29 Μάιος 2017, 16:10 - Τελευταία Ενημέρωση: 29 Μάιος 2017, 14:43

Όχι μόνο η Μεταπολίτευση, αλλά ούτε ο Εμφύλιος δεν τελείωσε

  • Όχι μόνο η Μεταπολίτευση, αλλά ούτε ο Εμφύλιος δεν τελείωσε
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Ορέστης Παναγιώτου)

Η εντολή ήταν το όπλο παρά πόδα, αλλά τόσο η Γιάλτα όσο και οι πληγές που άφησε ο Εμφύλιος δεν επέτρεψαν πολλά περιθώρια στην ηγεσία που οδήγησε στην μεταπολεμική ελληνική τραγωδία να επαναλάβει τον όλεθρο. Και οι πληγές δεν προέρχονταν μόνο από τον αδελφοκτόνο πόλεμο, αλλά και από την αποκάλυψη της εσωτερικής λειτουργίας του κόμματος.

Όχι, δεν είναι, δυστυχώς, ιστορίες για αγρίους αυτές. Δυστυχώς, όχι μόνο η Μεταπολίτευση δεν τελείωσε, αλλά ούτε καν ο Εμφύλιος.

Μια κάκιστη διαχείριση της μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου από τους νικητές και η αίσθηση ιδιοκτησίας του κράτους δεν άφησαν περιθώρια για την επούλωση των πληγών και την είσοδο της Ελλάδας στο ορθολογικό κλίμα της Δυτικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η Ελλάδα ανήκε στη Δύση πολιτικά, και συμμαχικά δεν είχε –και ίσως δεν έχει ακόμη– καμιά σχέση με τον τρόπο που πολιτεύονται οι Δυτικές χώρες. Για ορισμένους αυτό είναι ευτύχημα διότι η Ελλάδα συγκροτεί μια τρίτη, εναλλακτική πρόταση μεταξύ ενός εργαλειακού ορθολογισμού της Δύσης που έχει τις ρίζες του στο Διαφωτισμό και μιας ακραίας και ολοκληρωτικής θεοκρατικής αντίληψης της Ανατολής. Η Ελλάδα για τους υποστηρικτές αυτής της αντίληψης είναι ο τρίτος δρόμος που συντίθεται από τη μίξη αρχαίας Ελλάδας και Ορθοδοξίας. Και τα δύο δεν έχουν καμιά σχέση με τη σύγχρονη έκφραση του ελληνισμού.

Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, του οποίου υποτίθεται είμαστε φορείς, δεν μεταβιβάζεται γονιδιακά. Η πολιτεία κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να εξαλείψει την ελληνική κλασική παιδεία από τη Μέση Εκπαίδευση, επηρεασμένη από το ρεύμα της αποδόμησης, επικαλούμενη ως άλλοθι την ανάγκη για τεχνολογική γνώση.

Η τεχνολογική γνώση είναι απαραίτητη για την επιβίωση στον σημερινό κόσμο, αλλά χωρίς κλασική παιδεία δημιουργεί κοινωνίες τεράτων.

Η συμβίωση των ανθρώπων σε κοινωνίες ονομάστηκε πολιτισμός και έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καταπίεση των ενστίκτων και την αποδοχή ορισμένων κανόνων. Κανόνων που αποφασίζονται από όλους και γι αυτό λέγονται και δημοκρατικοί.

Ο ορθότερος ορισμός για τον πολιτισμό, που έχω υπόψη μου, είναι του Φρόιντ και λέει: πολιτισμός είναι η καταπίεση των ενστίκτων. Η εφαρμογή του ρητού είχε κάποια σημασία όσο οι άνθρωποι έρχονταν σε κοινωνία μεταξύ τους, και ο απολίτιστος ήταν ορατός και συγκεκριμένος. Έπρεπε να δώσει λόγο.

Το διαδίκτυο απελευθέρωσε τα καταπιεσμένα ένστικτα. Ένας καταπιεσμένος ψυχικός κόσμος εκδηλώνεται με βίαιο και ακραίο τρόπο εν είδει αυτοψυχανάλυσης. Και όλα κρύβονται πίσω από κάποιο ψευδώνυμο. Και εκτονώνουμε την καταπίεση και τον πρωτογονισμό μας, και δεν εκτιθέμεθα.

