18 Ιούνιος 2017, 13:36 - Τελευταία Ενημέρωση: 18 Ιούνιος 2017, 13:32

Κύπρος: Οι Τούρκοι θέλουν εγγυητές για τα κλεμμένα τους

  • Κύπρος: Οι Τούρκοι θέλουν εγγυητές για τα κλεμμένα τους
    Αντόνιο Γκουτιέρες (Δ), Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί, στη Γενεύη της Ελβετίας, 12 Ιανουαρίου 2017 (ΚΥΠΕ / Κάτια Χριστοδούλου)

Του Μάριου Ευρυβιάδη

«Λεηλατούν τα πάντα» στις υπό κατοχή περιοχές της Κύπρου, κατά παραδοχή των Τούρκων και του κατοχικού καθεστώτος. Στο κείμενο του Άριστου Μιχαηλίδη, στον Φιλελεύθερο της Κυριακής (3/6/17), διαβάζουμε πως η κόρη του Ντερβίς Έρογλου παίρνει ως προίκα «κρατικό» οικόπεδο «σε κεντρικό σημείο της Λευκωσίας για να κτίσει πεντάστερο ξενοδοχείο». Δεν φτάνουν προφανώς τα όσα έφαγε ο σφετεριστής πατέρας της και συνεργάτης του αρχισφετεριστή Ντενκτάς. Θέλει τώρα να «ταΐσει» και την κόρη του και αυτή τα παιδιά της.

Ένας άλλος σφετεριστής, ο Σερντάτ Ντεκτάς γιος του αρχισφετεριστή Ντενκτάς, «έδωσε» 200 στρέμματα κοντά στον Άγιο Δομέτιο για να φτιάξει, λέει, ο γιός του πανεπιστήμιο!

Και αυτού δεν του φτάνουν προφανώς τα όσα έφαγαν οι Ντεκτάσηδες από τα 100 δισ. σε λίρες που υφάρπαξαν το 1974. Αφού έφαγαν του σκασμού οι πατεράδες, τώρα τρέχουν για να ταΐσουν παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Έτσι πλιάτσικο των περιουσιών των Ελλήνων συνεχίζεται που άρχισε το 1974 συνεχίζεται. Στα Κατεχόμενα λειτουργεί αυτό που οι ίδιοι οι Τούρκοι αποκαλούν «νταβαντζή τζουμχουριέτ». Και οι κρατούντες λειτουργούν ως νταβαντζήδες. 

Τη λεηλασία την παραδέχονται μεν οι Τούρκοι. Ωστόσο και αυτοί που κάνουν «κριτική» για το πλιάτσικο, θεωρούν πως οι περιουσίες είναι «δικές» τους. Θεωρούν πως τους ανήκουν αφού τις απέκτησαν με τον πόλεμο και ότι είναι ευλογημένες από τον Αλλάχ και αποτέλεσμα του τζιχάντ, του ιερού πολέμου του 1974.


Κατεχόμενα (φωτ.: EPA / Thomas Hodel)

Οι Έλληνες της Κύπρου δεν πρέπει να έχουν καμία αμφιβολία πως τον πόλεμο του 1974 οι Τούρκοι, ως Μουσουλμάνοι, τον θεωρούν τζιχάντ, όπως έγινε το 1914 όταν άρπαξαν τις περιουσίες των χριστιανών της Μικράς Ασίας. Η περιοχή της περιβόητης βάσης του Ιντσιρλίκ, για παράδειγμα, και για την οποία γίνεται τόσος λόγος κάθε τόσο,  είναι αρμενικής ιδιοκτησίας! Όπως αρμενικής ιδιοκτησίας είναι και η περιοχή που βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας Τζουμχουριέτ στην Πόλη και το Γενί Παρκ όπου είχαμε τις διαδηλώσεις τον Ιούνιο του 2013.

Και κάτι άλλο πρέπει να κατανοήσουν οι Έλληνες της Κύπρου. Κάτι το απλό και ας μην παρασύρονται από τους πολιτικά εξωνημένους πλατφορμίστες, και τους θιασώτες της «τουρκικής ειρήνης», που διαλαλούν, κλαίγονται και πηγαινοέρχονται στα Κατεχόμενα για την «επανένωση», την περιβόητη «reunification», τάχατες, πάντοτε βέβαια με το αζημίωτο.

Ο καυγάς γίνεται για το πάπλωμα. Γίνεται για το πλιάτσικο. Γίνεται για τις περιουσίες των Ελλήνων. Και είναι εδώ που υπεισέρχεται και το  ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας.

