Το '21 και το μέλλον του ελληνισμού

Η αυγή των εθνικιστικών κινημάτων, τον 18ο αιώνα, και κυρίως η Γαλλική Επανάσταση (1789), αλλά νωρίτερα και ο Διαφωτισμός σε επίπεδο ιδεών, βοήθησαν στην ενεργοποίηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης που οδήγησε στην Επανάσταση του 1821, τη δημιουργία ελληνικού εθνικού κράτους και την προσπάθειά του, ακόμη και σήμερα, να αποκτήσει γερά θεμέλια.

Μια προσπάθεια που συντελείται εδώ και 196 χρόνια με θριάμβους αλλά και βαριές ήττες. Μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία, έννοια σύμφυτη με την πορεία αυτού του λαού, βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Άλλωστε, το δραματουργικό αυτό είδος μεγαλούργησε στα χώματα αυτά από τον ίδιο λαό.

Ο κύκλος των εθνικών κρατών, που σήμερα αμφισβητούνται ως βασική μονάδα οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας, τείνει να κλείσει – με το ελληνικό κράτος να έχει αφήσει εκτός κορμού σημαντικά τμήματα του ελληνισμού, και με σαφή αδυναμία να τα υποστηρίξει.

Η ελληνική Επανάσταση ήταν η πρώτη που συντελέστηκε στα Βαλκάνια, διότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για να εκδηλωθεί. Ατυχείς στιγμές, που εν πολλοίς οφείλονται σε διαχρονικά ελαττώματα όπως η φιλονικία, οδήγησαν σε τραγωδίες και την έναρξη μιας παρατεταμένης περιόδου συρρίκνωσης και παρακμής. Ο ελληνικός λαός αυτά τα 196 χρόνια πορεύθηκε από τη δόξα στον όλεθρο. Γνώρισε στιγμές μεγαλείου αλλά και ταπεινωτικής ήττας. Είχε την τύχη να βρίσκονται επικεφαλής του μεγάλοι ηγέτες διεθνούς διαμετρήματος αλλά και ολίγιστοι καταχραστές της πολιτικής εξουσίας.

Διέτρεξε μια εντυπωσιακή καμπύλη, και σήμερα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή με άδηλο το μέλλον του, και με μια ηγεσία στο σύνολό της ελαχίστων δυνατοτήτων σε σχέση με τις απαιτήσεις των καιρών.

Η Επανάσταση συντελέστηκε διότι βοήθησαν οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές συνθήκες. Οι υποκειμενικές ήταν ο διακαής πόθος των υπόδουλων Ελλήνων να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Ο κατακτητής, όμως, ήταν παρών και ήταν ισχυρός. Βοήθησαν, όμως, οι εξελίξεις. Η παρέμβαση των ισχυρών χωρών της Ευρώπης στο εξωτερικό εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν καταλύτης για το σχηματισμό ενός ελληνικού εμπορικού κόσμου. Η Γαλλική επανάσταση και ο Διαφωτισμός επηρέασαν τον προβληματισμό του.

Η μονολιθική στήριξη στο ομόδοξο ξανθό γένος αμφισβητήθηκε. Ο Δυτικός προσανατολισμός γεννήθηκε πριν από τη δημιουργία του εθνικού κράτους. Οι πόλεμοι του Ναπολέοντα ανέτρεψαν τους συσχετισμούς δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική ναυτιλία δεν ανήκε σε εμπόλεμη χώρα. Έτσι της δόθηκε η δυνατότητα ευέλικτων κινήσεων. Μια μορφή αστικής τάξης, αναγκαίας για την Επανάσταση, διαμορφώθηκε.

Η συνεργασία με τον παροικιακό ελληνισμό ήταν αναγκαία. Την χρειάζονταν και τα δύο τμήματα της αστικής τάξης: Εσωτερικής και παροικιακής. Συμπορεύονταν για το καινούριο. Ο όλος ελληνισμός έψαχνε ένα ελεύθερο ανεξάρτητο ελληνικό αστικό κράτος, κατά τα γαλλικά πρότυπα. Το πέτυχε, ως έναν βαθμό.

Το τέλος του 18ου αιώνα θα το σφραγίσει η κίνηση του Ρήγα. Κατά τον ιστορικό Βασίλη Κρεμμυδά, ήταν ο απόηχος, το τέλος της αυτονομίας του παροικιακού ελληνισμού.