Ζούμε σε ένα είδος διαδικτυακής δημοκρατίας. Ο καθένας εκφράζεται όχι απλώς ελεύθερα, αλλά παραβιάζοντας αρχετυπικά στοιχεία του ανθρώπινου είδους, όπως είναι ο σεβασμός στη ζωή. Η ιερότητα της ζωής και της ύπαρξης.

Τις τελευταίες ημέρες υπήρξαμε μάρτυρες αυτής της παραβίασης. Της επαναφοράς ενός πρωτογονισμού στον δημόσιο λόγο. Και το ερώτημα είναι αυτό το μίσος που εκδηλώθηκε με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση κατά του Λουκά Παπαδήμου ήταν καταχωνιασμένο στα έγκατα της ψυχής μας και βγήκε στην επιφάνεια με καταλύτη το διαδίκτυο, ή είναι η πίεση που δημιούργησε η τεράστια κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία εδώ και επτά χρόνια;

Έχει σημασία η απάντηση στο ερώτημα. Διότι αν πρόκειται για εκδήλωση ενός καταπιεστικού φαινομένου που προκάλεσε η τελευταία κρίση, είναι διαχειρίσιμο. Αν όμως η φύση μας, ο χαρακτήρας μας ως ελληνικής κοινωνίας, διαμορφώνει πολίτες με αυτά τα διαχρονικά χαρακτηριστικά, τότε κάτι ουσιαστικότερο συμβαίνει και έχει δίκαιο ο Στέλιος Ράμφος με την κριτική που ασκεί στην κοινωνική και ατομική μας συμπεριφορά. Τότε, αυτή η ελληνική πρόταση ως τρίτου δρόμου όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά και αν υπάρχει θα είναι προβληματική.

Ο διαδικτυακός κόσμος είναι ένα σημαντικό αριθμητικό δείγμα για να καταλήξει κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα για τη συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας. Και ο κόσμος του διαδικτύου σχεδόν μοιράστηκε ως προς την ικανοποίηση ή την αποστροφή που του προκάλεσε η τρομοκρατική ενέργεια.

Η αποστροφή προς τέτοιου είδους ενέργειες είναι, υποτίθεται, χαρακτηριστικό των Δυτικών κοινωνιών, με τις οποίες είμαστε κοινωνοί των ίδιων αρχών.

Η ικανοποίηση, όμως, στο βαθμό και με τον τρόπο που εκδηλώθηκε, ξενίζει. Είναι κάτι πρωτόγνωρο. Ίσως στην αποκάλυψη του μεγέθους της να βοήθησε το διαδίκτυο.

Και με τις ενέργειες της 17 Νοέμβρη γνωρίζαμε πως υπήρχε ένα μέρος της κοινωνίας που συμφωνούσε, αλλά απέφευγε να εκφράσει δημοσίως την ευχαρίστησή του. Υποθέταμε δε ότι επρόκειτο για ένα μικρό ποσοστό της κοινωνίας. Μάλλον λάθος κάναμε.

Το διαδίκτυο σου δίνει μεν τη δυνατότητα άμεσης έκφρασης, αλλά κι εδώ το ερώτημα παραμένει. Υπήρχε πάντοτε ως θέληση, αλλά δεν δινόταν η δυνατότητα, δημόσιας ικανοποίησης από μια βίαιη ενέργεια, ή έχουμε ένα σύγχρονο φαινόμενο το οποίο προκάλεσε η κρίση, η οποία περιθωριοποίησε μεγάλα στρώματα της κοινωνίας και τα έφερε στην απόγνωση;

Υπάρχει και ένας άλλος παράγων. Όταν η εκδήλωση μιας μη αποδεκτής κοινωνικά –ίσως και νομικά– ικανοποίησης, όπως η εξύμνηση μιας ανίερης και παράνομης πράξης, λαμβάνει μαζικό χαρακτήρα, υπάρχει η αίσθηση της ατιμωρησίας. Θα συλλάβουν τη μισή Ελλάδα επειδή επικρότησε την ενέργεια;

