Παντελής Σαββίδης
8 Απριλίου 2017, 09:09

Τα μειράκια του ενδιάμεσου χώρου και η ανάγκη ενότητας

Καθηγητής πανεπιστημίου μου έλεγε προχθές πως είναι εισηγητής στην εξέλιξη ενός νέου επιστήμονα στη σχολή του. Δικαίωμα υποψηφιότητας έχουν και άλλοι ενδιαφερόμενοι. Είδε τα βιογραφικά τους και διαπίστωσε πως είναι πολύ αδύναμα. Σε ανάλογες περιπτώσεις, στο παρελθόν, δυσκολευόσουν να επιλέξεις μεταξύ αξίων και ικανών επιστημόνων, έλεγε.

Όχι μόνο φεύγουν οι ικανοί νέοι από την Ελλάδα, αλλά ακόμη και όταν παρουσιάζεται εργασιακή ευκαιρία, δεν θέλουν να επιστρέψουν.

Δεν είναι πρωτόγνωρο το φαινόμενο. Λίγο να ανατρέξει κανείς στην ελληνική ιστορία, θα διαπιστώσει πως ανάλογες με τις σημερινές περιπτώσεις βίωσαν πολλές οι Έλληνες που έζησαν σ’ αυτά τα χώματα. Απλώς πιστέψαμε μετά τη Μεταπολίτευση πως καθώς, όπως φάνηκε, ξεπεράσαμε τις παιδικές αρρώστιες της Δημοκρατίας, θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τη μιζέρια που ταλάνισε τους Έλληνες από τότε που διαμόρφωσαν το σύγχρονο κράτος τους.

Για του λόγου το αληθές, νά τι έγραφε, μεταξύ άλλων, ο Ηλίας Οικονομόπουλος στην Ιστορία του ελληνοτουρκικού πολέμου, που εκδόθηκε το 1898: «Εν Ελλάδι, δεν υπάρχουν θελήσεις ισχυραί δυνάμεναι να συγκρατήσουν του λαού τας εξάψεις. Δεν υπάρχουν πολιτικοί μεγάλοι προς ους ο λαός να αποβλέπη μετά πεποιθήσεως αιρούσης πάσαν του ανάμιξιν εις τας αποφάσεις αυτών περί των εθνικών συμφερόντων της χώρας. Δεν υπάρχει βασιλεία αρκούντως δημοτική ώστε να εξασκή επωφελώς το γόητρον του στέμματος επί το πνεύμα του λαού».

Πολλοί ανέμεναν η κρίση να αναδείξει νέες, καλύτερες συμπεριφορές, και προπαντός νέα πολιτικά μορφώματα που θα είχαν διδαχθεί από τις αποτυχημένες πολιτικές του παρελθόντος. Τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Οι πολιτικές δυνάμεις που αναδείχθηκαν είτε διέψευσαν κατά τρόπο οικτρό τις ελπίδες του ελληνικού λαού που τις εμπιστεύτηκε, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε αποτελούν λιλιπούτειο μέγεθος σε σχέση με τις ανάγκες της συγκυρίας, είτε διασπάστηκαν σε μικρά φιλόδοξα κομμάτια.

Ο λαός περιμένει εναγωνίως το νέο, αλλά αυτό δεν φαίνεται να έρχεται. Κάτι όμως πρέπει να γίνει, διότι η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη και δεν μπορεί να παραμείνει στα χέρια των σημερινών διαχειριστών της.

Η Αριστερά επιδίωξε μετά τον πόλεμο να κυβερνήσει και επιζητούσε εναγωνίως την εξουσία. Ο Ζαχαριάδης, και το ΚΚΕ που διηύθυνε, δεν είχαν παραδεχθεί ότι ο Δημοκρατικός Στρατός ηττήθηκε στον Εμφύλιο, και είχαν το όπλο παρά πόδα. Η ΕΔΑ επιδίωκε να συμμετάσχει σε εκλογικά σχήματα με το Κέντρο, και προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 σχήματα συνεργασίας Αριστεράς και Δεξιάς πήραν την κυβέρνηση. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Η Αριστερά αποδεικνύεται ικανή στην αντιπολίτευση, αλλά όταν και όπου παίρνει την εξουσία, τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο.

Αν η πολιτική γεωγραφία κατατάξει το ΠΑΣΟΚ περισσότερο στο κέντρο παρά στην παραδοσιακή Αριστερά, τότε η εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι, πράγματι, η πρώτη αριστερή εμπειρία. Και η εμπειρία αυτή, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, είναι απογοητευτική. Η εναλλακτική λύση που διαφαίνεται είναι η Νέα Δημοκρατία. Λίγο πολύ η ανθρωπολογία της και η πολιτική της γραμμή είναι γνωστά. Εκείνοι που αισθάνονται ότι θα νιώσουν κάποια ανακούφιση με την ανάδειξή της στην εξουσία, είναι όσοι πιστεύουν πως με τη Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση είναι ευκολότερο να γίνουν κάποιες επενδύσεις τις οποίες έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα. Μένει να το δούμε, αλλά όσοι νέοι επιστήμονες, ικανότατοι στον τομέα τους, επιχείρησαν να προσεγγίσουν το κόμμα του Κ. Μητσοτάκη και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, συνάντησαν ισχυρή αντίσταση να περάσουν το τείχος που έχει ανεγερθεί στην είσοδο των γραφείων του κόμματος. Και αυτό είναι ενδεικτικό μιας πεπαλαιωμένης νοοτροπίας που εν πολλοίς οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα.

