Οι αργοί παίκτες

Ανάμεσα στις πολλές δηλώσεις Ερντογάν, νά σου και το ποδόσφαιρο. Τα βασικά μαθήματα στρατηγικής σκέψης τα πήρα από το ποδόσφαιρο, είπε. Αν έμαθε καλά, θα το κρίνει η ιστορία. Κατά τα άλλα, πράγματι το ποδόσφαιρο προσφέρει μαθήματα ανεκτίμητα.

Οι βασικοί άξονες της τακτικής που ακολουθεί μια ομάδα, για να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες της νίκης είναι άξιοι μελέτης.

Βιβλία ολόκληρα μπορεί να γράψει κανείς για τη στρατηγική του ποδοσφαίρου. Σ’ αυτήν συναντώνται βλέπετε η βιοχημεία με την πολιτική, η εργοφυσιολογία με την κοινωνιολογία, η γεωμετρία με την ψυχολογία, η κινησιολογία με το χρήμα, η νευρομυϊκή συναρμογή με το μάνατζμεντ, και η οπτική ευφυΐα με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Κάθε αναγκαιότητα της ολιστικής αυτής προσέγγισης εκπορεύεται από το γήπεδο και τελικά καταλήγει σ’ αυτό.   Όλα μεταφράζονται, εκφράζονται και –προπαντός– φαίνονται στο χορτάρι. Εκεί θα επικεντρωθούμε στο σημερινό άρθρο, ελπίζοντας να ωφελήσουμε όχι μόνο τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου και τους φιλάθλους, αλλά κι όσους διακρίνουν την αλληγορία και δουν την τακτική μας ανάλυση ως παραβολή στρατηγικής σκέψης για κάθε ζήτημα.

Το βασικό ζητούμενο της επιθετικής τακτικής μέσα στον αγωνιστικό χώρο είναι η απόκτηση χωροχρονικού πλεονεκτήματος έναντι του αντιπάλου που αμύνεται. Ως τέτοιο εννοείται η επιθετικής κατεύθυνσης κίνηση ενός παίκτη με την μπάλα προς έναν χώρο που δεν επιτηρείται επαρκώς από αντίπαλους (κενός χώρος).

Τρεις είναι οι κύριοι τρόποι επίτευξης χωροχρονικού πλεονεκτήματος.

Ο πρώτος βασίζεται στην ταχύτητα και στην τεχνική κατάρτιση του κάθε παίκτη. Σε αυτήν την περίπτωση, ένας ποδοσφαιριστής ξεπερνά στα ίσια έναν αντίπαλο και έτσι δημιουργεί κενό χώρο. Αυτό στη γλώσσα του ποδοσφαίρου ονομάζεται «ατομική ενέργεια». Όπως στη φυσική επιστήμη, έτσι και στο ποδόσφαιρο, βέβαια, η... ατομική ενέργεια έχει αξία και δύναμη, αλλά αν δεν χρησιμοποιηθεί σωστά μπορεί να έχει πολύ επικίνδυνες παρενέργειες.

Ο δεύτερος τρόπος σχετίζεται με τη μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη που κινείται με ταχύτητα σε κενό χώρο. Δεν μιλάμε βέβαια για τις ανούσιες πάσες που καμιά φορά ανταλλάσσουν οι παίκτες αναμεταξύ τους – είτε γιατί έτσι πρέπει είτε εντελώς ανόητα. Μιλάμε για πάσες με σωστή τροχιά που βρίσκουν τον αποδέκτη της μπάλας σε πλεονεκτική θέση και εν κινήσει. Η απλούστερη εκδοχή αυτής της μεθόδου είναι αυτό που ονομάζεται «ένα-δύο», αλλά υπάρχουν και πιο περίπλοκες εκδοχές που απαιτούν ομαδική εξάσκηση για την επίτευξη του κατάλληλου χρονισμού (τάιμινγκ), προς την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου.

