Αντιστέκομαι

Δαίω στα αρχαία ελληνικά σημαίνει μοιράζω, χωρίζω, καίω. Από το ρήμα δαίω έχουμε τη λέξη «δαις» που σημαίνει μερίδα ή μερίδιο. Από τη λέξη «δα» (αρχαιότερος τύπος της λέξης γα=γη), έχουμε τη λέξη δάμος ή αλλιώς δήμος, καθώς και τη σύνθετη λέξη «δημο-κρατία».

Δημοκρατία δηλαδή χωρίς λαό, γη και φαγητό, δεν γίνεται. Πολίτευμα στο οποίο ο λαός υποφέρει, δεν μπορεί να λέγεται πολιτισμένο.

«Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου» λέει ο Παπαδιαμάντης.

Η σημερινή Ελλάδα υπολείπεται του πάλαι ποτέ ένδοξου πολιτισμού της και της έννοιας δικαίου που καλλιεργήθηκε και προσωποποιήθηκε σε τούτον τον τόπο. Είναι άδικο ο υπάλληλος καθαριότητας σε έναν Δήμο να παίρνει ψίχουλα και ο νεροκουβαλητής της Βουλής να έχει αβρούς και πάνω από 12 μισθούς. Η όποια πολιτική και η όποια κυβέρνηση υπηρετεί τους λίγους και αδικεί τους πολλούς δεν μπορεί να λέγεται δημοκρατική. Οι έννοιες, αν δεν υποστηρίζουν αυτό που δηλώνουν, ψεύδονται. Κι από αληθινές γίνονται απατηλές.

Μαζί με τη φτώχεια που έπεσε πάνω στην πατρίδα, φτώχυναν και τα ιδανικά της. Το ξεπούλημα των αξιών έγινε συνώνυμο με την υποβάθμιση της χώρας. Της μάνας Ελλάδας που δεν μπορεί να κρατήσει κοντά της τα παιδιά της κι αιμορραγεί δημογραφικά. Όλα τα χρόνια που προηγήθηκαν, η επικράτηση της πολιτικής ελίτ πέρασε μέσα από τη διάλυση της κοινωνίας.

Η Ελλάδα έγινε ένα μεγάλο παζάρι, όπου πουλιούνται τα «φυλαχτά» της σε τιμή ευκαιρίας. Ώσπου για να σωθούν οι τραπεζίτες διαλύθηκε η κοινωνία.

Η Ισλανδία ξεπέρασε την κρίση επειδή την αντιμετώπισε με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Εκεί αφήσανε τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Δεν σώσανε τις προβληματικές. Ο πρόεδρος της Ισλανδίας, Όλαφουρ Ράγκναρ Γκρίμσον, μιλώντας πριν από καιρό είπε: «Η χώρα μας στέκεται σήμερα όρθια στα πόδια της, αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς και η ανεργία μειώνεται».

Στη δική μας πατρίδα έγινε ακριβώς το αντίθετο. Σώθηκαν οι τράπεζες και εξαθλιώθηκε ο λαός. Έσβησε το όνειρο των εξαθλιωμένων. Νέα βάρη προστέθηκαν στα παλιά. Η Ελλάδα γονάτισε. Η ελευθερία παραδόθηκε στους ξένους. Διότι πόσο ελεύθερος μπορεί να θεωρηθεί κανείς όταν δεν έχει να πληρώσει το ρεύμα του; Πόσο ελεύθερα μπορεί να ζει κάποιος όταν του λείπουν και τα πιο αναγκαία πράγματα της ζωής;

Ο απελπισμένος άνθρωπος έχει χάσει ό,τι καλό και αξιόλογο έχει μέσα του. Ας ελπίσουμε όμως ότι και στην απελπισία υπάρχουν μερικές στιγμές έμπνευσης, όπως υπάρχει στην έρημο «κρυμμένο» νερό. Όπως υπάρχει μια μισοσβησμένη σπίθα στο τζάκι.

Ο φοβισμένος άνθρωπος είναι αυτός που δεν εκδηλώνεται και που εύκολα υποτάσσεται στις νέες καταστάσεις που τον σπρώχνουν. Φοβισμένος είναι κι εκείνος που φοβάται να αρθεί στο ύψος της ελευθερίας του νου του.

Το είπε ο Νίτσε, όταν ήθελε να εξυψώσει τον άνθρωπο σε υπεράνθρωπο για να ξεπεράσει το επίπεδό του και να βρει τον αληθινό του εαυτό. Σε τούτες τις κρίσιμες, κοινωνικές και ατομικές στιγμές, χρειάζεται να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Αυτόν που αγνοούμε, γιατί τον θάψαμε μέσα μας.

«Ήρθαν ντυμένοι φίλοι οι εχθροί μου», λέει ο ποιητής. Ήρθαν ντυμένοι «σωτήρες» οι γκρεμιστές του πολιτισμού και της ιστορίας μας. Οι εποχές είναι πονηρές. Γέμισε ο τόπος από προπαγανδιστές. Από αυτούς που κρύβουν την αλήθεια και διαμορφώνουν τα γεγονότα, σύμφωνα με όσα εντέλλονται οι χορηγοί τους.

Αντιστέκομαι, λέει ο Βρεττάκος: «Αντιστέκομαι όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές σαν τα κόκαλα τ’ αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα, αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους χυμούς ειρήνη και φως».