Ο Τζορτζ, ο Ιβάν και το πορτρέτο

Ο Γιώργος Μπεχράκης είναι ένας θρύλος της φαρμακολογίας και της ανάπτυξης εμπορικών φαρμακευτικών σκευασμάτων, όχι μόνο στις ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε, σπούδασε και δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά, αλλά και παγκοσμίως. Όπως οι περισσότεροι Έλληνες της διασποράς, δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί την Ελλάδα πατρίδα του. Η αγάπη του για την πατρίδα είναι δεδομένη και εμπράκτως αποδεδειγμένη. Γιατί όμως τότε δεν δραστηριοποιήθηκε ποτέ επιχειρηματικά στην Ελλάδα; Γιατί δεν δημιούργησε καμιά από τις μικρές, αλλά θαυματουργές εταιρείες του εδώ; Αυτές που σύντομα μετά την ίδρυσή τους παράγουν ερευνητικά αποτελέσματα που τις κάνουν να αξίζουν εκατομμύρια; Μα γιατί; Αφού και την πατρίδα αγαπά και θέλει να τη βοηθήσει, αλλά και τους Έλληνες ερευνητές εκτιμά κι εμπιστεύεται.

Πρόσφατα έδωσε μια αποκαλυπτική και πολύ διδακτική συνέντευξή στο δημοσιογράφο Βασίλη Ταλαμάγκα στην εκπομπή «Επωνύμως» της ΕΡΤ.

Μιλάει σε αυτήν την πολύ χαριτωμένη ελληνοαμερικανική διάλεκτο που δείχνει το πείσμα των Ελλήνων της διασποράς να κρατήσουν τη μητρική τους γλώσσα ζωντανή. Έτσι πρέπει, να κρατηθεί στην ομογένεια η γλώσσα μας ζωντανή, με τις όποιες ατέλειες, ιδιαιτερότητες και λάθη. Να μην κοροϊδεύουμε αυτές τις διαλέκτους, γιατί έτσι κάνουμε πολλά από τα νεότερα παιδιά τις διασποράς μας να ντρέπονται και να μη θέλουν να τις μιλήσουν. Αυτές οι διάλεκτοι θα είναι η μαγιά, για να διδαχτούν και να μιληθούν σωστά τα ελληνικά παντού όπου υπάρχουν Έλληνες, όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, γιατί θα έρθει κι αυτή η ώρα…

Σ’ αυτή τη συνέντευξη, λοιπόν, ο σπουδαίος Έλληνας απαντά στο γιατί δε δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά στην Ελλάδα: «…Φασαρία… εεε … γιατί είναι… πολύ δύσκολα… δύσκολα! Ήθελα να αγοράσω τέσσερις κομπανίες εδώ… μια στη Θεσσαλονίκη, μια εδώ (εννοεί στην Αθήνα)... Αλλά, έπειτα… Listen: Έφερα δικηγόρους κι έφερα accountants (σ.σ.: λογιστές), το Ernst & Young» μεγάλη (σ.σ.: εταιρεία)… δικηγόρους μεγάλους από τη Μποστόνη. Σε μια ώρα τους είπα: Ξεχάστε το παιδιά μας (εδώ τρίβει τα χέρια του με την κίνηση που κάνουμε για να δείξουμε το “όλα έχουν τελειώσει”). Θα πάμε να φάμε… και θα πάμε πίσω στην Αμερική».

Στο σχόλιο του δημοσιογράφου «άρα δεν εμπνέει για επιχειρηματική δραστηριότητα η Ελλάδα», απαντά διπλωματικά.

