Οδυσσέως και Ίρου πυγμή

Κάθε μέρα που περνά χάνω όλο και πιο πολύ τις ελπίδες μου για αυτή την έρμη πατρίδα. Από την άλλη εναποθέτω όλο και περισσότερες στον Θεό. Έχω να σας πω καθημερινές ιστορίες απίστευτης ανοησίας, τρέλας, κακίας, αδικίας, αλαζονείας, διαφθοράς, υποκρισίας, βλακείας, αναισθησίας, φθόνου, ξεδιαντροπιάς και συμφεροντολογισμού.

Και τι έγινε; Έχετε κι εσείς να μου πείτε άλλες τόσες. «Σιχάθηκα όλως διόλου το Ρωμαίικο ότι μάθαμε όλοι την ληστείαν γενικώς» που έλεγε κι ο Στρατηγός.

Έχουνε πέσει οι μάσκες πια, κι όσοι το ’χει η κούτρα τους να κατεβάζει ψείρες που λένε (κι είναι δυστυχώς πάρα πολλοί), έχουνε ριχτεί με τα μούτρα στα άνομα έργα τους χωρίς ίχνος αισχύνης. Με τέτοιο θράσος, τέτοια ζέση, τέτοια αναίδεια και τόσο στεγνά που σε κάνουν να μένεις άφωνος και να παρακολουθείς αποσβολωμένος. Το ’χουμε τερματίσει, αλήθεια. «Δεν χορτάσετε τόσους μήνους σκοτώνοντας τους καλύτερους Έλληνες δια τα κέφια σας, δια τους νόμους σας;». «Ότι όταν βλέπουν εσάς οπού κάνετε τοιούτα οι άλλοι, οι μικροί, θα φάνε ζωντανούς ανθρώπους». Και τρώνε κάθε μέρα…

Όπως οι ζωντανοί-νεκροί, τα ζόμπι δηλαδή που βλέπουμε στα έργα. Σάπιοι κι ανόητοι κυνηγούν να κατασπαράξουν καθετί που απόμεινε ζωντανό. Τι όρεξη να βρει κανείς για ηθικολογίες και νουθεσίες. Είδατε καμιά φορά τους ζωντανούς να πιάνουν συζήτηση με κανένα ζόμπι, για να του εξηγήσουν πως δεν συμπεριφέρεται σωστά; Ή μήπως έχει νόημα να πιάσεις τον αρχινονό της μαφίας και να του λες «δεν είναι καλά πράγματα αυτά που κάνεις άνθρωπέ μου»…

Ναι… δεν το ξέρει, εσένα περίμενε να του το πεις. Πώς και δεν το ’χε σκεφτεί από μόνος του;

Οι πνευματικά απονεκρωμένοι, οι θρασείς κι οι αμετανόητοι, είναι και ανεπίδεκτοι νουθεσίας. «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού», λέγει ο Απόστολος των εθνών. Δεν έχει νόημα πια ο διάλογος. Αυτό εισπράττω από αυτά που βλέπω, ακούω και ζω κάθε μέρα. Έχω σηκώσει τα χέρια ψηλά… παραιτούμαι. Οι κοινωνίες που φτάνουν σε αυτό το σημείο της αναίδειας, όπου τα περιθώρια του διαλόγου μηδενίζονται, προσκαλούν από μόνες τους τη βία. Αυτό διδάσκει σταθερά η ιστορία.

Κάθε χώρος και κάθε γωνιά της πατρίδας μοιάζει με την αυλή του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Είναι, δηλαδή, γεμάτη από αργόσχολους μνηστήρες που μας έχουν καθίσει στο σβέρκο. Τρώνε και πίνουν σε βάρος μας. Κι ο ταλασίφρων (καρτερόψυχος) Οδυσσέας, ρακένδυτος, με την παρότρυνση της Αθηνάς γυρεύει ελεημοσύνες από όλους γύρω, για να διαπιστωθεί «ποιοι το μέτρο σέβονται και ποιοι το δίκαιο καταργούν». Ποιο δίκιο και ποιο μέτρο; Μόνο για ανέκδοτο…

Παλιά ήταν που έψαχνε εκείνος ο μεγάλος Πόντιος ο Διογένης άνθρωπο με το φανάρι. Τώρα…; Ούτε με τον προβολέα δεν βρίσκεις.