Ο τρίτος τρόπος βασίζεται και αυτός στην πάσα. Μοιάζει με τον προηγούμενο, αλλά τον αναφέρουμε ξεχωριστά γιατί είναι λίγο ιδιαίτερος. Ονομάζεται «αλλαγή παιχνιδιού» και είναι μια μεγάλη πάσα από τη μια πλάγια πλευρά του γηπέδου σε συμπαίκτη που τρέχει με επιθετικές διαθέσεις απέναντι – στην άλλη πλευρά. Βλέπετε, όταν η αντίπαλη ομάδα αμύνεται, οι παίκτες της προσπαθούν να κρατήσουν τις σωστές αποστάσεις αναμεταξύ τους και κατά το μήκος και κατά το πλάτος του γηπέδου. Αυτό το κάνουν για να μην υπάρχουν μεγάλοι κενοί χώροι μεταξύ τους. Αυτοί που φυλάγουν, λοιπόν, τα πλάγια άκρα του γηπέδου, καμιά φορά παρασέρνονται από το παιχνίδι κι έρχονται πολύ περισσότερο από όσο πρέπει προς τα μέσα. Έτσι δεν προλαβαίνουν να αντιμετωπίσουν την «αλλαγή παιχνιδιού».

Με αυτούς τους  τρόπους αποκτάται, κυρίως, το χωροχρονικό πλεονέκτημα του κενού χώρου. Μόλις αποκτηθεί, ο επόμενος στόχος είναι να μετατοπιστεί σταδιακά, γρήγορα, έξυπνα και μεθοδικά στο χώρο εκείνο του γηπέδου από όπου μπορούμε να στείλουμε την μπάλα στα δίχτυα του αντιπάλου.

Η απόκτηση του πλεονεκτήματος είναι η άκρη της κλωστής. Μόλις την πιάσουμε, τραβάμε γρήγορα ξηλώνοντας όλο το πουλόβερ.

Στο στάδιο του ξηλώματος μεγάλη σημασία έχει η ακρίβεια στις πάσες για την εκμετάλλευση της έξυπνης και συντονισμένης κίνησης των παικτών μας. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που η «ακρίβεια στη μεταβίβαση» ως στατιστικό μέγεθος είναι αυτό που συσχετίζεται –περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο της στατιστικής του ποδοσφαίρου– με την πιθανότητα της νίκης.

Ο τελικός στόχος είναι να παρασύρουμε τους κεντρικούς αμυντικούς του αντιπάλου μακριά από το χώρο της αμυντικής ευθύνης τους, που ταυτίζεται με τα σημεία από όπου μπορούμε να βάλουμε γκολ. Αν αυτοί οι δύο στέκονται στις θέσεις τους, τα πράγματα είναι δύσκολα. Αν τρέχουν δεξιά κι αριστερά για να καλύψουν χώρους ή βιαστικά προς τα πίσω για να πάνε στη θέση τους, είναι τελείως ευάλωτοι κι η ζυγαριά της νίκης γέρνει σ’ εμάς.

Η απόκτηση χωροχρονικού πλεονεκτήματος σε κάθε στρατηγική βασίζεται στην ταχύτητα. Κάθε ποδοσφαιριστής θα πρέπει να διαθέτει την ελάχιστη επιτρεπτή ατομική ταχύτητα. Θα πρέπει τρέχοντας ελεύθερα (χωρίς μπάλα) να προλαβαίνει έναν αντίπαλο μέσο (χαφ) που κουβαλάει στα πόδια του τη μπάλα (και επομένως πάει πιο αργά από όσο μπορεί). Ομάδα που χρησιμοποιεί παίκτη που δεν διαθέτει την ελάχιστη αυτή ταχύτητα, κάνει δώρο από μόνη της στον αντίπαλο το χωροχρονικό πλεονέκτημα. Ο παραλογισμός αυτός υποκρύπτει είτε ανοησία είτε ευνοιοκρατικές πρακτικές και ιδιοτέλειες. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει πρόβλημα.

Μπάγερν, Ερντογάν, τρόικα... τι σημασία έχει; Μόνο πες μου: πόσο γρήγορα μπορείς να καλύψεις τους κενούς σου χώρους; Η ταχύτητα, άλλωστε, είναι η ουσία του πολέμου (Σουν Τζου).