσε ελληνορθόδοξος πληθυσμός. Ακόμη περισσότερο, υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις που ομοίαζαν ή και επισκίαζαν αυτήν της Σρεμπρένιτσα, δηλαδή εν ψυχρώ σφαγή αμάχων. Με αυτή την έννοια στον Πόντο και γενοκτονία συντελέστηκε και πράξεις γενοκτονίας, οι οποίες αυξάνονται αν συμπεριλάβουμε κάποιες περιπτώσεις από τα τάγματα εργασίας.

Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παραδοχή: τη γενοκτονία (θέλουμε να) αντιλαμβανόμαστε όχι με την όποια πολιτική ή νομική ή έστω ιστορική της σημασία, αλλά ως μια σημαντική, μαζική και συστηματική εξόντωση ανθρώπων μιας ομάδας. Αυτή η σημαντική απαξία της λέξης, και κατ’ επέκταση των πράξεων, είναι που οδηγεί στην όλο και ευρύτερη υιοθέτηση του όρου: η συμβολική ανάδειξη του γεγονότος: αυτό είναι που επιδιώκεται μέσα από την αναγνώριση από τη Βουλή, και μάλιστα όχι της ίδιας της γενοκτονίας, αλλά ημέρας μνήμης γι’ αυτήν.

Η ένσταση, θεωρώ, δεν μπορεί να αφορά το πόσο ως ιστορικοί παραδεχόμαστε ή απορρίπτουμε μία γενοκτονία, εφόσον χρησιμοποιούμε έναν όρο με νομική αφετηρία και καταπληκτικό εύρος, έναν όρο πασπαρτού. Αν ανήκουμε λοιπόν σε όσους επικροτούν τη χρήση του όρου ως ιστορικού αναλυτικού εργαλείου, θα μπορούσε να αποδεχθεί κανείς την ποντιακή γενοκτονία, καθώς όπως είδαμε το κάνουν κάποια μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας για ήσσονος σημασίας συμβάντα, αν και πάλι θα έπρεπε να δικαιολογηθεί η χρήση του όρου. Ερχόμενοι στην ελληνική περίπτωση, οι «χρήστες» του όρου θα πρέπει προφανώς με συνέπεια να τον χρησιμοποιούν, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των μουσουλμάνων Τσάμηδων ή ακόμη και κάποιων πράξεων που έκαναν αντάρτικα σώματα στον Πόντο. Αν ανήκουμε σε όσους δεν την επικροτούν, όπως εγώ, διότι θεωρούν τον όρο εξαιρετικά προβληματικό ως ιστορικό εργαλείο, τότε δεν υπάρχει ποντιακή γενοκτονία, ούτε βέβαια και Τσάμηδων –χωρίς να συγκρίνονται προφανώς–, ούτε και «πολιτισμική γενοκτονία των Μακεδόνων του Αιγαίου» κ.ο.κ.

Η συζήτηση λοιπόν στην Ελλάδα διολισθαίνει στην παραδοχή που ανέφερα παραπάνω, στη βαρύτητα: πόσο «βαριά» σταθμίζουμε το τι έγινε στον Πόντο στις αντιλήψεις των Ελλήνων για την πιθανή σημασία που έχει η εμπέδωση της γενοκτονίας στο εξωτερικό. Έτσι η συζήτηση φεύγει από την ιστορία και περνά σε μια συγκριτική παρουσίαση της βαρύτητάς της στον πληθυσμό. Σκοπός είναι να θεωρηθεί ότι έγινε κάτι «ισάξιο» με αυτό των Αρμενίων. Έχει λοιπόν σημασία να πούμε τι μας λέει μέχρι τώρα η –φτωχή όντως– ιστορική έρευνα; Μπορούμε να την ακούσουμε;

Αν απαντηθούν καταφατικά τα παραπάνω ερωτήματα, τότε πράγματι ξέρουμε με αρκετή βεβαιότητα ότι οι εκκαθαρίσεις στον Πόντο δεν είχαν τη διάρκεια, την ένταση και την ευρύτητα σε χώρο-τόπο και τρόπους που είχαν αυτές των Αρμενίων. Οι περισσότερες σφαγές αμάχων έγιναν στον Δυτικό Πόντο, όπου υπήρχε και αντάρτικο, ενώ οι απώλειες σε ζωές στα τάγματα εργασίας διέφεραν, και εδώ, ανάλογα με τον τόπο, τον χρόνο, ακόμη και με τους επικεφαλής. Με αφετηρία τα παραπάνω, δηλαδή τη θεώρηση της «βαρύτητας» και τη σύγκριση με τους Αρμένιους, δεν συντελέστηκε γενοκτονία στον Πόντο και παράλληλα βέβαια στη Μικρά Ασία. Είναι προφανές ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια λαϊκή ιστοριογραφία, αλλά και την εθνική, βασισμένες είτε σε πραγματικές μαρτυρίες είτε σε κατασκευές αλλά ακόμη και μυθεύματα. Έχει δημιουργηθεί μια ψευδοεπιστημονική βιβλιογραφία, στην οποία μετέχουν και κάποια μέλη της κοινότητας των ιστορικών, που πολλές φορές αποδέχονται στοιχειωδώς χαλκευμένα στοιχεία, όπως για παράδειγμα αυτά του πληθυσμού στον Πόντο πριν από τις εκκαθαρίσεις και των θυμάτων τους, ή που δυστυχώς κατασκευάζουν άλλα, όπως των υποτιθέμενων «κρυπτοχριστιανών» που έμειναν πίσω.