Αλλά κι οι Ίρονες; Γι’ αυτούς πια τι να πεις; Για τον πραγματικό ζητιάνο της Ιθάκης λέω, που προκάλεσε τον μασκαρεμένο σε ζητιάνο Οδυσσέα. Αυτός αντιπροσωπεύει καλύτερα το θράσος της ελληνικής πραγματικότητας σήμερα. «Γαστέρι μάργη αζηχές φαγέμεν και πιέμεν». Άνανδρε και σαθρέ! Ποιον πας να προκαλέσεις; Τον πορθητή της Τροίας; Αυτός είκοσι χρόνια στην ξενιτιά πάλεψε σαν λιοντάρι. Λεπίδι κοφτερό το μυαλό του και σίδερο το σώμα του, ατσάλινη η ψυχή του. Τα έβαλε με πολεμιστές ανδρείους, με γίγαντες, με θεούς και δαίμονες, με τέρατα και με τα στοιχεία της φύσης. Τα ’βαλε με τον εαυτό του κι άντεξε, και βγήκε νικητής.

Αλλά και πάλι, όταν με θράσος περίσσιο τον προκαλείς και τον προσβάλλεις, αυτός όμορφα και λογικά σου αποκρίνεται. Καημένε, σου λέει, ούτε λόγο κανέναν κακό σου είπα, ούτε κακό θέλω να σου κάνω.

Έλα να κάτσουμε μαζί στο κατώφλι, μας χωρά και τους δυο. Δεν με πειράζει να παίρνεις εσύ τα περισσότερα. Δεν είναι σωστό, συνεχίζει, να φθονείς τα αλλότρια.

Δώστε πολλή προσοχή σε αυτήν την παραβολή! Γιατί εδώ ακριβώς είναι που έχουμε φτάσει ως κοινωνία. Αυτός είναι ο καθρέφτης μας. Ανέχεται ο έξυπνος τον ηλίθιο, ο ικανός τον άχρηστο, ο δουλευταράς τον τεμπέλη, ο παρών τον απόντα. Το δέχεται να κερδίζουν τα περισσότερα, έχοντας βρει το μήνα που θρέφει τους εννιά. Αλλά, παρακαλεί, αφήστε μου κι εμένα ένα μικρό περιθώριο… Βλέπετε πως σας ανέχομαι, γιατί ξέρω πως εσείς είστε οι εκλεκτοί της ελληνικής πολιτείας, μην προκαλείτε κι από πάνω. Μη μου κουνάτε το δάχτυλο, μη γίνεστε και τιμητές βρε φαρισαίοι…

Αλλά εσείς εκεί… Σας έχει πάρει η Άτη τα μυαλά. Δεν είστε ικανοποιημένοι με τα πολλά, τα θέλετε όλα. Τα παίρνει όλα ο φαύλος από τον ικανό, αλλά ούτε κι εκεί σταματά. Τον προκαλεί, τον λοιδορεί και θέλει να του κάνει και μάθημα κι από πάνω. Τι διάλογο, λοιπόν, να κάνεις με αυτούς τους τερματισμένους… Μάλλον σαν κι αυτόν που έκανε ο Οδυσσέας…

Όλοι ξέρετε πώς έληξε η «Οδυσσέως και Ίρου πυγμή».

Καθόμαστε και περιμένουμε σαν τις Πηνελόπες, ράβε-ξήλωνε, τον Οδυσσέα να σύρει τους Ίρονες από το πόδι και να τους πετάξει έξω, όπως τους αξίζει. Κι ύστερα να περιποιηθεί και τους μνηστήρες. «Αποκαλύπτεται γαρ οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων».