Ποιος κυβερνά τη χώρα;

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, η Ελλάδα είναι ίσως το πρώτο αναρχοαυτόνομο κράτος στον κόσμο. Για λόγους που χρήζουν κοινωνιολογικής και πολιτικής μελέτης, ο αναρχοαυτόνομος χώρος διαδραματίζει στην ελληνική πολιτική ζωή ρόλο δυσανάλογο με το μέγεθός του και τη σημασία του, από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως το κράμα αναρχοαυτόνομων και αντιεξουσαστών είναι πολιτική δύναμη στη χώρα.

Μπορεί να καθορίσει ακόμη και την πολιτική ατζέντα, και πάντως με τις ενέργειές του όχι μόνο να επηρεάσει τη συμπεριφορά της πολιτικής εξουσίας με το να ενσπείρει το φόβο στοχοποιώντας πρόσωπα, αλλά και να εκθέσει τη χώρα. Όπως έγινε τελευταία με την αποστολή των φακέλων με το εκρηκτικό υλικό στο Βερολίνο και το Παρίσι.

Η Ελλάδα εμφανίζεται, για ακόμη μια φορά, να μην μπορεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς ως οργανωμένη πολιτεία.

Για την ιδεολογία των ανθρώπων αυτών, που υποτίθεται ότι βρίσκονται σε διαρκή και ανελέητο πόλεμο με την εξουσία, το να φέρουν τη χώρα σε δύσκολη θέση είναι πολιτική επιτυχία. Δεν ενδιαφέρονται επίσης και για τις εντυπώσεις που θα δημιουργήσουν στο λαό, διότι θεωρούν τη στάση της κοινωνίας απαθή προς την πολιτική εξουσία.

Μέρος αυτών των –νεαράς συνήθως ηλικίας– ανθρώπων είχε διεισδύσει στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά είναι άγνωστο αν παρέμεινε ή αποχώρησε.

Πάντως, στο στελεχιακό του δυναμικό το κυβερνών κόμμα διαθέτει ακόμη δραστήρια στελέχη του χώρου αυτού, ακόμη και σε υψηλό επίπεδο συμβούλων του πρωθυπουργού. Αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ίσως, η πιο ακίνδυνη.

Σε μια χώρα λοιπόν που απουσιάζει, ή διαδραματίζει μικρό ρόλο, η αστική τάξη, ο αναρχοαυτόνομος χώρος είναι ένας πόλος εξουσίας.

Ένας δεύτερος πόλος εξουσίας είναι όλο αυτό το εθνικολαϊκό μόρφωμα που συσπειρώνεται γύρω από διάφορους συλλόγους. Υπό προϋποθέσεις, επηρεάζει μικρά τμήματα της κοινωνίας τα οποία, όλα μαζί, συνιστούν μια πολιτική δύναμη έστω και ανομοιογενή.

Η τρίτη μορφή εξουσίας είναι ο συντηρητικός χώρος, ο οποίος παραμένει σταθερός από τότε που συγκροτήθηκε σε πολιτική δύναμη.

Σε αντίθεση με τον κεντρώο, μετριοπαθή χώρο που εκτινάσσεται όταν βρίσκει ικανή ηγεσία και πειστικό πολιτικό αφήγημα και φθάνει στα όρια της διάλυσης όταν οι προϋποθέσεις συσπείρωσής του εκλείψουν..

Το παράδοξο είναι ότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα ο συντηρητικός χώρος συνυπάρχει με τον φιλελεύθερο στον ίδιο πολιτικό σχηματισμό. Φιλελεύθερα στοιχεία, όμως, είναι διασκορπισμένα σε όλο το πολιτικό φάσμα της ελληνικής πολιτικής ζωής, αλλά για διάφορους λόγους κυρίως ιστορικούς, δεν μπορούν να συγκροτήσουν όλα μαζί πολιτική δύναμη.

Μια τέταρτη πολιτική δύναμη, που συσπειρώθηκε σε υπαρκτή και αξιοσημείωτη οντότητα την περίοδο της κρίσης, είναι διάφορα στελέχη της περιφερόμενης μεταπολιτευτικής Αριστεράς που μονίμως αναζητούσαν τον δρόμο για την εξουσία έναντι κάθε τιμήματος. Αυτοί είναι που αποτέλεσαν τον πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν οι φυγόκεντρες δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και άλλοι πολίτες προερχόμενοι από το σύνολο του πολιτικού φάσματος. Δυσαρεστήθηκαν με τους πρώην συνοδοιπόρους τους και πίστεψαν στο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ – το οποίο βασίσθηκε σε μια πλάνη, για να είμαστε επιεικείς.

