Η Τουρκία και οι άλλοι

Από τη δεκαετία του 1960, όταν κτύπησε για πρώτη φορά την πόρτα της συνασπισμένης Ευρώπης, η διαδρομή του πονηρού Ανατολίτη μπορεί να τον χαρακτηρίσει με δυο λέξεις: «λάθρα βιώσας». Μετά την εισβολή στην Κύπρο, προκειμένου να μην έχει ουσιαστικές αντιρρήσεις από την ευκολόπιστη Δύση, η Τουρκία πρόσφερε, ως πληθωρική χανούμισσα, τα προσόντα της: αφενός μεγάλη καταναλωτική αγορά με ταχείς αυξητικούς ρυθμούς, ως δέλεαρ για την επεκτατική ευρωπαϊκή βιομηχανία, αφετέρου «βεντούζα» στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, κρατώντας και τα κλειδιά των Στενών.

Συγχρόνως εμφανιζόταν ως πιστό Δυτικό λυκόσκυλο να προστατεύει το Ισραήλ από την αραβική απειλή.

Το 2003 ανέλαβε την εξουσία ο ιμάμης Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας ανατρέψει το διεφθαρμένο παραδοσιακό πολιτικό σκηνικό, το οποίο όμως, αποχωρώντας, του άφησε ως σημαντικό «περιουσιακό στοιχείο» την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία είχε κρίνει, το 1999, την Τουρκία «επιλέξιμη για να γίνει πλήρες μέλος της». Παρά τις προσπάθειες κάποιων ηγετικών προσωπικοτήτων της Ευρώπης –με εξέχοντες τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και τον τέως καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ– να πείσουν για την ακαταλληλότητα της Τουρκίας ως «μη διαθέτουσα την αυτονόητη ευρωπαϊκή ταυτότητα», η άμυαλη Ευρώπη εξελίχθηκε σε ένα πρωτόγνωρο είδος εντολοδόχου του Ερντογάν, του οποίου ουσιαστικά έκανε όλα τα χατίρια και ο οποίος επιπλέον είχε τη σταθερή υποστήριξη των ΗΠΑ.

Παρά το γεγονός ότι σε ανύποπτο χρόνο ο Ερντογάν είχε αποκαλύψει ότι είχε κατά νου κρυφά σχέδια ισλαμικής κοπής, παρομοιάζοντας την πορεία προς τη δημοκρατία με ένα τραμ από το οποίο μπορείς να κατέβεις όταν έχεις φθάσει εκεί που ήθελες, η ευρωπαϊκή απερισκεψία υπέκυπτε στα κοινά συμφέροντα ιδιοτελών Ευρωπαίων και Αμερικανών που εξυπηρετούσαν τα σχέδιά του.

Τα πρώτα εντυπωσιακά βήματα της Αραβικής Άνοιξης ξεγέλασαν τον Ερντογάν, ο οποίος, μετά την πρόσκαιρη επιτυχία του φανατικού ισλαμιστή Μόρσι στην Αίγυπτο, άνοιξε τα χαρτιά του αποκαλύπτοντας τον τουρκικό πόθο ηγεμόνευσης, με την ισλαμική τουρκική ταυτότητα, εκ νέου της ευρύτερης Εγγύς Ανατολής, με τον ίδιο να προβάλλει πλέον σχεδόν πειστικά την αξίωσή του να θεωρείται ένας σύγχρονος «σουλτάνος» μιας χώρας που είχε εξελιχθεί δυναμικά σε ιδιαίτερα υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη.

Με τη γρήγορη ανατροπή των δεδομένων στην Αίγυπτο, τη σπασμωδική εμπλοκή της Τουρκίας στις πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράκ και τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση του βούρκου της Συρίας, η Τουρκία του Ερντογάν κατάφερε να δημιουργήσει άκρα δυσαρέσκεια στους μέχρι πρόσφατα υποστηρικτές του στην Ευρώπη και απώλεσε κάθε ίχνος αξιοπιστίας που διέθετε στους Αμερικανούς, ιδιαίτερα μετά τις κατά κύματα ερωτοτροπίες του με τους Ρώσους.

Οι ίδιοι οι Ρώσοι, αξιολογώντας την κάθε άλλο παρά ευθεία πορεία της Τουρκίας, μη έχοντας να χάσουν κάτι, το οποίο ούτως ή άλλως δεν ήταν δικό τους, αρέσκονται να χρησιμοποιούν την ουσιαστικά θνήσκουσα Τουρκία αρκούμενοι στα όποια θετικά γι’ αυτούς μπορούν να προκύψουν, είτε είναι ενεργειακές συμφωνίες που θα φέρουν έσοδα από πωλήσεις φυσικού αερίου, είτε είναι η προσοδοφόρος κατασκευή, στο Ακούγιου, πυρηνικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είτε είναι μαχητικά Mig και πύραυλοι S-400, είτε απλά ξεχαρβάλωμα τμήματος της πάλαι ποτέ κραταιάς νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Οι Ρώσοι συνομιλούν ουσιαστικά με έναν επικηρυγμένο και κυνηγημένο από κυνηγούς κεφαλών ο οποίος προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με πολιτικούς ελιγμούς, που τη μια μέρα διώχνουν τους Αμερικανούς από το Ιντζιρλίκ και την άλλη τους προσκαλούν να καταλάβουν μαζί τη Ράκα. Ο Ερντογάν, τη μια προσφέρει εκ νέου την τουρκική αγορά στους άπληστους «σταυροφόρους», τους οποίους έπαιζε στα δάκτυλα επί δεκατέσσερα χρόνια, την άλλη δείχνει να συμφωνεί ακόμη και για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, με εταίρο μεταξύ άλλων και την πολύπαθη από τούρκικο μαχαίρι Αρμενία, προκειμένου να μπορεί να διαθέσει και πάλι την τουρκική παραγωγή τομάτας (και όχι μόνο) στη ρωσική αγορά εκβιάζοντας παράλληλα με αποκλεισμό των ρωσικών σιτηρών από την τουρκική αγορά.

Το τέλος του Ερντογάν ως πολιτικού φαίνεται να έχει αποφασισθεί.

Το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 δεν είναι γνωστό πώς προέκυψε, ποιοι το προκάλεσαν και ποιοι το οδήγησαν στην αποτυχία. Είναι σαφές ότι ο Ερντογάν παραμένει στο στόχαστρο πρώην στυλοβατών του. Αυτοί που τον σημαδεύουν είναι βέβαιο ότι θέλουν να πετύχουν το στόχο τους πριν χάσουν ό,τι έχουν κτίσει επί δεκαετίες. Το τέλος του Ερντογάν μπορεί να είναι και το τέλος της σημερινής Τουρκίας. Παραφράζοντας τον T.S. Eliot, φαίνεται ότι αυτό το τέλος θα έρθει με μια θεαματική έκρηξη και όχι απλά με ένα λυγμό – δικαιώνοντας και τον Σαίξπηρ, ότι αυτές οι βίαιες ηδονές έχουν βίαιο τέλος.