Η αντιπαράθεση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Αρμενικό Ζήτημα, παίρνει και άλλα χαρακτηριστικά, όπως η «μάχη των αρχείων», όπου η κάθε πλευρά αξιοποιεί όπως θέλει ό,τι θέλει ώστε να στηρίξει τις θέσεις της. Βέβαια αυτή η εμπλοκή των επιστημόνων, στην Ελλάδα από «εθνικό καθήκον», δεν είναι γνώρισμα, όπως είπαμε και πριν, μόνο της περιοχής μας. Χαρακτηριστικό είναι το γνωστότερο στην Ελλάδα παράδειγμα, των εργασιών του αμερικανού Τζάστιν ΜακΚάρθυ που ανέλαβε, με έναν αρκετά πειστικό είναι η αλήθεια τρόπο για τον μη υποψιασμένο αναγνώστη, την «αποκατάσταση» της αλήθειας, δηλαδή τη μείωση και τη σχετικοποίηση των απωλειών, καταρχήν των Αρμενίων και των διαφόρων άλλων «Μονοφυσιτών» και κατά δεύτερο λόγο των Ορθόδοξων, αλλά και των Γεζιντί.

Είναι αλήθεια ότι οι Αρμένιοι της «διασποράς» ήταν αυτοί που επανέφεραν με επιτυχία τον όρο γενοκτονία και δραστηριοποιήθηκαν στην καθιέρωσή του τη δεκαετία του 1970, συνδέοντας έτσι τον όρο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία/Τουρκία. Στη συνέχεια, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δημιούργησε μια νέα κατάσταση: τη δημιουργία του όρου εθνοκάθαρση, και την αναζωπύρωση της χρήσης του όρου γενοκτονία, σε νομικό επίπεδο αλλά και στις επιστήμες του ανθρώπου γενικά.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι το αν συντελέστηκε γενοκτονία στον Πόντο είναι ένα ερώτημα όχι ιστορικό αλλά πολιτικό, και συνεπώς ανάλογα πρέπει να εξετασθεί. Βέβαια με αυτόν τον τρόπο, αναπόφευκτα, δικαστές και πολιτικοί αναλαμβάνουν τον ρόλο του ιστορικού, όχι μόνο αλλού αλλά και στην ελληνική τους εκδοχή.

Η χρήση της γενοκτονίας

Έρχομαι όμως στο δεύτερο και σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου ζήτημα, αυτό της χρήσης της γενοκτονίας. Εδώ, διαφοροποιούμενος από αρκετούς που ασχολούνται με το ζήτημα, πιστεύω ότι δεν πρόκειται απλώς για μια εθνικιστική πολιτική και ρητορική και μια απαξίωση του κατεξοχήν «άλλου» του Τούρκου, ή ακόμη για την οριοθέτηση της εθνικής κοινότητας. Θεωρώ ότι αφορά ένα ευρύτερο «πακέτο» που σχετίζεται με την είσοδο των, όντως παραγνωρισμένων, Ποντίων στην εθνική αφήγηση.

Για διάφορους λόγους, στους οποίους πρέπει να συμπεριλάβουμε τη σημαντική γλωσσική και πολιτισμική απόκλιση των Ποντίων από την ελληνική νόρμα, τη χαμηλή τους εκπαίδευση σε σχέση με άλλες ομάδες, ακόμη και προσφυγικές, αλλά και τη συμμετοχή τους σε άλλα (υπερ)εθνικά σχήματα, δηλαδή της Ρωσίας/Σοβιετικής Ένωσης, οι Πόντιοι, όπως άλλωστε κάθε άλλη έντονα διακριτή ομάδα, απείχαν από την εθνική αφήγηση. Την αποκατάστασή τους ανέλαβε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. που ανέπτυξε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 προνομιακές σχέσεις με σημαντικά τμήματα της κοινότητας, περισσότερο τα «εαμογενή». Αυτό σε συνδυασμό με την αντιτουρκική πολιτική της δεκαετίας του ’80 επιφύλασσε μια ιδιαίτερη θέση στους Ποντίους. Για πρώτη φορά ο ποντιακός πολιτισμός βγαίνει από το επίπεδο του χωριού ή της συνοικίας και εμφανίζεται στον «εθνικό» δημόσιο χώρο. Για πρώτη επίσης φορά το πολιτικό σύστημα «εμπλουτίζεται» με Πόντιους, όπως για παράδειγμα με τη μαζική εκλογή Πόντιων βουλευτών στη Βόρεια Ελλάδα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Πόντιοι αποκτούν μια ιδιαίτερη θέση στην εθνική μυθολογία. Τη θέση της πολιτισμένης, εκλεπτυσμένης και μορφωμένης ομάδας την είχαν καταλάβει οι Μικρασιάτες όπως άλλωστε και της τεράστιας προσφοράς στην οικονομία της χώρας.