Μια ομάδα, γνωστή για το περιορισμένο των πολιτικών ικανοτήτων των μελών της, προσπαθεί να διατηρήσει τα κληρονομικά της προνόμια και δεν επιτρέπει σε νέους και ικανότατους επιστήμονες να ενισχύσουν το δυναμικό της. Ας μην αυταπατώμεθα. Η χώρα θα ολισθαίνει από το δράμα στην τραγωδία. Οι πύλες και της Νέας Δημοκρατίας παραμένουν ερμητικά κλεισμένες στην ανανέωση. Κάθε κλειστό σύστημα δεν μπορεί να αναπαραχθεί και δεν έχει ώσμωση με δυνάμεις που θα μπορούσαν να το τροφοδοτήσουν.

Την ώρα που η χώρα έχει, πρωτίστως, ανάγκη τη συναίνεση και κυβερνήσεις συνεργασίας, δεν αποκλείεται να περάσουμε από το ένα άκρο στο άλλο.

Είναι η στιγμή που χρειάζεται η αριστοτέλεια μεσότης. Και δυστυχώς, την πιο κρίσιμη στιγμή, ο μετριοπαθής ενδιάμεσος χώρος βρίσκεται διασπασμένος. Τα πολιτικά μειράκια του χώρου δεν άντεξαν την εκλογική ήττα και τον κατατεμάχισαν, αναλόγως των φιλοδοξιών τους. Το τραγικό είναι πως δεν έχουν επίγνωση των δυνάμεων τους και νομίζουν πως καθένας ξεχωριστά, ή με τη μικρή του ομάδα, θα μπορέσει να επιβιώσει πολιτικά, με μια έδρα στη Βουλή. Λύση προσωπική, δηλαδή.

Προφανώς θα γνωρίζουν την πολιτική ιστορία του χώρου αυτού από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου ως σήμερα. Και η ιστορία αυτή όχι μόνο δεν επιτρέπει την πολιτική μικρότητα, αλλά επιβάλλει την ανάληψη του βάρους για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Η κοινωνία που τους στηρίζει έχει απόλυτη επίγνωση αυτού.

Όπως επισημάναμε παραπάνω, καλό θα ήταν ο χώρος να ανασυγκροτηθεί με νέες και ικανές δυνάμεις εκ βάθρων. Αυτό δεν έγινε, και τώρα εκείνο που προέχει είναι η ενότητά του.

Το τελευταίο διάστημα υπάρχει μια τάση επιστροφής –επαναπατρισμού, θα λέγαμε– κοινωνικών δυνάμεων που παραδοσιακά βρίσκονται στο μεσαίο χώρο, από την Αριστερά στην οποία, κυρίως, είχαν καταφύγει. Το γεγονός ίσως δημιουργεί την ψευδαίσθηση στην ηγεσία της κύριας πολιτικής δύναμης που εκφράζει το μεσαίο χώρο ότι οι εξελίξεις θα την ευνοήσουν. Και η αίσθηση αυτή να την οδηγεί σε μια σκλήρυνση της στάσης της. Λάθος μέγα. Ακόμη και έτσι να είναι, ο ενδιάμεσος χώρος πρέπει να αναδειχθεί, και πάλι, σε κύριο πόλο κόμματος εξουσίας. Όχι συμπλήρωμα κάποιου άλλου, αλλά κεντρικό σημείο αναφοράς. Και αυτό μόνο με συσπείρωση των δυνάμεών του μπορεί να επιτευχθεί.

Άλλωστε, το ίδιο δίλημμα αντιμετώπισαν οι δυνάμεις του ενδιάμεσου χώρου από την επαύριο της λήξης του Εμφυλίου μέχρι τη δικτατορία του ’67. Και παρά τις δυσκολίες, παρά επίσης το πολιτικό και εθνικό εκτόπισμα των πρωταγωνιστών του, κατάφερε να ενωθεί.

Όποτε ενώθηκε, διεκδίκησε με επιτυχία την εξουσία και βελτίωσε την ευημερία του λαού, κάτι που είναι ο στόχος των πολιτικών δυνάμεων σε μια δημοκρατία. Και όποτε διασπάστηκε, έγινε περίγελως των άλλων.

Πλαστήρας, Σβώλος, Γ. Παπανδρέου, Σοφοκλής Βενιζέλος, Καρτάλης και άλλοι, που κατά καιρούς συνεργάστηκαν την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, την κρίσιμη δεκαετία του 1950, είχαν πολλαπλάσιο κύρος και ικανότητες από τους σημερινούς διεκδικητές της ηγεσίας κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου. Και το κατάφεραν. Οι σημερινοί δεν θα μπορέσουν; Θα αφήσουν τη χώρα στην πόλωση την πιο κρίσιμη στιγμή; Και αν το πράξουν δεν θα είναι υπόλογοι στην ιστορία του τόπου και του λαού;