Αυτό που ζήτησε ο Ρήγας δεν θα συγκινήσει τον υπόδουλο ελληνισμό. Ανήκε στην εποχή των Αυτοκρατοριών, όχι των εθνικών κρατών. Μπαίνουμε στην εποχή της έγερσης των εθνικισμών. Όχι των θρησκευτικών διαχωρισμών.

Την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα κορυφώνονται οι νέες οικονομικές δραστηριότητες των υπόδουλων, επέρχεται η εθνική συνειδητοποίηση και αρχίζει να προβάλλει η ανάγκη ύπαρξης ενός ελληνικού εθνικού κράτους. Η κύρια αντίθεση ανάμεσα σε κατακτητή και κατακτημένο τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια δεν ήταν η πίστη, λέει ο Κρεμμυδάς, και μάλλον έχει δίκαιο. Ήταν το έθνος. Από θρησκευτική, η αντίθεση έγινε εθνική.

Η επανάσταση οργανώθηκε από τη Φιλική Εταιρεία. Αυτή διατύπωσε το αίτημα: ανεξάρτητο, ελληνικό, μοντέρνο –δηλαδή αστικό–, κράτος. Η επιτυχία ήταν πλήρης. Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος ιδρύθηκε. Για να είναι και μοντέρνο, με αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση δηλαδή, θα χρειαστεί και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ύστερα από δεκαετή απολυταρχική ξένη διακυβέρνηση.

Ο κύκλος ήταν μακρύς και επώδυνος. Σήμερα, 25η Μαρτίου 2017, ένα νέο μόρφωμα στο οποίο ακούμπησε και ο ελληνισμός, και το οποίο δημιουργήθηκε εδώ και 60 χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναζητά και αυτή το μέλλον της. Όπως και η ελληνική κοινωνία αναζητά την πυξίδα που έχασε.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο, καθόλου ασφαλές και καθόλου προβλέψιμο το μέλλον. Βρισκόμαστε στον πυρήνα μιας παγκόσμιας χαοτικής αναταραχής. Μια νέα Ελλάδα θα αναδυθεί, αλλά η μορφή της είναι ακόμη αδιαμόρφωτη.

Σε τέσσερα χρόνια, θα έχουν περάσει 200 έτη από την Επανάσταση του ’21. Και σε έξι, 100 χρόνια που ο Οθωμανός κατακτητής μετεξελίχθηκε σε εθνικό τουρκικό κράτος, υποτίθεται δημοκρατικό. Κατ’ επίφασιν.

Οι ιδεολογικές και θρησκευτικές διεργασίες οδηγούν τη μεν Τουρκία σε μια προσπάθεια επαναφοράς του νεοοθωμανικού οράματος, τη δε Ελλάδα σε μια επίμονη ευρωπαϊκή πορεία. Εκεί όπου δεν ήθελε να ενταχθεί, λίγο πριν από την Άλωση. Διλήμματα εκείνης της εποχής, της προ Αλώσεως, κάπως εκσυγχρονισμένα, υπάρχουν και σήμερα.

Οι ελίτ και των δύο χωρών έχουν συνειδητοποιήσει πως το εθνικό κράτος έχει διαγράψει τον κύκλο του. Και αναζητούν να προσαρμοσθούν στο νέο. Με μια ουσιώδη διαφορά. Η μεν Τουρκία, διάδοχος των Οθωμανών, με την τακτική που γνώριζε και εφάρμοζε πάντοτε: τη βία. Η δε Ελλάδα, ειρηνικά.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν πως το μέλλον είναι εδώ. Με την έννοια πως το ζούμε. Αλλά, μάλλον δεν διαγιγνώσκουν σωστά. Η εποχή που διανύουμε είναι από τις κρίσιμες εκείνες μεταβατικές περιόδους που επηρεάζουν καταλυτικά τις εξελίξεις. Δεν έχουμε βιώσει, ακόμη, τίποτε από όσα έρχονται.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως το έχουν συνειδητοποιήσει όσοι διαχειρίζονται τις τύχες μας.

Αν οι Έλληνες, ως λαός, κατόρθωσαν να επιβιώσουν από την αρχαία εποχή ως σήμερα, είναι διότι μπορούν και προσαρμόζονται. Από τις αρχαίες πόλεις στο Μακεδονικό Βασίλειο, τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, την πολιτιστική επιρροή στον ρωμαϊκό κόσμο, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την υποδούλωση και το ελληνικό εθνικό κράτος.

Θα τα καταφέρουν και τώρα. Κουβαλώντας και την παράδοσή τους, την οποία, σε κρίσιμες στιγμές, αναζητά η ανθρωπότητα. Είναι η παρακαταθήκη των προγόνων τους.