Το ύφος του αλλάζει και γίνεται επιτηδευμένα αυστηρό και ψυχρό. Τα μάτια του λένε: Nαι είμαι καλόκαρδος και αγαθός Έλληνας, αλλά όχι κορόιδο. Αν νομίζετε πως έγινα τυχαία αυτό που είμαι σήμερα, πλανάσθε πλάνην οικτράν. Με αυτό ακριβώς το ύφος απαντά κοφτά: «Δεν μένω εδώ… δεν ξέρω». Αυτή η απάντηση έχει ακριβώς το ίδιο νόημα με το «συ είπας» που απαντά ο Κύριος μας ο Ιησούς Χριστός στον Καϊάφα, όταν ο αρχιερέας τον ρωτάει εάν είναι αυτός ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Αλλά εμπεριέχει μαζί και λίγο από εκείνο το… «άντε γειά!», όπως το εκφέρει εκείνος ο οπαδός του Ολυμπιακού στις εκπομπές του.

Αυτό το «άντε γειά!» μου ‘ρχεται να φωνάξω, όταν ακούω τους κατά καιρούς βασιλείς, βαρώνους, κόμητες, ιππότες, αλλά ακόμα και τους ιπποκόμους τους, να μιλούν για έρευνα, καινοτομία κι επιχειρηματικότητα στο πολίτευμα του κομματικού φεουδαλισμού. Όλοι αυτοί βλέπουν τους επιχειρηματίες ως τα κορόιδα που θα βάλουν το μυαλό, τη σκληρή δουλειά και τα λεφτά τους. Για να μπορούν αυτοί να τους αρμέγουν ποικιλοτρόπως. Χωρίς δουλειά, χωρίς ιδρώτα, μόνο με τη μαγκιά και τη σφραγίδα που τους εξασφαλίζουν τα καθήκοντα του δημόσιου λειτουργού-εκλεγμένου ή διορισμένου. Ακριβώς όπως τα γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας με τίτλο Το τρομαχτόν του Άτλαντα.

Για να κρατήσουν μια κάποια επίφαση Δημοκρατίας κρύβονται πίσω από ένα πολύπλοκο σύστημα γραφειοκρατίας, πολυνομίας, νομικής ασάφειας και καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.

Και πουλάνε και ιδεολογία. Πολύ ιδεολογία όμως… Τουλάχιστον σε κάποιες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και δεν υπάρχει αυτή η υποκρισία που σε σκοτώνει.

Μου έλεγε φίλος από το εξωτερικό που στα πλαίσια της δουλειάς του επισκέφτηκε μια τέτοια χώρα. Για να ανοίξει κάποιος μια δουλειά εκεί θα πρέπει να αγοράσει και να τοποθετήσει σε περίοπτη θέση στην επιχείρησή του ένα ωραίο κάδρο με το πορτρέτο του δικτάτορα. Το κάδρο πωλείται επισήμως μόνο από το Δημόσιο και κοστίζει αρκετά λεφτά. Από εκεί και μετά, η υποχρεωτική ανάρτηση του κάδρου έχει κι ένα ετήσιο κόστος. Απλές και καθαρές δουλειές. Ούτε να τρέχεις κάθε μέρα στους δικηγόρους, τους λογιστές και τα δικαστήρια, ούτε από γραφείο σε γραφείο σε κάθε δημόσια υπηρεσία παρακαλώντας να σε αρμέξουν χωρίς να σε ταλαιπωρούν, αφήνοντάς σου τουλάχιστον λίγα ψήγματα αξιοπρέπειας.

Κάποια τεράστια επιχειρηματικά συμφέροντα, βέβαια, δραστηριοποιούνται ανεμπόδιστα στη χώρα μας, βρίσκοντας πάντα τις κατάλληλες ισορροπίες. Δε μιλάμε γι’ αυτά. Αυτά βρίσκουν τρόπους να δραστηριοποιηθούν παντού, ακόμα και στη χώρα της Αφρικής που αναφέραμε. Το τι προσφέρουν σε σχέση με το τι κερδίζουν είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.

Μια νέα, υγιής και δυνατή επιχειρηματικότητα στη χώρα μας, όμως, θα μας βοηθούσε να κάνουμε ακόμα κι αυτή τη συζήτηση με άλλους όρους. Οι ομογενείς του εξωτερικού, οι νέοι Βαρβάκηδες, μπορούν να προσφέρουν πολλά προς αυτήν την κατεύθυνση. Αρκεί να τους αφήσουμε.