Η Γενοκτονία των Ποντίων ως αναπόσπαστο κομμάτι της κεμαλικής στρατηγικής

Μια γενοκτονία προϋποθέτει μεθοδικότητα, συγκροτημένη στρατηγική, ορισμό σκοπών και μέσων. Όσο λυπηρό και αν ακούγεται αυτό, είναι η πραγματικότητα και έρχεται να τονίσει έτι περαιτέρω την τουρκική βαρβαρότητα, κορυφαίο κεφάλαιο της οποίας αποτέλεσε η Γενοκτονία των Ποντίων. Όπως και η γενοκτονία των υπολοίπων Ελλήνων του μετέπειτα τουρκικού κράτους ή η γενοκτονία των Αρμενίων ή και η συγκαιρινά συνεχιζόμενη γενοκτονία των Κούρδων ή και πολλών άλλων της μικρασιατικής χερσονήσου συντελέστηκαν υπό το σκοπό της δημιουργίας ενός ομοιογενούς τουρκικού-ισλαμικού κράτους.

Αναφέρω τα περί μεθοδικότητας και στρατηγικής ακριβώς για να τονίσω ότι πρόκειται για έγκλημα εκ προμελέτης.

Η άποψη ότι οι σφαγές των Ποντίων πραγματοποιήθηκαν από κάποιους εξοργισμένους Τούρκους οι οποίοι εκδικούνταν, νομιμοποιεί το κατάπτυστο επιχείρημα ότι υπήρχε αντικείμενο εκδίκησης. Προφανώς οι αιτίες ήταν πολύ περισσότερο συγκεκριμένες και διαφάνηκαν αργότερα στις περιπτώσεις των πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.

Η επιθυμία των κεμαλιστών ήταν να δημιουργήσουν ένα έθνος-κράτος, και τούτο προϋπέθετε την οριστική εξόντωση όσων η ταυτότητα δεν υπάκουε στα περί του προτύπου του «λαϊκού χανεφί σουνίτη μουσουλμάνου Τούρκου» πολίτη. Η απεμπόληση του πολυεθνικού αυτοκρατορικού μοντέλου και η υιοθέτηση του τουρκιστικού εθνοκρατικού ταυτίστηκε με τον ενστερνισμό σοβινιστικών αντιλήψεων και την εφαρμογή ανάλογων πολιτικών. Ευλόγως, υπό το συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο στοχοποιήθηκαν πρωτίστως οι κοινωνικές εκείνες ομάδες οι οποίες δεν θεωρήθηκαν τουρκικές, τουτέστιν ήταν μειονοτικές ως προς τη γενική αντίληψη αφορούσα την κεμαλικής εμπνεύσεως ταυτότητα.

Η ομογενοποίηση της ανθρωπολογίας ήταν λοιπόν ο στόχος, και η επιτακτικότητα υλοποίησής του επικυρώθηκε από τις μετέπειτα πρακτικές της Α΄ Τουρκικής Δημοκρατίας. Ενδεικτικές υπήρξαν οι δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης του Κεμάλ, Μαχμούτ Εσάτ Μποζκούρτ, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, σύμφωνα με τις οποίες «οι Τούρκοι είναι οι μοναδικοί κυρίαρχοι και ιδιοκτήτες αυτής της χώρας.

»Όσοι δεν είναι αγνής τουρκικής καταγωγής έχουν μονάχα ένα δικαίωμα σε αυτή τη χώρα, το δικαίωμα να είναι υπηρέτες και σκλάβοι».

Η πρωτοκαθεδρία της έννοιας «Τούρκος» εντός του κεμαλικού αντιληπτικού πλαισίου τέθηκε υπό τη μέγγενη της σύστασης εθνοκράτους και εξασφάλισης της επιβίωσής του, καθότι οι μειονότητες δεν εξυπηρετούσαν παρά τον ανθρωπολογικό κατακερματισμό, ενώ ταυτοχρόνως αποτελούσαν –κατά την κεμαλική ιδεοληψία– αφορμές για έξωθεν παρεμβάσεις. Η εν λόγω ιδεοληψία στηρίχθηκε στο «σύνδρομο των Σεβρών», το οποίο αντικατόπτριζε τη δαμόκλειο σπάθη επικρεμάμενη του νεότευκτου κράτους. Συνεπώς, η καταπίεση των μειονοτήτων συνδέθηκε με την απογύμνωση των εχθρών της Τουρκίας από τα στρατηγικά τους ερείσματα.

Παράλληλα, η διακήρυξη του τουρκισμού δεν θα μπορούσε να εξαιρέσει τις οικονομικές και εμπορικές δομές του κράτους. Γι’ αυτόν το λόγο, η κεφαλαιουχική ελίτ, η οποία συνέπιπτε να αποτελείται από μη τουρκικά στοιχεία, έπρεπε να εξοντωθεί προκειμένου η θέση αυτή να προσκτηθεί από Τούρκους εμπόρους ή βιοτέχνες. Η οικονομική και εμπορική ζωή του νέου κράτους ήταν στα χέρια αλλόθρησκων και αλλοεθνών, γεγονός απαράδεκτο για τη φασίζουσα ιδεολογία του Κεμάλ, την οποία ζήλεψε και αντέγραψε σε πολλά –επιχειρησιακού επιπέδου– σημεία ο Αδόλφος Χίτλερ.

Η άρνηση των γενοκτονιών, συμπεριλαμβανομένης των Ποντίων, συνιστά σήμερα τον βασικό λόγο για τον οποίο οφείλουμε να συζητούμε για τα εν λόγω γεγονότα. Η άρνηση σημαίνει μη συμμόρφωση με το ιστορικό παρελθόν, και αυτό το γεγονός αποτελεί το εφαλτήριο επανάληψης. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όσα φρικτά βίωσαν οι Πόντιοι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, δυστύχησαν να ζήσουν οι Κύπριοι το 1974 και οι Κούρδοι τα ζουν σήμερα.