Το ζήτημα όμως είναι ουσιαστικότερο. Συνεχίζει να έχει η ζωή την αξία και την ιερότητα που είχε από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να συμβιώνουν σε κοινωνίες; Ή ο διχασμός τείνει να γίνει τέλειος;

Και ο διχασμός, με βάση τη μετεμφυλιακή ιδεολογικά κυρίαρχη άποψη, είναι ταξικός. Αυτό είναι το αφήγημα που κυριάρχησε στην ελληνική κοινωνία το οποίο η νικήτρια παράταξη του Εμφυλίου δεν ένιωσε την ανάγκη να αντιμετωπίσει, διότι ένιωθε ικανοποίηση από την κατοχή και νομή της εξουσίας. Αυτή ήταν η πολιτική της κουλτούρα. Όπως και η πολιτική κουλτούρα της άλλης πλευράς ήταν η αναπαραγωγή ιδεολογημάτων που για κοινωνίες με πολιτικό πολιτισμό είναι προ καιρού ξεπερασμένα.

Ξεπερασμένα, όμως, για λαούς που αναπτύσσουν έναν πολιτικό πολιτισμό τον οποίο θεωρούν απαραίτητο για την οργάνωσή τους. Και τέτοιον πολιτισμό –που έχει ως βάση του την παιδεία– δεν ανέπτυξε η ελληνική κοινωνία, ούτε η ελληνική πολιτεία.

Όλος ο πολιτικός λόγος της Μεταπολίτευσης ήταν διχαστικός, στη βάση της ταξικής πάλης (και κατά συνέπεια του ταξικού μίσους), και κομματικός. Όσοι δεν είναι λάτρεις κάποιου αναρχικού ρεύματος θεωρούν απαραίτητη την ύπαρξη μιας υγιούς κρατικής δομής. Στην Ελλάδα κρατική δομή δεν αναπτύχθηκε. Αναπτύχθηκαν, και συντηρούνται μέχρι σήμερα, κομματικοί θύλακες. Παλαιότερα της Δεξιάς, μετά του ΠΑΣΟΚ, και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Αν ως αιτία του πελατειακού κράτους θεωρηθεί η δύσκολη οικονομική κατάσταση μιας κοινωνίας που αναγκάζει τους ανθρώπους να συρρέουν στα γραφεία βουλευτών και άλλων εκμαυλιστών του δημόσιου βίου, η εποχή μετά την ένταξη στην ΕΟΚ και η σχετική ευμάρεια που την ακολούθησε έδωσε την ευκαιρία για την αποσύνθεση αυτής της αντίληψης. Δεν έγινε όμως θεσμικά τίποτε προς αυτήν την κατάσταση, πλην του γνωστού «νόμου Πεπονή» τον οποίο γίνεται επίμονη προσπάθεια να ακυρώσουν.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το σοκ που υπέστησαν όσοι διαπίστωσαν έναν βαθύ διχασμό της ελληνικής κοινωνίας στο θέμα των ορίων αντίδρασης εναντίον ανθρώπων όπως ο Λ. Παπαδήμος, που θεωρούνται «στηρίγματα των “ξένων”».

Η διαχωριστική γραμμή που είναι και το ερώτημα αυτών των σκέψεων είναι: φθάνουμε, στις αντιδράσεις μας, μέχρι το όριο όπου αρχίζει η αμφισβήτηση της βιολογικής τους ύπαρξης, ή ξεπερνούμε το όριο αυτό;

Η έκπληξη ήταν η ευκολία με την οποία ξεπεράστηκε ο Ρουβίκωνας. Και όταν περνάς τον Ρουβίκωνα, δίνεις μια πολεμική μάχη. Όσοι πέρασαν τον Ρουβίκωνα δεν έχουν πρόβλημα –το ομολογούν, άλλωστε– για έναν δεύτερο εμφύλιο γύρο.

Γι αυτό το ερώτημα είναι: μήπως δεν τελείωσε, ακόμη, ο Εμφύλιος;