Συνειδητή ή όχι, επρόκειτο για πλάνη. Διότι τίποτε από όσα υποσχέθηκε δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει η άλλοτε μαχητική αντιπολίτευση όταν έγινε κυβέρνηση.

Η εκδοχή να πρόκειται για ιδεοληπτικούς ανθρώπους που δεν μπορούσαν να έχουν γνώση της πραγματικότητας δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά αυτοί αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ με την κρίση του 2015. Όσοι έμειναν είναι μανιακοί της εξουσίας. Την ήθελαν, την φλερτάρισαν, την κατέκτησαν, και είναι διατεθειμένοι να την διατηρήσουν πάση θυσία.

Η χώρα βρίσκεται σε τρομερό αδιέξοδο από το οποίο μόνο μια προσφυγή στην κάλπη μπορεί να της παράσχει μια ανακούφιση, όχι με την έννοια ότι θα τη βγάλει από την κρίση αλλά ότι θα αναδιατάξει τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Τα ψέματα λίγο-πολύ τελείωσαν και κανείς δεν μπορεί, πλέον, να τα χρησιμοποιήσει για να ξεγελάσει την κοινωνία. Αυτό που θα προκύψει δεν θα αντανακλά τη λαϊκή βούληση, διότι ο λαός δεν θέλει κανένα από τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα, αλλά θα είναι μια καταγραφή τής μετά την παραπλάνηση πολιτικής βούλησης.

Ζαλισμένος από τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, και τον γκεμπελικό δημόσιο λόγο των προπαγανδιστών του, ο ελληνικός λαός αφήνει να περνούν απαρατήρητες καταγγελίες τεράστιας σημασίας που έχουν να κάνουν με φαινόμενα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως εκτροπή. Η πρώην βουλευτής και αντιπρόεδρος της Βουλής Δέσποινα Χαραλαμπίδου, από τα πολύ δραστήρια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τη διάσπαση του καλοκαιριού του 2015, με επιστολή της στον υπουργό Δημόσιας Τάξης κατήγγειλε, ουσιαστικά, τη δημιουργία παρακρατικών μηχανισμών στην Ελληνική Αστυνομία.

Συγκεκριμένα κατήγγειλε, με την παράθεση μάλιστα και δύο ονομάτων, ότι τοπικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (στη Θεσσαλονίκη) ήσαν παρόντα και έδιναν εντολές στις αστυνομικές δυνάμεις κατά τις επιχειρήσεις στις 6/3/2017 στον χώρο του ΣΜΑ στα όρια του Δημοτικού Διαμερίσματος Ευκαρπίας του Δήμου Παύλου Μελά.

Στην επιστολή της επισήμανε, ακόμη, πως στελέχη του τοπικού ΣΥΡΙΖΑ μετέχουν και στις συσκέψεις που γίνονται στην αστυνομία για να καθοριστεί η επιχειρησιακή συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων. Αν όλα αυτά συμβαίνουν, αυτό είναι ο ορισμός της δημιουργίας παρακρατικού μηχανισμού στην αστυνομία. Ένας κίνδυνος που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητος γιατί θα τον βρούμε μπροστά μας.

Οι εξελίξεις από εδώ και πέρα δεν θα είναι ομαλές, και αν τέτοιου είδους φαινόμενα δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως, δεν αποκλείεται το οτιδήποτε.

Η προσπάθεια δημιουργίας παρακρατικών μηχανισμών δεν περιορίζεται, βεβαίως, στην περίπτωση αυτή. Γίνεται μια μεθοδευμένη προσπάθεια που αρχίζει από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, ακόμη και στο διαδίκτυο, και φθάνει ως τη συντήρηση ενός κοινωνικού περιθωρίου το οποίο χρησιμοποιείται ως το μακρύ δόρυ της εξουσίας, κατά το δοκούν.

Όποιος νομίζει πως η χώρα θα απαλλαγεί εύκολα από αυτό που βιώνει, είναι γελασμένος.

Στο πολιτικό αυτό τοπίο προσθέστε και τη διαρροή των νέων και μορφωμένων στρωμάτων της κοινωνίας στο εξωτερικό, για να σχηματιστεί μια –μερική, έστω– εικόνα της κατάστασης την οποία βιώνει η Ελλάδα. Κατάσταση που δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις δυνάμεις που διεκδικούν τη λαϊκή ετυμηγορία.

Ποιος κυβερνά και ποιος μπορεί να κυβερνήσει, πραγματικά, αυτή τη χώρα;