Γλώσσα είναι η πατρίδα

Όπως είπαμε κι άλλοτε, η ελληνική είναι μία και ενιαία γλώσσα που εξελίσσεται στην ιστορική της διαχρονία, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. «Δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία μόνο γλώσσα, η ενιαία ελληνική γλώσσα. Σήμερα λέμε ο Ουρανός, ο Ήλιος, η Σελήνη, ο άνεμος, όπως έλεγαν η Σαπφώ (600 π.Χ.) και ο Αρχίλοχος (740 π.Χ.)», μας θυμίζει ο Ελύτης.

Στην πορεία του χρόνου μαζί με τη γλώσσα επηρεάστηκε και το αλφάβητο.

Από τα 28 του γράμματα, ο άρχοντας των Αθηνών Ευκλείδης, το 403 π.Χ., κατάργησε τα τέσσερα: το Στίγμα (ϛ), το Δίγαμμα (ϝ) το Kόππα (ϙ) και το Σανπί (Ϡ). Από τότε ακολούθησαν κι άλλες αλλαγές, ώσπου έγιναν οι τελευταίες, πριν από τρεισήμισι δεκαετίες, που αφορούσαν την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, την κατάργηση του πολυτονικού και την απομάκρυνση των πνευμάτων.

Η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, το 1977, επί υπουργού παιδείας Γεωργίου Ράλλη, αποφάσισε τη χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλες τις λειτουργίες και τα έγγραφα του κράτους. Τότε λύθηκε τυπικά το γλωσσικό ζήτημα που ταλάνιζε για χρόνια την ελληνική παιδεία και την κοινωνία. Πέντε χρόνια μετά το 1982, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου καθιέρωσε το μονοτονικό. Η συγκεκριμένη καινοτομία θεωρήθηκε πρωτοποριακή. Υπήρξαν όμως και κάποιες φωνές που αντέδρασαν σφόδρα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είπε ότι «η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η κατάργηση της συνέχειας.

»Ήδη, τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών».

Οι λέξεις της ελληνικής γλώσσας έχουν ετυμολογική δομή. Πιο εύκολα κατανοούμε τη λέξη αγαλλίαση όταν ξέρουμε ότι προέρχεται από το αγάλλομαι και την ίαση. Η έλλειψη ετυμολογικής γνώσης κάνει δύσκολη την ορθογραφία, ειδικά όταν πρόκειται για ομώνυμες λέξεις: τείχος-τοίχος, χίλια-χείλια, νοίκι-νίκη, λύρα-λίρα, θήρα-θύρα κτλ. Η απάλειψη των πνευμάτων μπορεί να διευκολύνει στη γραφή, προκαλεί όμως σύγχυση.  Άλλο το οίος με ψιλή που σημαίνει μόνος, από όπου και η λέξη οιωνός, κι άλλο η λέξη οίος με δασεία, που σημαίνει ο οποίος. Λέμε εφημερίδα κι όχι επημερίδα, γιατί η λέξη ημέρα είναι δασυνόμενη. «Η απώλεια της δασείας έχει ως συνέπεια την αδυναμία αναγνώρισης των συνθετικών των σύνθετων λέξεων (εφάμιλλος, εφήμερος κ.ά.)» γράφει η εκδότρια της Κίχλης Γιώτα Κριτσέλη. Να σημειώσω πως οι Άγγλοι στα λεξικά τους κρατούν τη δασεία χρησιμοποιώντας αντ’ αυτής το γράμμα «h». Ακόμη και σε σύνθετες λέξεις, αν η δεύτερη παίρνει δασεία.

«Τα ρήματα κεράννυμι, μείγνυμι (μίγνυμι, μειγνύω) και φύρω σημαίνουν αναμιγνύω. Διαφέρουν όμως μεταξύ τους ως προς το είδος που ανακατώνουμε. Όταν πρόκειται για δύο στερεά ή δύο υγρά, χωρίς να έχουμε νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη μειγνύω. Όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό χρησιμοποιούμε το ρήμα φύρω κι όταν ανακατεύουμε δύο υγρά μαζί για να φτιάξουμε ένα χρησιμοποιούμε το κεράννυμι (Άννα Τζιροπούλου).

Η δοτική λέμε ότι καταργήθηκε αλλά στην ουσία υπάρχει. Λέμε π.χ. τοις μετρητοίς, πάτερ άφες αυτοίς, γαία πυρί μιχθήτω, ανάγκα και οι Θεοί πείθονται, δόξα τω Θεώ, δημοσία δαπάνη, ειρήσθω εν παρόδω, τη τάξη, και άλλες στον καθημερινό μας λόγο.

Η κατάργηση των τόνων μάς δυσκολεύει να ξεχωρίσουμε νοηματικά λέξεις, ανάλογα από το αν έπαιρναν οξεία ή περισπωμένη. Για παράδειγμα, η λέξη κύδος με περισπωμένη είναι η δόξα ενώ κύδος με οξεία σημαίνει το όνειδος.

Γλώσσα και σκέψη είναι αλληλένδετα. Ο Βιγκότσκι μας δίνει έναν παραλληλισμό σκέψης και γλώσσας, όπου το σύννεφο με το νερό είναι η σκέψη και η βροχή που πέφτει είναι οι λέξεις. H σχέση σκέψης και λέξης είναι μια ζωντανή διαδικασία της γέννησης της σκέψης μέσα στη λέξη. Λέξη που της έχουν αφαιρέσει τη σκέψη είναι νεκρή!

Η αρχαία ελληνική έχει εναποθηκευμένο τον πνευματικό και τον ιστορικό μας πλούτο. Είναι ο ανεκτίμητος εθνικός θησαυρός, που όμοιός του στον κόσμο δεν υπάρχει. Είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής συνέχειας του έθνους μας. Κάθε μέτρο που συμβάλλει στη συρρίκνωσή της αρχαίας ελληνικής, στρέφεται κατά συνέπεια και ενάντια στο έθνος. «Γλώσσα είναι η πατρίδα», λέει ο Καζαντζάκης.