Οι Πόντιοι κατέλαβαν τόσο τον ρόλο του par excellence θύματος όσο όμως και του ηρωικού πληθυσμού. Το συγκριτικά χαμηλό βιοτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο που χαρακτήριζε τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς που ζούσαν στον Πόντο, εύκολα μετατράπηκε σε έναν «ανδροπρεπή» ηρωισμό, σε μια αιώνια ελληνική αντίσταση και πολεμική αρετή. Στη διαδικασία αυτή ενεπλάκησαν οι «απαντήσεις» της Ελλάδας στις τουρκικές πολιτικές: η ανακάλυψη των «κρυπτοχριστιανών» και των ποντιόφωνων της Τουρκίας, και η άσκηση αφανών πολιτικών απέναντι στους δεύτερους, καθώς οι πρώτοι δεν αποτελούν παρά μια ελληνική κατασκευή, γοητευτική βέβαια, άρα και εύκολα μεταδόσιμη.

Από την καθιέρωση της ημέρας μνήμης της γενοκτονίας, που άλλωστε προτάθηκε από τη μεριά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., μέχρι την προσθήκη της ποντιακής φορεσιάς στην προεδρική φρουρά, βλέπουμε ένα συνεχές στην αναδιάταξη της θέσης των Ποντίων. Παράλληλα αναπτύχθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία επένδυσης στο ποντιακό, όπου από πολιτικούς, τοπικούς παράγοντες και ακαδημαϊκούς μέχρι γυμναστές/χορογράφους και… εταιρείες τροφοδοσίας αναπαρήγαγαν –και οικονομικά– το ίδιο το ζήτημα αλλά και τον ρόλο του στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θεωρώ δε ότι όλα αυτά τα είχαν ήδη εγκολπωθεί και τα διαχειρίζονταν, όχι μόνο οι εργολάβοι του ποντιακού, αλλά όλοι οι αντιτιθέμενοι στους «γραικύλους» από τον Καραμπελιά και τον Καλεντερίδη μέχρι τον Χριστόδουλο και τον Παναγιώτη Ψωμιάδη, δηλαδή είχε ήδη διαχυθεί το ζήτημα στην Ακροδεξιά, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά όχι μόνο.

Η γενοκτονία δηλαδή αποτελεί μια αναφορά, που ναι μεν ωφέλησε την κοινότητα καθώς αναπροσάρμοσε τη θέση της στην ιεραρχία του εθνικού φαντασιακού, αλλά άνοιξε τον δρόμο για την άσκηση ενός εθνικιστικού, αν όχι λανθάνοντα, αλυτρωτικού λόγου, και ανάλογων επενδύσεων πολιτικού κεφαλαίου σε αυτόν. Παράλληλα, εξελίχθηκε μια άλλη διαδικασία, αυτή της δημιουργίας ενός ιστορικού ενιαίου φαντασιακού Πόντου, κάτι που εκφεύγει της παρούσας δημοσίευσης.

Πιστεύω, τέλος, ότι η δεκαετία του ’90 επιφύλαξε έναν ακόμη σημαντικό ρόλο στους Πόντιους: αυτού του προστάτη της Μακεδονίας, των «Ακριτών». Την εποχή του Μακεδονικού λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη σημασία η ανάδειξη του σχήματος ήρωες/θύματα για τους Πόντιους. Συνιστούν την πληθυσμιακή ομάδα που, πλέον, «αναλαμβάνει» την υπεράσπιση της Μακεδονίας από όσους την επιβουλεύονται. Και μάλιστα πλέον δεν είναι (μόνο) Πόντιοι αλλά Μακεδόνες. Οι Πόντιοι αποκτούν τοπικότητα-«μακεδονικότητα» μαζί με την προσφυγικότητα, αναγορεύονται στον κατεξοχήν εκφραστή του μακεδονισμού. Αφενός απορροφούν κάθε άλλη προσφυγική ομάδα –είναι χαρακτηριστικό ότι πλέον αρκετοί Μικρασιάτες αρέσκονται στο να αυτοαποκαλούνται Πόντιοι– αλλά και επισκιάζουν τους «ντόπιους», ακόμη και αυτούς με ελληνόφωνο υπόβαθρο. Ο ποντιακός πολιτισμός γίνεται πλέον ο (μοναδικός) πολιτισμός.

Καταλήγοντας, η αναγνώριση της «Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας» έχει επιτελέσει ήδη μια σειρά λειτουργιών. Μία όμως από τις λειτουργίες που αποτελούσε στόχο, αυτή της ανάδειξης σε ένα από τα μεγαλύτερα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», φαίνεται ότι αποτυγχάνει για λόγους που αφορούν το διεθνές περιβάλλον. Οι γενοκτονίες αβγαταίνουν κάθε χρόνο, η σημασία τους μειώνεται ή, όπως μου ανέφερε ένας φίλος, «διά της καταχρήσεως λύνεται το ζήτημα».

*Διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή: chronosmag.eu