Σωκράτης – Ένας προάγγελος του Χριστιανισμού

Το δύσκολο δεν είναι να λες, αλλά να εφαρμόζεις καθημερινά τις αρχές σου. Να μην παρακάμπτεις αλλά να νικάς τους σκοπέλους που συναντάς. Να μένεις πιστός στις ιδέες σου επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενά σου στην πράξη.

Αν και η γνώση μας για τον Σωκράτη θα μπορούσε να περιοριστεί στην ίδια τη «σωκρατική ειρωνεία», ότι δηλαδή το μόνο που ξέρουμε γι’ αυτόν είναι ότι δεν ξέρουμε τίποτα, ή εν πάση περιπτώσει λίγα, μια απλή σύγκριση με τη διδασκαλία του Χριστού θαρρώ πως είναι χρήσιμη. 

Είναι γνωστό σε όσους ασχολήθηκαν με τη σωκρατική φιλοσοφία, ότι ο Σωκράτης –όπως και ο Χριστός– δεν έγραψε ούτε μία λέξη. Τα όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν είναι από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα. Ενώ αυτά που γνωρίζουμε για τον Χριστό, τα έγραψαν ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ο Παύλος.

Ο γραπτός λόγος μοιάζει με πουλί βαλσαμωμένο έλεγε ο Σωκράτης. Οι λέξεις όπως και τα πουλιά πρέπει να αφήνονται να πετούν ελεύθερα, ντυμένα στο κλίμα και το χρώμα της εποχής τους.

Ο προφορικός λόγος για τον Σωκράτη ήταν το όργανο αναζήτησης της αλήθειας και της πειθούς. Με τη μέθοδο του επαγωγικού συλλογισμού θεμελίωσε τη μαιευτική, της οποίας το όνομα συνδέεται με τις επίπονες και επίμονες ωδίνες του τοκετού. Να θυμηθούμε πως η μάνα του ήταν μαία στο επάγγελμα. Ο θεοποιημένος λόγος του Ηράκλειτου από τη μια και ο εκμαιευτικός του Σωκράτη από την άλλη συναντώνται και συναιρούνται στη χριστιανική έκφραση «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος».

Πατέρας της ηθικής φιλοσοφίας, ο Αθηναίος σοφός διαπνεόταν από ανυποχώρητη καλοσύνη για τον άνθρωπο. Η ακρογωνιαία του θέση «Ουδείς εκών κακός» (εφόσον έχει γνώση για το τι κάνει) βρίσκει απόλυτη ταύτιση στα λόγια του Χριστού: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Ο Αθηναίος σοφός, όπως και ο Χριστός, έζησε τη ζωή του λιτά. Περιφρονούσε τις απολαύσεις, έχοντας το νου του προσηλωμένο πέρα από τον συνηθισμένο κόσμο. Μιλούσε για την αξία της ψυχής και τόνιζε το χρέος του ανθρώπου να την σώσει.

«Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμο όλον κερδίσει, την δε ψυχή αυτού ζημιωθεί», είναι τα λόγια του Χριστού που μεγεθύνουν τη σκέψη του σοφού.

Είναι γεγονός πως και οι δυο τους, ο Χριστός και ο Σωκράτης, χρησιμοποίησαν με μεγαλοφυή τρόπο τη γλώσσα της εποχής τους για να μπορέσουν να κατεβάσουν τη θρησκεία και τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη ώστε να γίνουν κτήμα των απλών ανθρώπων. Με την τέχνη της μαιευτικής ο σοφός και με την τέχνη της παραβολής ο Χριστός.

Κατηγορήθηκαν όμως και οι δυο για τις πεποιθήσεις τους και για ασέβεια στους νόμους. Για διαφθορά των νέων ο σοφός και για προσηλυτισμό ο Χριστός. Τιμωρήθηκαν με θάνατο, τον οποίο και αντιμετώπισαν στωικά και διδακτικά χωρίς να απαρνηθούν την αποστολή τους. Με κώνειο ο σοφός, με σταύρωση ο Χριστός.

Σήκωσαν, όμως, την ανθρώπινη συνείδηση ψηλά σε αρετές και ιδανικά, με το θάνατό τους. Και το κυριότερο, ενώ μπορούσαν να ζητήσουν χάρη για να σωθούν δεν το έκαναν, αποδεικνύοντας πως ο θάνατος δίνει αξία στη ζωή.

Δεν λέω πως ήταν ίδιοι. Λέω μόνο πως κι οι δύο δίδαξαν τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής.

Είπαμε, κανείς τους δεν έγραψε τίποτα κι ας είχαν και οι δύο αναπτυγμένη την τέχνη του λόγου. Ίσως επειδή οι «βαλσαμωμένες» λέξεις εκφράζουν ένα μέρος της πραγματικότητας. Ίσως γιατί το μέγεθος του λόγου αδικεί την ίδια την αλήθεια. Την Αλήθεια με την οποία ταυτίσθηκε ο Χριστός στην Καινή Διαθήκη, που είναι άνευ πέρατος και ορίου. Την Αλήθεια που αποτελεί μία από τις αρχές του Χριστιανισμού και ένα από τα ονόματα του Θεού: «Συ γαρ ει η Αλήθεια, η Δικαιοσύνη, το Φως».

Ο Θεός, έλεγε ο Σωκράτης, είναι ένας και μοναδικός. Ενάρετος και καλός. Πανάγαθος, πάνσοφος, που έχει για κατοικία του τη συνείδηση του ανθρώπου (να θυμηθούμε πως την Αθηνά την ονόμαζε Θεονόη και Ηθονόη επειδή πίστευε πως η υψηλότερη αρετή κατοικεί στο ήθος). Σε μια εποχή που μεσουρανούσε το ελληνικό Δωδεκάθεο, ο Έλληνας σοφός πίστευε σ’ έναν και μοναδικό Θεό. Ο σοφός λοιπόν για εμάς Σωκράτης, αλλά φιλόσοφος για τον ίδιο, αν κι έζησε τέσσερις αιώνες πριν από τον Χριστό, χαρακτηρίσθηκε δίκαια προάγγελος του Χριστιανισμού.