Όπως έχω επανειλημμένα γράψει στις στήλες του Φιλελεύθερου, αλλά και αλλού, οι Τούρκοι θέλουν εγγυητές για τα κλεμμένα τους και όχι για την ασφάλειά τους. Οι Ντενκτάσηδες, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους θέλουν να κοιμούνται ήσυχα τα βράδια. Δεν θέλουν να σκέφτονται πως θα εμφανιστεί ο νόμιμος ιδιοκτήτης για να τους ζητήσει την περιουσία του, που αυτοί νέμονται. Θέλουν ως καλοί ισλαμιστές και σφετεριστές να τρώνε, να πίνουν και να τραγουδούν χωρίς να κοιτάζουν πίσω από την πλάτη τους. Θέλουν την «προστασία» των Μεχμετζίκ για να κοιμούνται ήσυχα, μέσα σε ξένα σπίτια και να νέμονται ξένες περιουσίες.

Για πρώτη φορά η Ελλάδα σε ρόλο πρωταγωνιστή
Γιατί τα ξαναγράφω αυτά; Διότι η περιβόητη πολιτική για την «επαναπροσέγγιση», για την οποία ξοδεύτηκαν εκατομμύρια, υπήρξε και συνεχίζει να είναι  ένας καλοστημένος πολιτικός μύθος ο οποίος όμως κατέρρευσε τη μέρα εκείνη του 2004 που «άνοιξαν» τα Κατεχόμενα.

Πόσοι Τούρκοι πέρασαν τα «διόδια»; Πόσοι Έλληνες; Δεν μετρούνται πλέον. Είναι εκατομμύρια. Έσπασε κανενός η μύτη; Τί είναι λοιπόν που μας λένε, και πολλοί πληρώνονται να μας το πουν, όπως η ΜΚΟ μαϊμού ΠΡΙΟ που δρα στην Κύπρο θρασύτατα και ανεξέλεγκτα και οι πολιτικά εξωνημένοι σε αυτό τον τόπο; Τα πράγματα μιλούν μόνα τους και  συγκρούονται μετωπικά με τις λανθασμένες τους θεωρήσεις. Και όπως δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω, όταν οι θεωρήσεις σου για τα πράγματα είναι λανθασμένες, λανθασμένα πορεύεσαι.

Ένα πράγμα πρέπει να κατανοήσουν οι θιασώτες μιας «τουρκικής ειρήνης» στην Κύπρο και που δεν κατανόησαν, μαζί με τον Αλβάρο ντε Σότο και τη λεγόμενη «διεθνή κοινότητα» το 2004:

Με τους Τούρκους ως «εγγυητές» κανένα σχέδιο λύσης δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτό από την καταπληκτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού, όπως λέει και το ΑΚΕΛ. Τουλάχιστον το ΑΚΕΛ του Χριστόφια.

Δεν ξέρω, πραγματικά, πόσο στα σοβαρά μπορεί να πάρει κανείς τη θέση που πρόσφατα ανέπτυξε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφορικά με τη πρόταξη του ζητήματος της ασφάλειας, δεν αρέσει η λέξη «πρόταξη» στο Προεδρικό διότι παραπέμπει στη πολιτική του μακαρίτη Κυπριανού και για την οποία λοιδορήθηκε πρόστυχα. Και δεν γνωρίζω κατά πόσο θα τεθεί ως προτεραιότητα το θέμα της ασφαλείας στην επερχόμενη πενταμερή της Γενεύης. Η οπορτουνιστική συμπεριφορά του Νίκου Αναστασιάδη  δεν φαίνεται να  αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας.

Όμως ο Νίκος Αναστασιάδης και οι αυλικοί του γνωρίζουν πλέον πως δεν παίζει μόνος του στο ζήτημα αυτό. Παίζει για πρώτη φορά και η Ελλάδα.

Η Ελλάδα, και όχι ο Νίκος Κοτζιάς, δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε μια «νέα» Ζυρίχη. Μια «νέα» Ζυρίχη δημιουργεί διεθνείς δεσμεύσεις για την Ελλάδα τις οποίες η Αθήνα και δεν θέλει, αλλά και δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Αυτό που δεν έχουν κατανοήσει ο Νίκος Αναστασιάδης και οι αυλικοί του είναι πως η αφαιρετική στρατηγική Κοτζιά είναι αποδεκτή από τον Έλληνα πρωθυπουργό και πως βρίσκει μεγάλη απήχηση στο ελληνικό ΥΠΕΞ. Το τελευταίο αντιλαμβάνεται πως η Ελλάδα παίζει για πρώτη φορά, από το 1955, πρωταγωνιστικό ρόλο στο κυπριακό και όχι ρόλο παρατρεχάμενου, ένα γεγονός το οποίο προοιωνίζει και νέες προσεγγίσεις σε άλλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Συνεπώς όσο και να θέλουν να αγνοήσουν την Ελλάδα, ώστε να ικανοποιήσουν τα «στρατηγικά συμφέροντα» της Άγκυρας, αυτοπαραμυθιαζόμενοι πως έτσι θα βρουν λύση αγνοώντας την Ελλάδα, αυτό όχι μόνο είναι πολιτικά ανέφικτο αλλά ελλοχεύει και το σοβαρό κίνδυνο της εθνικής διχόνοιας.

  • apopseis.com
  • Ο Μάριος Ευρυβιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου